Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

Για τη φιλία και τους φίλους

Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ Γυμνασίου παρουσιάζουν τις δικές τους "συνταγές" για μια τέλεια φιλία...

Μπισκότα αγάπης και φιλίας
Για τα μπισκότα μας θα χρειαστούν:
♦ 1 κιλό αληθινή αγάπη 
♦ Μισό φλιτζάνι εχεμύθεια
♦ Γενναιοδωρία (όσο πάρει)
♦ 1 μεγάλο κουτάλι υπομονή
♦ 1 φλιτζάνι αποδοχή
♦ 3 κουταλάκια συμπαράσταση
Για τη διακόσμηση: σταγόνες χιούμορ - άχνη ευτυχίας
Εκτέλεση 
   Όλα τα υλικά πρέπει να είναι σε θερμοκρασία δωματίου. Βάζουμε την αληθινή αγάπη να λιώσει, ώστε να βγάλει όλα τα αρώματά της. Χτυπάμε στο μίξερ τη λιωμένη αγάπη μαζί με την εχεμύθεια και συμπληρώνουμε με όση γενναιοδωρία βλέπουμε ότι χρειάζεται. Αφήνουμε το μείγμα να ξεκουραστεί για λίγο, προσθέτουμε την υπομονή και το ξαναχτυπάμε μέχρι να γίνει αφράτο.
   Σε ένα άλλο μπολ, κοσκινίζουμε καλά την αποδοχή. Την ανακατεύουμε με τη συμπαράσταση και μετά ζυμώνουμε όλα τα υλικά μαζί. Θέλουμε μια ζύμη δεμένη, αλλά εύπλαστη! 
   Όταν η ζύμη μας είναι έτοιμη, την απλώνουμε και την κόβουμε με κουπ πατ σε όποιο σχήμα μας αρέσει. Στρώνουμε αντικολλητικό χαρτί ψησίματος σε μια λαμαρίνα και βάζουμε με προσοχή τα μπισκότα, με κάποια απόσταση μεταξύ τους, για να μην κολλήσουν. Τα στολίζουμε με σταγόνες χιούμορ και τα ψήνουμε μέχρι να ροδίσουν. 
   Πριν σερβίρουμε τα μπισκότα της φιλίας, τα πασπαλίζουμε με άχνη ευτυχίας. 
   Καλούμε τους φίλους μας να απολαύσουμε όλοι μαζί αυτά τα νόστιμα μπισκότα, που σίγουρα θα μας θυμίζουν στο μέλλον υπέροχες στιγμές!

Τ. Φωτεινή

Συνταγή για μια φιλία που διαρκεί! 
Υλικά 
✔ Αφοσίωση
✔ Συνέπεια 
✔ Ειλικρίνεια
✔ Εμπιστοσύνη
✔ Αλληλοσεβασμός
✔ Κατανόηση
✔ Αμοιβαία υποστήριξη
✔ Αποδοχή
   Δεν έχετε παρά να ανακατέψετε καλά όλα τα συστατικά της φιλίας μεταξύ τους, να φτιάξετε ένα σφιχτό μείγμα και να του δώσετε όποιο σχήμα προτιμάτε.
   Η συνταγή μας δε δίνει ακριβείς ποσότητες στα υλικά… Πρέπει να πειραματιστείτε μόνοι σας, για να φτιάξετε τη φιλία που σας ταιριάζει!
Π. Έρικα

Τέλεια συνταγή: το κέικ της φιλίας
Υλικά
1 κούπα αγάπη για όλες τις χρήσεις
3 κρόκους ανιδιοτέλειας
250 γραμμάρια εμπιστοσύνη
150 γραμμάρια κατανόηση
1 κουταλάκι του γλυκού υπομονή 
Μισή κούπα χημεία
Ψιλοκομμένη ειλικρίνεια (για το γαρνίρισμα)
Εκτέλεση 
   Προθερμαίνουμε τον φούρνο. Παίρνουμε ένα μεγάλο μπολ και ρίχνουμε πρώτα το βασικό συστατικό, την αγάπη. Προσθέτουμε τους 3 κρόκους ανιδιοτέλειας και ανακατεύουμε καλά. Όταν το μείγμα γίνει ομοιογενές και χωρίς σβόλους, ρίχνουμε την εμπιστοσύνη, την κατανόηση και το κουταλάκι της υπομονής. Τελευταία βάζουμε τη χημεία, για να δέσει το γλυκό! Απλώνουμε σε ένα ταψάκι σε σχήμα καρδιάς και ψήνουμε μέχρι να φουσκώσει το κέικ και να πάρει ωραίο χρώμα. Μόλις κρυώσει, πασπαλίζουμε με ψιλοκομμένη ειλικρίνεια. Έτοιμο!
   Τα υλικά που θα χρειαστούμε τα έχουμε όλοι, αλλά πρέπει να ψάξουμε λίγο για τα βρούμε…

Π. Παναγιώτης 

...Αλλά και καταθέτουν τις σκέψεις και τους προβληματισμούς τους για τη φιλία στις μέρες μας ή χαρίζουν ένα δώρο στον καλύτερό τους φίλο!

