Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Δημιουργικής γραφής συνέχεια...

Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ Γυμνασίου δημιουργούν τα δικά τους κείμενα χρησιμοποιώντας τίλους των κειμένων του ανθολογίου και ξεδιπλώνουν τη φαντασία και τη δημιουργικότητά τους!
Με bold είναι τονισμένοι οι τίτλοι των κειμένων που χρησιμοποιήθηκαν.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
   Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας γεμίσαμε χαλασμένες γειτονιές, φοβισμένες γειτονιές. Συγκεντρωθήκαμε όλοι στην Αθήνα και η Ελλαδίτσα μας γέμισε ερημωμένα χωριά. Πόσο θα ’θελα να είχα ένα μαγικό ραβδί και να γύριζα πίσω τον χρόνο, τότε που ήμουν παιδί, στο μικρό μου χωριουδάκι! Τότε που τρέχαμε ανέμελα με τη Χαρά και διασκεδάζαμε τρελά, χωρίς σκοτούρες… Πόσο μου λείπει εκείνη η εποχή! 
   Πόσο μου έχει λείψει η κυρία Νίτσα, η γειτόνισσα, και τα κουλουράκια της! Γέμιζε μυρωδιές η γειτονιά όταν τα έψηνε. Όταν μας συναντούσε στην εκκλησία την Κυριακή, πάντα με το χαμόγελο, μας έλεγε: «Σας περιμένω το απόγευμα, κορίτσια, για λεμονάδα, μπισκότα και γλυκό του κουταλιού. Εμείς φυσικά δε χάναμε ποτέ την ευκαιρία! Το σπίτι της ήταν δίπλα στη θάλασσα. Έμενε εκεί μόνη της, παρέα με τις πανέμορφες γατούλες της. Ο αγαπημένος της γιος έμενε μόνιμα στο Τόκιο. Της έλειπε πολύ, και ας μην παραπονιόταν ποτέ. Λάτρευα τις ιστορίες που μας έλεγε. Μας μιλούσε για τα νιάτα της, τον γάμο της και τον γιόκα της, το καμάρι της, όπως τον αποκαλούσε. Κάποια Χριστούγεννα όμως η κυρία Νίτσα έφυγε…. Θα πήγαινε να μείνει με τον γιο της, για να μην είναι πια μόνη.
   Τότε ήταν που ο κόσμος γύρω μου άρχισε να αλλάζει. Η αγαπημένη μου φίλη, η Χαρά, μετακόμισε με τους γονείς της στην Αθήνα. Θυμάμαι ακόμη τα τελευταία λόγια που μου είπε πριν φύγει: «Θα σου γράφω, δε θα σε ξεχάσω ποτέ. Θα έρχομαι τα καλοκαίρια. Θα δεις, δε θα αλλάξει τίποτα». Αλλά όλα άλλαξαν… Οι Κυριακές στη θάλασσα δεν ήταν πια οι ίδιες χωρίς τη Χαρά. Θυμάμαι την ευτυχία μου όταν, γυρνώντας από το σχολείο, με περίμενε γράμμα της πάνω στο γραφείο μου. Χαμογελούσαν και τα αυτιά μου, όπως έλεγε η γιαγιά. Δυστυχώς όμως πήρα μόνο δύο γράμματα της Χαράς και μετά σιωπή. Έτσι ξαφνικά σταμάτησε να απαντά στα γράμματά μου. Κάθε βράδυ με κλάματα ρωτούσα τη μαμά: «Γιατί; Γιατί;». Μάταια η μάνα προσπαθούσε να με παρηγορήσει…
   Ώσπου ένα Πάσχα τ’ Απρίλη έμαθα το γιατί. Η Χαρά είχε κάποιο ατύχημα, έμεινε στο νοσοκομείο για μεγάλο χρονικό διάστημα και γι’ αυτό σταμάτησε να μου γράφει… Εκείνη τη στιγμή πήρα την απόφαση να φύγω από το χωριό και να πάω να μείνω κοντά της, στην ίδια πόλη. Ήθελα τόσο πολύ να γίνω φύλακας άγγελος της, να μην αφήσω να της ξανασυμβεί τίποτα… Έβαλα στόχο να περάσω στο πανεπιστήμιο και να συνεχίσω τη ζωή μου στην Αθήνα. Πράγματι, στρώθηκα στο διάβασμα και τελικά πέρασα στη σχολή που ήθελα. Την ημέρα που έφευγα ο τελευταίος άνθρωπος που συνάντησα ήταν ο αγαπημένος μου δάσκαλος. Τον αγκάλιασα, τον φίλησα και του είπα συγκινημένη: «Να’ σαι καλά, δάσκαλε! Σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα!».
   Έφυγα, και δεν ξαναγύρισα. Δεν το ξανασκέφτηκα ποτέ, μέχρι σήμερα… Μου έλειψε τόσο πολύ το χωριουδάκι μου! Μου έλειψαν τα σοκάκια του, τ’ άσπρο ξωκλήσι, οι χαμογελαστοί του άνθρωποι, οι Κυριακές με τον μπαμπά στο γήπεδο να ζητωκραυγάζουμε αγκαλιά για την τοπική ομάδα. Κάθε γωνιά του και μια ανάμνηση…
   Τη βαρέθηκα αυτήν την απρόσωπη τσιμεντούπολη, τη γεμάτη θόρυβο και άγχος. Η πόλη αυτή με πνίγει. Μακάρι να μπορούσαν να γίνουν όλα όπως πριν, όπως όταν ήμασταν παιδιά…
   Αχ, μαγικό ραβδάκι, πού είσαι;
Κ. Αθηνά, Β1