Περί φιλίας...
   Η φιλία αποτελεί σημαντική αξία σε κάθε εποχή και για κάθε ηλικία. Μια αληθινή φιλία καλύπτει την ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία και βοηθάει στην ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του, καθώς στο πλαίσιό της μαθαίνει να είναι ανιδιοτελής και να περιορίζει τον εγωισμό του. Όταν έχεις καλούς φίλους, με τους οποίους μπορείς να μοιραστείς τόσο τις ευχάριστες όσο και τις δύσκολες στιγμές, η χαρά γίνεται μεγαλύτερη και η λύπη λιγότερη. Η φιλία δίνει νόημα στη ζωή και είναι ανεκτίμητο αγαθό για τον άνθρωπο!
   Αλλά η δημιουργία μιας αληθινή φιλίας δεν είναι εύκολη υπόθεση… Το στήριγμά της είναι, πρώτα απ’ όλα, η εκτίμηση και ο αλληλοσεβασμός. Παράλληλα, μεταξύ των φίλων επιβάλλεται να υπάρχει αμοιβαία κατανόηση και ειλικρίνεια. Δεν μπορεί να λείπει και η εχεμύθεια, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την καλλιέργεια της εμπιστοσύνης. 
   Ο ιδανικός φίλος θα σε αποδεχτεί έτσι όπως είσαι, χωρίς να προσπαθεί να σε αλλάξει. Ποτέ δε θα σε κακολογήσει πίσω από την πλάτη σου και η κριτική του θα είναι πάντα καλοπροαίρετη. Θα βρει χρόνο για σένα και θα ενδιαφερθεί να σε ακούσει. Εκεί όμως που οι φιλίες δοκιμάζονται πραγματικά είναι στα δύσκολα… Όταν βρεθείς σε ανάγκη, αυτοί που είναι πραγματικοί σου φίλοι θα σταθούν στο πλευρό σου και θα σε υποστηρίξουν με όποιο τρόπο μπορούν. 
   Ωστόσο, ειδικά στην εποχή μας, οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν αλλοτριωθεί. Ο χρόνος δεν υπάρχει, η ιδιοτέλεια και η καχυποψία κυριαρχούν. Γι’ αυτό μια ειλικρινής και μακροχρόνια φιλία είναι σήμερα κάτι που δύσκολα και σπάνια το συναντάς…
Σ. Σωτήρης

Αλκίνοος Ιωαννίδης & Τζίμης Πανούσης - Εγώ κι εσύ μαζί
Ένα τραγούδι για τον καλύτερό μου φίλο 

Όταν η τύχη σου θα 'ναι φευγάτη,
και συ μακριά απ' το ζεστό σου κρεβάτι
Τότε θυμήσου τη χρυσή συμβουλή
Εγώ κι εσύ μαζί

Τα βάσανά σου είναι και δικά μου,
και για τους δυο μας χτυπάει η καρδιά μου
Δυο φιλαράκια με μια ψυχή
Εγώ κι εσύ μαζί

Μπορείς αν θες
να βρεις πιο έξυπνους φίλους,
Να 'ναι μεγάλοι και πιο δυνατοί
Μπορείς!
Αλλά να ξέρεις τη δικιά μου αγάπη
δεν θα στη δώσει, φιλαράκο, κανείς

Κι όσο περνάνε και φεύγουν τα χρόνια
και η φιλία μας θα μένει αιώνια
Είναι γραφτό μας, μοίρα κοινή...
Εγώ κι εσύ μαζί!

   Καλέ μου φίλε, θέλω να ξέρεις πως, ακόμα κι όταν η τύχη δε σου χαμογελάει, εγώ θα είμαι δίπλα σου. Γιατί φίλος μπορεί να λέγεται μόνο αυτός που πονάει με τα βάσανά σου, αυτός που έχετε μια καρδιά και μια ψυχή. Δεν είμαι τέλειος, ούτε ίσως ο πιο έξυπνος… Αλλά να ξέρεις πως σ’ αγαπώ σαν αδελφό μου και σε δέχομαι όπως είσαι. Κι αυτό δεν είναι εύκολο να το βρεις στη ζωή… Πιστεύω πως η φιλία μας θα αντέξει στο πέρασμα του χρόνου και δε θα χωρίσουμε ποτέ!
   Εγώ κι εσύ, κολλητέ μου, μαζί για πάντα!
Τ. Ξενοφών

Ένα δώρο για τον καλύτερό μου φίλο 
   Το ποδήλατό μου είναι για μένα ένα από τα πιο σημαντικά και αγαπημένα μου πράγματα. Με τον κολλητό μου περνάμε πολύ ωραία κάνοντας βόλτα στην Καλαμαριά με τα ποδήλατα. Μάλιστα σχεδιάζουμε να κάνουμε σύντομα μια από τις μεγαλύτερες βόλτες της ζωής μας! 
   Μεγαλώνοντας, θα ήθελα να χαρίσω στον καλύτερο φίλο μου το ποδήλατό μου, για να θυμάται τις όμορφες στιγμές, αλλά και τις αναποδιές που έχουμε περάσει μαζί στην εφηβεία μας και, αν κάποτε χωριστούμε, να το κοιτάει και να με θυμάται…

Μ. Μύρων

Ο μικρός πρίγκιπας και η αλεπού

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του αποσπάσματος από τον "Μικρό πρίγκιπα" του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ με τίτλο "Ο μικρός πρίγκιπας και η αλεπού", οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ Γυμνασίου ζωγράφισαν...