Καλοκαιρινές διακοπές 
   Είναι κιόλας Αύγουστος, κι εμείς δεν μπορούμε ακόμα να αποφασίσουμε τον προορισμό των διακοπών μας. Εμένα μου έχει κολλήσει στο μυαλό η εξοχική Λευκάδα, ο πατέρας θέλει να περάσουμε τουλάχιστον μία Κυριακή στην Κνωσό για να δει τα μινωικά ανάκτορα και τα γύρω γραφικά, αλλά ερημωμένα χωριά. Ο μικρός μου αδελφός επιμένει «Να πάμε Τόκιο, ενώ η μάνα πρότεινε να επισκεφτούμε την Αθήνα, γιατί «Αυτή η πόλη έχει πολλά να μας διδάξει».
   Τελικά, αποφασίσαμε να περάσουμε το καλοκαίρι μας στην Κόρινθο. Θα ξεκουραστούμε στις παραλίες πίνοντας ήλιο κορινθιακό, πριν γυρίσουμε και πάλι στο σχολείο…
Κ. Κική, Β1

Πέρασε το καλοκαίρι…
   Το καλοκαίρι φύγαμε από την Αθήνα με το λεωφορείο. Επισκεφθήκαμε την πόλη της Κορίνθου. Ταξιδεύαμε πίνοντας ήλιο Κορινθιακό. Μείναμε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στη θάλασσα. Κάθε πρωί σκεφτόμουν πως ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνάει μαζί μας. Περνούσαμε τις Κυριακές στη θάλασσα, αλλά είχε πολύ κόσμο, μπορεί να ήταν εκεί και έξι χιλιάδες νέοι! Μια φορά πήγαμε στ’ άσπρο ξωκλήσι της Κορίνθου. Δίπλα στο ξωκλήσι φάγαμε στο καφενείο γλυκό του κουταλιού που μας κέρασε η γειτόνισσά μας, η κυρία Νίτσα. Το ίδιο βράδυ, η μάνα μας αφηγήθηκε μια ωραία ιστορία, την ιστορία του δαχτυλιδιού.
   Τι απίστευτο καλοκαίρι! Αλλά πέρασε γρήγορα… Γιατί;
Α. Γιάννης - Λ. Κώστας, Β1

Και πάλι στο σχολείο… 
   Και πάλι στο σχολείο… Μετά από τρεις μήνες που περάσαμε πίνοντας ήλιο κορινθιακό και απολαμβάνοντας την ξενοιασιά, επιστρέφουμε στον αγώνα της καθημερινότητας. Τέρμα πια οι Κυριακές στη θάλασσα και το γλυκό του κουταλιού στην αυλή της γιαγιάς. Τώρα όλοι οι μαθητές έχουν μόνο να περιμένουν τα Χριστούγεννα… Τα παιδιά γύρισαν στην πόλη. Άφησαν πίσω τους ερημωμένα χωριά και επέστρεψαν στις χαλασμένες γειτονιές με τον θόρυβο και τα σκουπίδια. «Ζούμε στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας», λέει συχνά η μάνα μου… Ένα είναι σίγουρο, πως στο μυαλό μου όλο τον χειμώνα θα παραμείνει η εξοχική Λευκάδα, όπως και μια Κυριακή στην Κνωσό, οι εικόνες που ομόρφυναν τα καλοκαίρια μου…
Κ. Μαριάννα, Β1

Αναμνήσεις από την πρώτη μέρα στο σχολείο
   Την Κυριακή, μια μέρα πριν ξεκινήσουν τα σχολεία, η μάνα μου με πήρε από το χέρι και πήγαμε μαζί στην εκκλησία, για να έχω καλή χρονιά, όπως μου είπε. Την επομένη σηκώθηκα πρωί πρωί και ήμουν πολύ ευτυχισμένη. Περίμενα πώς και πώς να βρεθώ και πάλι στο σχολείο! Αμέσως πήγα κι έβαλα την ποδιά μου και η μαμά μου έφτιαξε τα ωραία μου κοτσιδάκια, τα πιο ωραία κοτσιδάκια που μου είχε κάνει ποτέ! Με φίλησε, με χαιρέτησε κι έφυγε βιαστικά για να πάει στη δουλειά της. Βρήκα την ευκαιρία και τρύπωσα στην κουζίνα, όπου η μαμά έκρυβε ένα ωραιότατο γλυκό του κουταλιού… Αν με έπαιρνε χαμπάρι ίσως να μη με άφηνε να το φάω, αλλά δεν μπόρεσα αν αντισταθώ και το έφαγα όλο!
   Αφού η μητέρα μου είχε φύγει για τη δουλειά, περίμενα τον πατέρα μου να έρθει να με πάει στο σχολείο, όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν… Έτσι αποφάσισα να πάω για πρώτη φορά μόνη μου, με το λεωφορείο. Όταν έφτασα επιτέλους, χάρηκα πολύ που είδα τις συμμαθήτριές μου και είπαμε τα νέα μας. Μάλιστα, μετά τον αγιασμό μάς ανακοίνωσαν πως δασκάλα μας θα είναι η κυρία Νίτσα, η καλύτερη δασκάλα του σχολείου!
   Όταν γύρισα στο σπίτι, είπα στους γονείς μου πόσο ωραία ήταν η πρώτη μέρα στο σχολείο και ήμασταν και οι τρεις πολύ χαρούμενοι. Βέβαια, η μαμά με μάλωσε που έφαγα όλο το γλυκό του κουταλιού, αλλά δεν πειράζει!
Λ. Βαλεντίνη, Β1

Αναμνήσεις από τον παππού…
   Δε θα ξεχάσω τις παλιές φωτογραφίες που μου έδειχνε ο παππούς από την Αθήνα, όπου έζησε όταν ήταν νέος. «Η πόλη με τα δύο πρόσωπα», έλεγε. Από τη μία πλευρά οι χαλασμένες γειτονιές και τα χαμόσπιτα και από την άλλη οι πλούσιες, αριστοκρατικές γειτονιές με τα μεγάλα σπίτια!
   Οι Κυριακές ήταν οι αγαπημένες μέρες του παππού. Πάντα πήγαινε στην εκκλησία, στ’ άσπρο ξωκλήσι της Παναγιάς και ηρεμούσε.
   Ήταν Χριστούγεννα όταν πέθανε. Κάποια Χριστούγεννα… Δε θυμάμαι. Πάντα όμως θα θυμάμαι τα παραμύθια και τις ιστορίες που μου έλεγε, και κυρίως την αγαπημένη μου, που είναι «Η ιστορία του δαχτυλιδιού»! 
Β. Αλέξανδρος, Β1