Ο μικρός πρίγκιπας και το τριαντάφυλλό του
Σ. Δομνίκη
Μπροστά στον τριανταφυλλόκηπο
Τ. Χιονία
Ο μικρός πρίγκιπας και η αλεπού
Π. Ελεάννα

...Ή προτίμησαν να γράψουν μια σελίδα στο ημερολόγιο του μικρού πρίγκιπα, του τριαντάφυλλου ή της αλεπούς.

Από το ημερολόγιο του μικρού πρίγκιπα
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   Η γη, αυτός ο πλανήτης που βρέθηκα, είναι πολύ παράξενη! Η σημερινή μέρα μού επιφύλαξε πολλές συγκινήσεις και εκπλήξεις…
   Το πρώτο που συνάντησα τι λες να ήταν; Ένας κήπος γεμάτος τριαντάφυλλα! Απίστευτο, χιλιάδες τριαντάφυλλα ολόιδια με το δικό μου! Έμεινα κατάπληκτος. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου.... Τα έκλεισα και τα ξανάνοιξα, μήπως και ήταν όνειρο, αλλά τα τριαντάφυλλα ήταν και εκεί και με καλημέρισαν.
   Αμέσως σκέφτηκα πώς θα αντιδρούσε το δικό μου τριαντάφυλλο, αν μάθαινε ότι δεν είναι το μοναδικό που υπάρχει. Γιατί δεν πιστεύω πως μου είπε ψέματα, σίγουρα αυτό νομίζει για τον εαυτό του… Ασφαλώς θα του κακοφαινόταν πολύ, θα ένιωθε ταπεινωμένο που δεν είναι τελικά παρά ένα απλό τριαντάφυλλο, όμοιο με πολλά άλλα. Ίσως προσποιούνταν πως πεθαίνει από την ταραχή του, για να με κάνει να τρέξω να το περιποιηθώ. Μπορεί ακόμα και να αφηνόταν να πεθάνει στ’ αλήθεια από τη ντροπή του…
   Ύστερα σκέφτηκα και μένα… Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευα ότι ήμουν ξεχωριστός, γιατί μπορούσα να χαίρομαι το μόνο τριαντάφυλλο στον κόσμο. Μπορεί να με κούραζε με τις συνεχείς απαιτήσεις και τα νάζια του, αλλά ήταν δικό μου! Μπροστά στα χιλιάδες τριαντάφυλλα κατάλαβα πως ο καθένας μπορούσε να έχει ένα τόσο κοινό λουλούδι… Ένιωσα ότι είμαι φτωχός και ασήμαντος.
   Δεν άντεξα άλλο… Έπεσα κάτω στο χορτάρι και άρχισα να κλαίω. Σ’ αυτή την κατάσταση με βρήκε η αλεπού, ένα υπέροχο πλάσμα που ζει εδώ, στη γη. Πιάσαμε την κουβέντα και μπορώ να πω πως ξεχάστηκα. Εντυπωσιάστηκε που είμαι από άλλο πλανήτη και μου ζήτησε να την ημερώσω. Μου είπε πως έτσι θα δημιουργήσουμε δεσμούς μεταξύ μας και θα γίνουμε μοναδικοί ο ένας για τον άλλο. Μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον…
   Αύριο θα ξεκινήσουμε το ημέρωμα! Ανυπομονώ…
Μ. Ελευθερία

Από το ημερολόγιο του τριαντάφυλλου
Αγαπητό ημερολόγιο,
   Δε θα πιστέψεις τι έγινε σήμερα! Εκεί που ξεκουραζόμουνα στην όμορφη γυάλα μου, είδα τον κύριο Ταχυδρόμο, με το περιποιημένο μουστάκι του, να με πλησιάζει και να μου δίνει ένα γράμμα. «Επιτέλους, ο αγαπημένος μου μικρός πρίγκιπας μου στέλνει νέα του!», σκέφτηκα. Χάρηκα τόσο, που ένα μπουμπούκι μου άνοιξε!
   Όταν όμως άρχισα να διαβάζω το γράμμα, κοκκίνισα σαν τριαντάφυλλο που είμαι... Ο φίλος μου μου έγραφε πως, με το που έφτασε στον πλανήτη των ανθρώπων, συνάντησε έναν κήπο με χιλιάδες ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ! Αδύνατο να το πιστέψω! Εγώ και μόνο είμαι το πανέμορφο, το καταπληκτικό, το μοναδικό τριαντάφυλλο στον κόσμο. Δεν μπορεί, κάποιο λάθος θα έχει γίνει… Ίσως ο μικρός πρίγκιπας είδε κάποια άλλα λουλούδια που μου μοιάζουν κάπως, αλλά σίγουρα είμαι πολύ πιο όμορφο από αυτά.
   Αλλά τα χειρότερα δεν τα είχα διαβάσει ακόμα… Εκτός από τα «τριαντάφυλλα», ο πρίγκιπάς μου συνάντησε και μια αλεπού, που ήταν, λέει, πολύ όμορφη, και αποφάσισε να την ημερώσει και να γίνουν φίλοι. ΟΧΙ! Δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό, ο μικρός πρίγκιπας είναι δικός μου και μόνο δικός μου. Δε θέλω να τον μοιράζομαι με κανέναν άλλο! 
   Είμαι στεναχωρημένο, ημερολόγιό μου, και φοβάμαι, φοβάμαι πολύ. Αν ο μικρός πρίγκιπας γίνει τελικά φίλος με την αλεπού κι εμένα με ξεχάσει; Αν δεν επιστρέψει ποτέ κοντά μου, στον πλανήτη μας; Αν και πριν φύγει για το μακρινό του ταξίδι πολλές φόρες του γκρίνιαζα και τον ταλαιπωρούσα με τις ιδιοτροπίες μου, τον αγαπώ και δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν. Θα έχω άραγε την ευκαιρία να του το πω ή τον έχασα για πάντα;
Χ. Φωτεινή

Από το ημερολόγιο της αλεπούς
Αγαπημένο μου ημερολόγιο, 
   Κλαίω… Κλαίω, γιατί έφυγε ο φίλος μου, ο μικρός μου πρίγκιπας με τα χρυσαφένια μαλλιά. Σήμερα ήρθε να με αποχαιρετήσει. Με είδε στεναχωρημένη και με ρώτησε τι κέρδισα από το ημέρωμά μου, αφού θα κλάψω. Ακόμα δεν είχε καταλάβει… Του αποκρίθηκα ότι είμαι κερδισμένη, αφού μου μένει το χρώμα του σταριού. Μου μένουν, βέβαια, πολλά περισσότερα. Η εικόνα του, η σκέψη του, το ότι γίναμε φίλοι… Αλλά αυτά δεν του τα είπα.
   Τον έστειλα να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα. Ήμουν σίγουρη ότι αυτό θα τον έκανε να νιώσει τι σημαίνει το ημέρωμα… Τώρα ήταν αρκετά ώριμος, ώστε να συνειδητοποιήσει τι έκανε το δικό του τριαντάφυλλο ξεχωριστό, διαφορετικό από κάθε άλλο τριαντάφυλλο στον κόσμο.
   Σαν αποχαιρετιστήριο δώρο, χάρισα στον φίλο μου το μυστικό μου: «Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.». Εκεί που τα μάτια βλέπουν εκατό χιλιάδες τριαντάφυλλα, ίδια και απαράλλαχτα μεταξύ τους, η καρδιά μπορεί να ξεχωρίσει το ένα και μοναδικό. Και για μένα, πριν με ημερώσει, ο μικρός πρίγκιπας δεν ήταν παρά ένα αγοράκι όμοιο με κάθε άλλο. Αλλά όχι πια… Τώρα είναι αυτό που παρηγόρησα όσο έκλαιγε. Αυτό που προσπάθησα να απαντήσω στις ατελείωτες ερωτήσεις του. Αυτό που του αφιέρωσα και μου αφιέρωσε χρόνο για να με ημερώσει. Αυτό που αγαπάω…
   Από αύριο θα είμαι πάλι μοναχική, αλλά όχι πια μόνη. Θα ξέρω πως κάπου εκεί έξω έχω έναν φίλο. Κάπου μακριά ίσως, σε ένα από τα μυριάδες φωτάκια στον ουρανό, θα είναι ο μικρός μου πρίγκιπας. Και θα με σκέφτεται…
Χ. Αριάδνη

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018

Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν...

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του διηγήματος της Έλλης Αλεξίου "Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν..." οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β' Γυμνασίου ζωγράφισαν...

Τα δυο αδέλφια
Σ. Δομνίκη
Ο σιδηρόδρομος
Π. Έρικα
Μπροστά στη βιτρίνα
Π. Ελισάβετ

Τ. Δημήτρης

Άλλοι/ες έγραψαν μια σελίδα στο ημερολόγιο του Πέτρου, της Αγγελικούλας ή ενός από τα παιδιά που ήθελαν να αποκτήσουν τον σιδηρόδρομο...

Από το ημερολόγιο του Πέτρου
Αγαπητό ημερολόγιο, 
   Σήμερα που βγήκαμε στην οδό Αιόλου, αφήσαμε τη μαμά να ζητιανέψει κι εγώ με την αδελφή μου, την Αγγελική, πήγαμε σε όλες τις βιτρίνες με τα παιχνίδια! Της Αγγελικής της άρεσε μια κούκλα που έχει μηχανισμό και κουνάει το κεφάλι της κι εμένα με ξετρέλανε ο τεράστιος σιδηρόδρομος! Είναι σαν αληθινός και όλα τα παιδιά τον θαυμάζουν. Αχ, πότε θα έρθει ο μπαμπάς να μου τον πάρει, τον θέλω πάρα πολύ… Η μαμά είπε πως θα γυρίσει μέχρι τα Φώτα και δε βλέπω την ώρα και τη στιγμή. Αλλά ανησυχώ, γιατί δε βλέπω τον σιδηρόδρομο να μένει για πολύ στη βιτρίνα. Άκουσα τα παιδιά που τον χαζεύαμε μαζί να λέει το καθένα ότι αυτό θα τον αποκτήσει. Έχουν, βλέπεις, και τους δύο γονείς τους κοντά τους ή ένα κάρο συγγενείς, και θα τον ζητήσουν για χριστουγεννιάτικο δώρο… Ο μπαμπάς πρέπει να βιαστεί! Αν γυρίσει από την εξορία, όλα θα πάνε καλά. Ας ελπίσουμε ότι οι κακοί άνθρωποι θα τον αφήσουν…
Π. Παναγιώτης