Διακοπές…
   «Να ’σαι καλά, δάσκαλε!», είπε η μάνα μου βγαίνοντας από το σχολείο. Παρόλο που ήταν η τελευταία μέρα, στο σχολείο κάναμε κανονικό μάθημα. Μάλιστα, ο δάσκαλος μας μίλησε για ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα, για τις Θερμοπύλες.
   Η μητέρα μου ήρθε να με πάρει από το σχολείο, γιατί θα φεύγαμε σχεδόν αμέσως για διακοπές. Όλο και κάπου πηγαίναμε κάθε χρόνο, όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν. Πίστευε ότι οι κατάλληλες διακοπές γι’ αυτόν ήταν να μένει στο σπίτι και να χαλαρώνει διαβάζοντας την εφημερίδα του.
   Από τα μέρη που έχω περάσει τα καλοκαίρια μου θα μου μείνει αξέχαστη η εξοχική Λευκάδα. Επίσης, θυμάμαι μια Κυριακή στην Κνωσό, στο σπίτι του φίλου μου, του Βασίλη, τότε που είχαμε βρει εκείνο το παράξενο δαχτυλίδι. Ποιος ξέρει ποια να είναι η ιστορία του δαχτυλιδιού… Πολύ καλά περάσαμε και κάποια Χριστούγεννα που πήγαμε στην Αθήνα. Η πόλη αυτή είναι από τις αγαπημένες μου! 
   Αλλά οι πιο ωραίες απ’ όλες ήταν οι διακοπές στο σπίτι της γιαγιάς, στο χωριό. Με τη γιαγιά πηγαίναμε στην εκκλησία, στην εξοχή, στο χωράφι του παππού, αλλά το καλύτερο ήταν οι Κυριακές στη θάλασσα. Πηγαίναμε με το λεωφορείο, περνώντας από τα ερημωμένα χωριά. Θυμάμαι εκείνο τ’ άσπρο ξωκλήσι, όπου ανάβαμε το κεράκι μας, όπως και τις ενδιαφέρουσες ιστορίες της γιαγιάς… Είναι πολυταξιδεμένη, έχει πάει ακόμα και στο Τόκιο! Δυστυχώς, εγώ δεν έχω ακόμα ταξιδέψει στο εξωτερικό, αν και θα το ήθελα πολύ. Ποτέ δε βαριέμαι να ακούω τις αναμνήσεις της Κωνσταντίνας από τη Γερμανία. Η Κωνσταντίνα είναι η καλύτερη φίλη της αδελφής μου, της Ελένης. Δεν μπορώ να πω ότι τη συμπαθώ ιδιαίτερα, αλλά κάνει καλή παρέα με την Ελένη.
   Βέβαια, κάποτε όλα αυτά τελειώνουν. Πρέπει να επιστρέψουμε και πάλι στο σχολείο… Η επιστροφή του Ανδρέα, του δασκάλου, είναι ένα θέμα που μας αρέσει να συζητάμε. Μεταξύ μας κάνουμε πλάκα λέγοντας ότι θα ξεχαστεί, δε θα γυρίσει στο σχολείο και δε θα έχουμε δάσκαλο, αλλά αυτό ποτέ δε βγαίνει αληθινό…
   Και τώρα, λίγο πριν φύγουμε για τις φετινές διακοπές, κάθομαι στον καναπέ και διαβάζω αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, ενώ δίπλα μου έχω ένα πιατάκι με γλυκό του κουταλιού βύσσινο, που έφτιαξε η κυρία Νίτσα, η καλή μας γειτόνισσα. «Γιάννη! Φεύγετε!» την ακούω να φωνάζει. Τρέχω και μπαίνω στο αμάξι. «Καλό ταξίδι! Καλό ταξίδι!».
Μπ. Φανή, Β2

Κάποια Χριστούγεννα
   Πέρσι τα Χριστούγεννα μας επισκέφτηκε η φίλη της μάνας μου, η κύρια Νίτσα. Ήρθε στην Αθήνα με το λεωφορείο. Μόλις άκουσα την πόρτα να ανοίγει, έτρεξα να την υποδεχτώ και αυτή μου έδωσε ένα βαζάκι με γλυκό του κουταλιού, όπως έκανε πάντα όταν ερχόταν στο σπίτι μας. Την επόμενη μέρα ήταν ανήμερα των Χριστουγέννων και όλη η οικογένεια πήγαμε στην εκκλησία. Το βράδυ μας περίμενε ένα ξεχωριστό δείπνο σε ένα εστιατόριο με γιαπωνέζικη κουζίνα από το Τόκιο.
   Όταν πέσαμε για ύπνο, σκεφτόμουν πως σε λίγο θα τελειώσουν οι διακοπές και θα γυρίσω και πάλι στο σχολείο... Γιατί; Πόσο θα ήθελα να είμαι στο χωριό μου, εκεί που ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μας και η μάνα μου δε μου γκρινιάζει να διαβάζω!
Ν. Μαρία - Μ. Τζωρτζίνα,  Β2

Κυριακάτικη περιπέτεια
   Το πρωί η μάνα μου με ξύπνησε για να πάμε στην εκκλησία. Ξύπνησε και τον πατέρα για να έρθει μαζί μας, όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν… Μετά την εκκλησία γυρίσαμε σπίτι και ο μπαμπάς μου με βοήθησε να κάνω μια εργασία που είχα για τις Θερμοπύλες. Τότε ακούσαμε την κυρία Νίτσα, τη γειτόνισσα, να φωνάζει «Βοήθεια! Με κλέβουν…». Αμέσως ο μπαμπάς μου φώναξε την αστυνομία, που έφτασε έγκαιρα και έπιασε τους ληστές. Ευτυχώς δεν είχαν πειράξει την κύρια Νίτσα, που για να μας ευχαριστήσει μας έφτιαξε ένα ωραιότατο γλυκό του κουταλιού!
Μ. Δημήτρης, Β2

Μια εκδρομή στην Αθήνα
   Όταν ήμουν μαθήτρια στην έκτη δημοτικού, μια μέρα η διευθύντρια μπήκε στην τάξη μας και μας ανακοίνωσε κάτι πολύ ευχάριστο: θα πηγαίναμε εκδρομή στην Αθήνα! Είχα ξαναπάει σε μικρότερη ηλικία και η πόλη μου άρεσε αρκετά. Οι περισσότεροι από μας σκεφτόμασταν «Να ’σαι καλά, δάσκαλε!», γιατί ο δάσκαλός μας ήταν αυτός που τα κανόνισε όλα.
   Όταν έφτασε η μέρα της εκδρομής, ξυπνήσαμε χαράματα και ξεκινήσαμε αμέσως το ταξίδι μας με το λεωφορείο που ήταν σταθμευμένο δίπλα στο σχολείο. Η διαδρομή ήταν κάπως κουραστική και μεγάλη σε διάρκεια. Όλοι ήθελαν να παίξουν με το iPad του Βασίλη για να περάσει η ώρα…
   Οι μέρες στην Αθήνα κύλησαν πολύ ευχάριστα και, πριν καλά καλά το καταλάβουμε, γυρίσαμε και πάλι στο σχολείο… Οι καλές στιγμές περνάνε γρήγορα τελικά… Γιατί;
Ν. Σόφη, Β2