Αγαπημένο μου ημερολόγιο.
   Φέτος τα Χριστούγεννα ζήτησα από τον Αι-Βασίλη δύο πράγματα. Ίσως γι’ αυτό δε μου χάρισε κανένα… Ήθελα να αποκτήσω εκείνο τον θαυμάσιο σιδηρόδρομο, που σου έχω γράψει τόσα γι’ αυτόν. Αλλά πάνω απ’ όλα ήθελα να γυρίσει κοντά μας ο μπαμπάς, που καλά καλά δεν τον ξέρουμε. Ονειρευόμουν τον γυρισμό του και έλπιζα πως θα μπορούσε να μου πάρει και το δώρο που λαχταρούσα. Αλλά κανένας μπαμπάς δεν επέστρεψε στο σπίτι του από την εξορία και οι φετινές γιορτές μόνο χαρούμενες δεν ήταν για μας…
   Είμαι πολύ λυπημένος και απογοητευμένος… Αλλά στην αδελφή μου δεν μπορώ να μιλήσω, γιατί είναι μικρή και δε θα με καταλάβει. Στη μαμά πάλι δε θέλω να μιλήσω, γιατί θα τη στεναχωρήσω, κι έχει τόσα στο κεφάλι της… Ευτυχώς που έχω εσένα, καλό μου ημερολόγιο, για να πω αυτά που νιώθω! 
Τ. Χιονία

Από το ημερολόγιο της Αγγελικούλας
Καλό μου ημερολόγιο,
   Σήμερα σηκώθηκα πρωί πρωί και έτρεξα να ξυπνήσω τον αδερφό μου, τον Πέτρο, να ετοιμαστεί, για να βγούμε να πούμε τα κάλαντα. Ήμουν πολύ χαρούμενη και ανυπομονούσα να πάμε στην οδός Αιόλου με τα λαμπερά μαγαζιά και τις στολισμένες βιτρίνες! Βέβαια, η μαμά δε φαινόταν να χαίρεται καθόλου. Όλο μετρούσε σκεφτική κάτι ψιλά που έβγαλε από την τσέπη της. Έφυγε βιαστικά και μετά από λίγο γύρισε με ένα καρβέλι ψωμί. Δε βιαζόταν να φύγουμε. Φοβόταν μην κρυώσουμε και ήθελε να μας ντύσει ζεστά. Αλλά εγώ έχω γίνει πια ολόκληρη κοπέλα και η μαμά δεν έβρισκε κάτι που να μου κάνει… Έτσι, μου δάνεισε το σάλι της. Με τύλιξε μ’ αυτό καλά καλά και μου το έδεσε με ένα κορδόνι, για να μη μου φεύγει. Αν και δυσκολευόμουν λίγο να κουνήσω τα χέρια μου, δεν μπορώ να πω, ήταν πολύ ζεστό και μαλακό.
   Ξεκινήσαμε για το κέντρο με τα πόδια. Δεν ήταν κοντά, αλλά κάναμε και βόλτα και δε με πείραζε. Μόνο που λάσπωσα τα αρβυλάκια μου… Αφού φτάσαμε επιτέλους, η μαμά στάθηκε σε μια γωνιά, για να ξέρουμε πού να τη βρούμε, και εγώ μαζί με τον Πέτρο πήγαμε χεράκι χεράκι να πούμε τα κάλαντα. Αλλά πρώτα σταθήκαμε στη βιτρίνα με τον σιδερόδρομο. Εμένα μου άρεσε μια ωραία κούκλα που περπατάει και μιλάει, αλλά ο Πέτρος είναι αγόρι… Και είναι αλήθεια πως ο σιδερόδρομος έχει το χάζι του! Ανεβαίνει και κατεβαίνει βουνά, περνάει πάνω από μια γέφυρα και μετά τρυπώνει σε ένα τούνελ και χάνεται, ώσπου μετά από λίγο να σου τον από την άλλη μεριά της βιτρίνας! Άσε που τα φώτα του αναβοσβήνουν σαν αληθινά! Ένα σωρό παιδιά είχαν μαζευτεί εκεί μπροστά και τον κοιτούσαν με το στόμα ανοιχτό. Όταν θα γυρίσει ο μπαμπάς από την εξορία, πιστεύω πως θα μας τον αγοράσει. 
   Επιστρέψαμε στο σπίτι κουρασμένοι. Είχα ξαπλώσει για ύπνο, όταν ξαφνικά χτύπησε η πόρτα! Αμέσως πετάχτηκα από το κρεβάτι να δω ποιος είναι. Είχα μια ελπίδα πως θα ήταν ο μπαμπάς! Ο Πέτρος έτρεξε κι αυτός και με πρόλαβε. Είναι πιο μεγάλος, γι’ αυτό! Όμως τζάμπα τρέχαμε… Ήταν η γειτόνισσα, που ήρθε να μας αφήσει δύο κουπάκια κόλλυβα από την κηδεία του πεθερού της... Εμείς απογοητευτήκαμε, αλλά τουλάχιστον η μαμά χάρηκε πολύ!
   Πόσο θα ήθελα να γυρίσει σύντομα κοντά μας ο μπαμπάς! Αυτό θα είναι το καλύτερο δώρο για όλους μας…
Χ. Γιώργος