Μια έκθεση για το καλοκαίρι
   Την πρώτη μέρα στο σχολείο η αγαπημένη φιλόλογος των παιδιών είδε πως οι μαθητές και οι μαθήτριες ανυπομονούσαν να της πουν για τις διακοπές τους.
   «Θα μου γράψετε μια έκθεση για το πώς περάσατε. Έτσι θα ζήσω και εγώ μαζί σας τις διακοπές όλων σας! Ο δικός μου προορισμός ήταν φέτος η εξοχική Λευκάδα…».
   Η Ελένη, βγαίνοντας από το σχολείο, πήγε στη στάση για να επιστρέψει σπίτι της με το λεωφορείο. Το μυαλό της άρχισε να ταξιδεύει στην όμορφη Λήμνο, όπου πέρασε το καλοκαίρι της. Θυμάται έντονα το ταξίδι με το πλοίο και τους ψαράδες που τάιζαν τα δελφίνια στα ανοιχτά της θάλασσας. Ήταν απίστευτο! Άνθρωποι και δελφίνια ήταν φίλοι…
   Η πόλη της Μύρινας έμοιαζε με ζωγραφιά. Δεξιά από το λιμάνι, σε μια μικρή χερσόνησο, ξεχώριζε τ’ άσπρο ξωκλήσι. Η κυρία Νίτσα, η ιδιοκτήτρια του ξενώνα «Του Βασίλη το αγνάντι» τους υποδέχτηκε κερνώντας τους γλυκό του κουταλιού. Το δωμάτιο ήταν τόσο κοντά στη θάλασσα, που η μάνα της έλεγε κάθε πρωινό «Ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μας».
   Εκτός από το καθημερινό κολύμπι, η Ελένη θυμάται και τις μικρές εκδρομές, ειδικά αυτή στη σπηλιά του Φιλοκτήτη. Για να φτάσουν εκεί, πέρασαν από δυο ερημωμένα χωριά. Μισογκρεμισμένα πέτρινα αρχοντικά, που η φύση τα είχε κυριεύσει. «Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας», σκέφτηκε, «σπάνια συναντά κανείς τέτοια ομορφιά.». Άρχισε να σκέφτεται τα κρυστάλλινα νερά και τα παιχνίδια στη θάλασσα…
   Ένα δυνατό κορνάρισμα σταμάτησε την ονειροπόλησή της. Ακόμα ήταν στη στάση! Ποιος ξέρει πόσα λεωφορεία είχαν περάσει… Έπρεπε αμέσως να φύγει. Θα τα ζούσε όλα αυτά ξανά όταν θα τα αποτύπωνε στο χαρτί!
Ρ. Μαρία Μιχαέλα, Β3

Η τρίπλα των ονείρων του Βασίλη
   Ένα παιδί που κοιμάται ενώ ακούει «το νανούρισμα στο γιο μου» που τραγουδά η μάνα του... Τι όμορφη εικόνα, αλήθεια!
   Ο μικρός Βασίλης ονειρεύεται τα λουλούδια της Χιροσίμα, πριν τα μαράνει η ατομική βόμβα. Γιατί; Γιατί να συμβαίνουν τέτοιες καταστροφές; 
   Στο όνειρό του έρχονται εικόνες από το καλοκαίρι που πέρασε στο εξοχικό τους στην Κόρινθο, τότε που έκανε διακοπές πίνοντας ήλιο κορινθιακό… Αχ, εκείνες οι Κυριακές στη θάλασσα! Κολυμπάει σε γαλάζια νερά, όπου άνθρωποι και δελφίνια χαίρονται αγαπημένοι τα κρυστάλλινα νερά των ωκεανών! Τρέχει στα δασωμένα βουνά όπου βασιλεύει ο λύκος, παίζει στα λιβάδια, όπου ο σκαντζόχερος ζει ξένοιαστος, σκαρφαλώνει στα δέντρα, εκεί που τα πουλιά δέλεαρ του Θεού μαγεύουν με το κελάηδημά τους και ο μεταξοσκώληκας φτιάχνει το μαγικό κουκούλι του. Παρακολουθεί σαστισμένος πώς ο μικρός πρίγκιπας και η αλεπού συνομιλούν για την αγάπη και τη φιλία!
   Ακούει στον ύπνο του Μαλαισιακά τραγούδια και το τραγούδι του Γιανγκ... Πετάει σαν πουλί πάνω από ερημωμένα χωριά, αφανισμένα από δόξα και θάνατο, πάνω από κάτασπρα νησιά, βλέπει τ’ ασπρο ξωκλήσι και τους πιστούς να μπαίνουν στην εκκλησία για την κυριακάτικη λειτουργία.
   Στην Ελλάδα ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μας! Τρέχει ο νους του παιδιού κάνοντας την τρίπλα των ονείρων και ξυπνά πλημμυρισμένος χαρά. Ετοιμάστηκε να πάει και πάλι στο σχολείο! Περνάει τα καμένα, τις χαλασμένες γειτονιές μέσα στην πόλη, την Αθήνα του σήμερα στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας, και φτάνει στο σχολείο. Αγοράζει τυρόπιτα από την κυρία Νίτσα στο κυλικείο και μπαίνει στην τάξη.
   Ο δάσκαλος τους μιλάει για τον όρο "μετανάστες", για τους Έλληνες που ξενιτεύονταν και τους διαβάζει δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς, το «Θέλω να πα στην ξενιτιά» και το «Ξενιτεμένο μου πουλί». Ο μικρός ξέρει την ξενιτιά, αφού χθες διάβαζαν στο σπίτι δυο γράμματα της Χαράς, της θείας του, που ζει στη Νότιο Αφρική. Μετά άκουσαν αναμνήσεις της Κωνσταντίνας από τη Γερμανία, μιας μαθήτριας που έζησε εκεί με τους γονείς της για τρία χρόνια. Το μάθημα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον!
   Στο τέλος της ώρας ο δάσκαλος έκανε δυο ανακοινώσεις. Την ερχόμενη εβδομάδα θα πήγαιναν στην παράσταση «Ο Καραγκιόζης. Ένα ελληνικό θέατρο σκιών», ενώ για την άνοιξη προγραμμάτισε εκδρομή με το λεωφορείο, και μάλιστα θα περνούσαν μια Κυριακή στην Κνωσό! Όλοι ενθουσιάστηκαν, γιατί ήξεραν για το μινωικό ανάκτορο, τον Μινώταυρο και την ιστορία του λαβύρινθου. Να ’σαι καλά, δάσκαλε!
Π. Χριστίνα, Β3

Ένα Πάσχα τ’ Απρίλη…
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   Πάσχα τ’ Απρίλη σήμερα! Η μάνα μου με ξύπνησε πρωί-πρωί για να πάμε στην εκκλησία. Εγώ ήθελα να έρθει μαζί μας και ο μπαμπάς, όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν, έλεγε πως ήταν κουρασμένος. Στο προαύλιο της εκκλησίας συνάντησα τη φίλη μου την Καλλιπάτειρα, η οποία είχε έρθει με το λεωφορείο μαζί με τον αδελφό της και τη γιαγιά της. Όταν σχόλασε η εκκλησία, η μητέρα μου μού πρότεινε να πάμε επίσκεψη στην κυρία Νίτσα, μια φίλη της, της οποίας ο άντρας είχε σήμερα τη γιορτή του. Όταν φτάσαμε, μας υποδέχτηκαν πολύ θερμά και η κυρία Νίτσα μας προσέφερε γλυκό του κουταλιού βύσσινο που είχε φτιάξει η ίδια. Έχει ταξιδέψει πολύ μαζί με τον άντρα της, κι έτσι σε όλο το σπίτι υπήρχαν φωτογραφίες και αναμνηστικά από εξωτικά μέρη όπως το Τόκιο, ενώ ακούγονταν Μαλαισιανά τραγούδια. Με την κουβέντα όμως είχε πάει η ώρα δύο το μεσημέρι και έπρεπε να γυρίσουμε στο σπίτι. Στον δρόμο της επιστροφής το ραδιόφωνο μετέδιδε ειδήσεις και μιλούσε για τον πόλεμο στη Συρία, για ερημωμένα χωριά και χαλασμένες γειτονιές. Κοιτούσα έξω από το παράθυρο και αναρωτιόμουν Γιατί; Γιατί να γίνονται πόλεμοι;
Σ. Ιουλία, Β3