Από το ημερολόγιο του παιδιού του καθηγητή
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   Πλησιάζουν οι γιορτές, και οι γιορτές σημαίνουν δώρα! Και φέτος ξέρω πολύ καλά τι θέλω… Σήμερα πάλι κόλλησα να χαζεύω εκείνο τον υπέροχο σιδηρόδρομο που σου έχω πει. Είναι το όνειρό μου να τον αποκτήσω, αφού, όπως ξέρεις, θα ήθελα να γίνω οδηγός τρένου, όταν μεγαλώσω. Αλλά δεν είμαι ο μόνος που τον λαχταρά. Μπροστά στη βιτρίνα είχαν μαζευτεί ένα σωρό παιδιά και όλα φώναζαν ενθουσιασμένα, όταν το τρενάκι χανόταν μέσα στο τρυπημένο βουνό κι εμφανιζόταν μετά από την άλλη μεριά. Πολλά παιδιά τα γνώριζα από το σχολείο και πιάσαμε την κουβέντα. Ο ένας έλεγε τούτο κι άλλος το άλλο για το πώς θα αποκτήσει τον σιδηρόδρομο, και τότε πετάχτηκε ένα παιδί που δεν το ήξερα και είπε ότι θα του τον αγοράσει ο μπαμπάς του. Όλοι γυρίσαμε και τον κοιτάξαμε. Κρατούσε από το χέρι ένα μικρότερο κοριτσάκι, αδελφή του θα ήτανε, και ήταν και οι δυο φτωχοντυμένοι. Τα παπούτσια τους χάλια, μες στη λάσπη. Σαν ζητιανάκια έμοιαζαν… Απόρησα και τον ρώτησα τι δουλειά κάνει ο πατέρας του κι αυτός μου είπε ότι είναι στην εξορία, αλλά τον περιμένουν να γυρίσει πριν από την Πρωτοχρονιά. Στεναχωρήθηκα γι’ αυτόν… Φαντάζομαι πως είναι πολύ δύσκολο να μεγαλώνει ένα παιδί χωρίς τον πατέρα του. Αλλά πάλι δε σκέφτεται ότι ένας μπαμπάς που μόλις έχει επιστρέψει από την εξορία δε θα έχει την οικονομική άνεση να αγοράσει στο παιδί του ένα τόσο ακριβό παιχνίδι;
   Άλλωστε, τον σιδηρόδρομο θα τον αποκτήσω εγώ, όταν ο μπαμπάς μου πάρει τον δεύτερο μισθό που θα τους δώσουνε για τις γιορτές!
Τ. Βασίλης

Και μια πρόταση για το οπισθόφυλλο του διηγήματος!

Μια μητέρα μόνη. Δυο μικρά παιδιά και ένας πατέρας στην εξορία. Ένας πατέρας που δεν έχει γνωρίσει τα παιδιά του, παρά μόνο από μια φωτογραφία. Η μητέρα αγωνίζεται για την επιβίωση της οικογένειάς της. Αλλά τα παιδιά είναι παιδιά… Δεν καταλαβαίνουν. Διεκδικούν με τον δικό τους τρόπο το δικαίωμά τους στο παιχνίδι, το όνειρο, την παιδική ηλικία. Ένα μαγικό τρενάκι γίνεται το επίκεντρο της ζωή τους. Αλλά σε έναν τόσο σκληρό κόσμο υπάρχει χώρος για όνειρα; 
Τ. Φωτεινή

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

Ο Βάνκας

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του διηγήματος του Άντον Τσέχωφ "Ο Βάνκας" οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ Γυμνασίου εκφράστηκαν μέσα από τη ζωγραφική ή το κόμικς...

Ο Βάνκας
Ζ. Αναστασία, Α1
Παππούς και εγγονός
Θ. Ελεάννα, Α2
Το γράμμα
Γ. Κωνσταντίνα, Α1

Άλλοι/ες προτίμησαν να δώσουν ένα άλλο τέλος στο διήγημα, επεκτείνοντας την ιστορία του Βάνκα. 