Η οδύσσεια των προσφύγων
   Μια μέρα, βγαίνοντας από το σχολείο, μου ήρθαν στο μυαλό κάποιες θλιβερές εικόνες που βλέπουμε πια συχνά στις ειδήσεις. Σκέφτηκα λοιπόν ότι, ενώ εμείς μπορεί να γκρινιάζουμε που γυρίσαμε και πάλι στο σχολείο, ένας αριθμός παιδιών, μεγάλος δυστυχώς, τα παιδιά των προσφύγων, δεν έχει αυτήν την πολυτέλεια…
   Όπως γυρνούσα στο σπίτι μου με το λεωφορείο, αναλογιζόμουν τις δυσκολίες της ζωής αυτών των ανθρώπων. Αποχαιρετούν τα ερημωμένα χωριά και τις χαλασμένες γειτονιές της πατρίδας τους και περπατούν για ώρες, μέρες ολόκληρες, για να φτάσουν σε μια άλλη χώρα, κάπου όπου θα μπορέσουν να νιώσουν ότι είναι πια ασφαλείς, μετά από πολλές περιπέτειες και σημαντικές απώλειες. Αλλά στην Ευρώπη του σήμερα υπάρχουν και χώρες που δεν τους δέχονται και κάνουν τα πάντα για να αποτρέψουν την είσοδό τους σ’ αυτές. Τις χωρίζει το συρματόπλεγμα του αίσχους, που δεν επιτρέπει σ’ αυτούς τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους, που διακινδύνευσαν τη ζωή τη δική τους και των παιδιών τους, να περάσουν σε μία χώρα που θα τους δώσει την ευκαιρία να προχωρήσουν παρακάτω…
   Μέσα σ’ αυτές τις αντίξοες συνθήκες η μάνα, κάθε μάνα, παλεύει να προφυλάξει και να φροντίσει το παιδί της. Αλλά όταν σκέφτεται «Τουλάχιστον μπορώ να χαρίσω ένα νανούρισμα στο γιο μου», ένας κόμπος της στέκεται στον λαιμό, αφού ξέρει ότι στο μακρινό και επικίνδυνο ταξίδι άλλες γυναίκες έχουν χάσει τα παιδιά τους. Γιατί σε κάθε κρυφή ή φανερή γωνιά αυτής της γης όταν πεθαίνει ένα παιδί, υποφέρουν όλες οι μανάδες του κόσμου…
   Οι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι που βλέπουμε στις οθόνες μας δεν είναι μετανάστες. Με τον όρο "μετανάστες" εννοούμε τους ανθρώπους που ταξιδεύουν από την πατρίδα τους σε μία άλλη χώρα με δικιά τους επιλογή, για να φτιάξουν το μέλλον τους. Οι μετανάστες γνωρίζουν πού θα πάνε και τι θα αντικρίσουν και επιλέγουν τον τόπο εγκατάστασής τους. Οι πρόσφυγες όμως διώκονται και αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους παρά τη θέλησή τους... Έχουμε λοιπόν όλοι καθήκον να τους σεβόμαστε και να μην τους αντιμετωπίζουμε ρατσιστικά. 
Χ. Νεφέλη, Β3

Και ένα ποίημα...

Ελληνικό Πάσχα

Πάσχα τ’ Απρίλη έρχεται,
η πόλη άνοιξη μυρίζει
Στις χαλασμένες γειτονιές
η αγάπη ξεχειλίζει.

Ξυπνάμε και η θάλασσα
ξυπνά μαζί μας
,
πίνοντας ήλιο Κορινθιακό.
Στην εκκλησία του χωριού
στήνεται γλέντι γιορτινό!

Τσ. Μαρία, Β3
                                                                                                                                                                                     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.