   Πέρασαν και οι γιορτές και ο παππούς δεν ερχόταν… Ο Βάνκας άρχισε να αναρωτιέται μήπως δεν είχε λάβει το γράμμα του. Αλλά τα αφεντικά του τον έδερναν και τον κακομεταχειρίζονταν όλο και περισσότερο, και δεν άντεχε να περιμένει άλλο. Έτσι, μια μέρα που έμεινε μόνος στο μαγαζί αποφάσισε να το σκάσει. Ο χειμώνας είχε περάσει και δε φοβόταν πια ότι θα πέθαινε στον δρόμο από το κρύο. Μάζεψε το κουράγιο του και τα λιγοστά πράγματά του κι έφυγε!
   Για καλή του τύχη, βγαίνοντας από την πόλη, συνάντησε μια καρότσα που κατευθυνόταν προς την περιοχή όπου βρισκόταν το χωριό του και ο αμαξάς, όταν του είπε την ιστορία του, δέχτηκε να τον πάρει μαζί του. Η διαδρομή του φάνηκε ατέλειωτη… Δεν έβλεπε την ώρα να συναντήσει τον αγαπημένο του παππού. Ήταν σίγουρος ότι, όταν μάθαινε τα βάσανά του, θα τον κρατούσε να ζήσει κοντά του… 
   Η καρότσα τον άφησε μια μέρα δρόμο από το χωριό και ο Βάνκας συνέχισε με τα πόδια. Όταν επιτέλους είδε το σπίτι από μακριά, η καρδιά του πήγε να σπάσει! Κουρασμένος και πεινασμένος, αλλά γεμάτος χαρά, χτύπησε την πόρτα. Του άνοιξε μια από τις υπηρέτριες και τον οδήγησε στην κουζίνα. Εκεί τον καλοδέχτηκαν και του έβαλαν κάτι να φάει, αλλά, όταν ρώτησε για τον παππού του, οι υπηρέτριες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να του πουν τα τρομερά νέα… Ο παππούς είχε πεθάνει! Σε μια στιγμή ο κόσμος του Βάνκα γκρεμίστηκε. Είχε χάσει και το τελευταίο στήριγμα που του είχε απομείνει στη ζωή... Έβγαλε μια σπαρακτική κραυγή και λιποθύμησε.
   Όταν άνοιξε τα μάτια του, αντίκρισε το γλυκό πρόσωπο της κυρίας Ζιβάρεφ, που του χαμογελούσε. Δίπλα της ήταν και η αγαπημένη του Όλγα Ιγκνάτιεβνα. Φορούσαν μαύρα… Του είπαν πως και ο κύριος Ζιβάρεφ είχε φύγει από τη ζωή πριν από λίγο καιρό. Ο Βάνκας άρχισε να κλαίει πικρά. Ανάμεσα στους λυγμούς του, αφηγήθηκε στις δύο γυναίκες όλα όσα είχε τραβήξει στη Μόσχα κοντά στον απάνθρωπο Αλιάχιν. Τον άκουγαν με προσοχή και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια τους…
   Έμεινε αρκετές μέρες στο κρεβάτι. Η ταλαιπωρία και η στεναχώρια τον είχαν αρρωστήσει. Μάνα και κόρη τον περιποιούνταν με στοργή, μέρα νύχτα. Και όταν έγινε καλά, η κυρία Ζιβάρεφ του είπε πως θέλει να συζητήσουν κάτι πολύ σοβαρό. Ο καημένος ο Βάνκας φοβήθηκε πως θα τον έστελνε πίσω στο τσαγκαράδικο, αλλά όχι… Το δράμα του δύστυχου ορφανού είχε συγκινήσει βαθιά την καλή γυναίκα και αυτό που του είπε ήταν πως, αν το ήθελε κι αυτός, θα τον υιοθετούσε και θα τον μεγάλωνε σαν δικό της παιδί! Η Όλγα Ιγκνάτιεβνα θα γινόταν αδελφή του…
   Ο Βάνκας μεγάλωσε χωρίς να του λείψει τίποτα, κοντά σε ανθρώπους που αγαπούσε και τον αγαπούσαν. Μορφώθηκε και απέκτησε πολλά πλούτη. Αλλά ποτέ δεν ξέχασε τα βάσανα που πέρασε ως παιδί. Μαζί με την Όλγα Ιγκνάτιεβνα, ίδρυσε ένα ορφανοτροφείο, για να έχουν πού να βρουν καταφύγιο παιδιά μόνα και δυστυχισμένα, όπως ήταν ο ίδιος κάποτε…
Κ. Μιχάλης, Α2

   Εκεί που ο Βάνκας έτρεχε βιαστικός να ρίξει το γράμμα του στο ταχυδρομικό κουτί, έπεσε ξαφνικά πάνω στον ίδιο τον παππού του! Το αγαπημένο του εγγονάκι του είχε λείψει πολύ και είχε έρθει να το δει και να περάσουν μαζί τις γιορτές. Ο Βάνκας, τρελός από τη χαρά του, ρίχτηκε στην αγκαλιά του παππού… Αυτός ήθελε να μπούνε στο μαγαζί του Αλιάχιν, γιατί είδε πως ο μικρός, που ήταν με το πουκαμισάκι μονάχα, τουρτούριζε από το κρύο, αλλά ο εγγονός του τον τράβηξε παράμερα φοβισμένος και του έδωσε το γράμμα που του είχε γράψει. Ο παππούς το πήρε και, καθώς το διάβαζε, δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Αυτός είχε στείλει τον Βάνκα στη Μόσχα για να μάθει μια τέχνη και να έχει στο μέλλον μια καλύτερη ζωή. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως υπάρχουν άνθρωποι που θα βασάνιζαν τόσο ένα μικρό ανυπεράσπιστο παιδάκι… Όταν τελείωσε το γράμμα, ο Κωνσταντής Μακάριτς ήταν πολύ θυμωμένος. Δεν ήθελε να αφήσει εκεί τον εγγονό του ούτε ένα λεπτό παραπάνω και, πριν καν γυρίσει ο Αλιάχιν από την εκκλησία, οι δυο τους είχαν γίνει άφαντοι!
   Ο παππούς πήρε μαζί του τον Βάνκα στο χωριό, όπου έζησε ελεύθερος και ευτυχισμένος. Και, όταν μεγάλωσε πια, επειδή ήταν καλό και άξιο παιδί, ο κύριος και η κυρία Ζιβάρεφ τον έκαναν επιστάτη στα κτήματά τους. Παππούς και εγγονός δε χωρίστηκαν ποτέ ξανά. Ο Βάνκας φρόντισε τον παππού με αγάπη στα γεράματά του και, όταν πέθανε, παρακαλούσε τον Θεό να αναπαύσει την ψυχή του, όπως του είχε υποσχεθεί στο γράμμα του…
Κ. Χριστίνα - Λ. Αγλαΐα, Α3

Και μία αφίσα, εμπνευσμένη από την ιστορία του Βάνκα και το δράμα της παιδικής κακοποίησης...

Π. Ιωάννα, Α2

Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Ο παππούς και το εγγονάκι

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του αφηγήματος του Λ. Τολστόι με τίτλο "Ο παππούς και το εγγονάκι" οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ Γυμνασίου αναδιηγήθηκαν την ιστορία, υιοθετώντας την οπτική γωνία του παππού ή του εγγονού...

Ο παππούς
   Τώρα που γέρασα η ζωή έχει γίνει πολύ δύσκολη για μένα… Τα πόδια μου δε με βαστάνε πια και είμαι ανήμπορος. Και το πιο απλό πράγμα μου φαίνεται άθλος! Να, τις προάλλες έσπασα κατά λάθος το πήλινο πιάτο στο οποίο έτρωγα. Δεν ξέρω πώς έγινε, ήταν σαν να έφυγε μόνο του από τα χέρια μου… Η νύφη μου άρχισε να με μαλώνει, λέγοντας πως όλο κάνω ζημιές στο σπίτι. Και ο γιος μου δεν είπε τίποτα για να υπερασπιστεί τον πατέρα του, σαν να φταίω εγώ που γέρασα… Για να μην ξανασπάσω κανένα πιάτο θα μου βάζουν να τρώω από δω και μπρος σε μια ξύλινη γαβάθα. Στεναχωρήθηκα τόσο, που ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Στο περιθώριο λοιπόν… Δε θα τρώω πια μαζί με την οικογένειά μου στο τραπέζι σαν άνθρωπος. 
   Νιώθω ότι έχω γίνει για τους δικούς μου ένα περιττό βάρος. Αχ, ένας Θεός ξέρει πόσο χρειάζομαι μια καλή κουβέντα, λίγη στοργή και κατανόηση, λίγο σεβασμό στα χρόνια μου… 
   Αγαπώ πολύ τον γιο μου και θέλω να είναι ευτυχισμένος. Δε θέλω να του δημιουργώ προβλήματα. Γι’ αυτό, παρά την πίκρα που πήρα, δεν άνοιξα το στόμα μου να παραπονεθώ. Δυστυχώς, είμαι γέρος και έχω ανάγκη από φροντίδα, για να ζήσω τα χρόνια που μου απομένουν με αξιοπρέπεια. Πρέπει να κάνω υπομονή. Δεν έχω και άλλη επιλογή… 
Π. Ιωάννα, Α2

   Πότε πέρασαν τα χρόνια! Μου φαίνεται σαν χτες που κράτησα για πρώτη φορά τον μονάκριβο γιο μου στην αγκαλιά μου… Κι όμως τώρα είναι ολόκληρος άντρας, έχει κάνει τη δική του οικογένεια. Μου έχει χαρίσει και τον εγγονό μου, τον Μίσα, που έχει και το όνομά μου! 
   Με τον γιο μου πήγα να ζήσω όταν έχασα τη γυναίκα μου, που τόσο αγαπούσα. Δυστυχώς, λίγο λίγο οι δυνάμεις μου με εγκατέλειψαν. Άρχισα να μη βλέπω καλά, να βαριακούω, να μην ελέγχω τα χέρια και τα πόδια μου. Κακό πράγμα τα γηρατειά! Καμιά φορά έχω τέτοιο τρέμουλο, που ούτε ένα πιάτο δεν μπορώ να κρατήσω… 
   Όταν έσπασα μια μέρα ένα από τα καλά μας πήλινα πιάτα, η νύφη μου έχασε την υπομονή της μαζί μου και μου έβαλε τις φωνές, λες και είχα κάνει κανένα έγκλημα. Μου είπε ότι από εδώ και πέρα φαγητό θα μου σερβίρει μόνο σε ξύλινη γαβάθα. Ήθελα να της πω ότι δεν το έκανα επίτηδες, αλλά αναστέναξα μόνο και αποφάσισα να μην πω τίποτα. Πικράθηκα από τα λόγια της, αλλά κυρίως ντράπηκα. Ίσως είχε δίκιο η νύφη μου, αν έτρωγα σε ξύλινο πιάτο δε θα προκαλούσα τέτοια αναστάτωση.
   Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν ότι παραγέρασα, ότι επιβαρύνω τους δικούς μου ανθρώπους, ότι ήρθε ο καιρός μου να φύγω από τη ζωή. «Γέρος είσαι, δε φελάς, το ψωμί μας μόν’ χαλάς.»… Την επόμενη μέρα όμως όλα άλλαξαν ως δια μαγείας! Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε, αλλά όλοι πλέον με προσέχουν και με φροντίζουν. Η νύφη μου μου φέρεται με σεβασμό, ο γιος μου μου δείχνει το ενδιαφέρον και την αγάπη του. Καλά, ο μικρός Μίσα πάντα με αγαπούσε… Υποψιάζομαι πως αυτός κρύβεται πίσω από αυτή την εντυπωσιακή αλλαγή. Αλλά τι σημασία έχει; Το μόνο που με νοιάζει είναι ότι κέρδισα ξανά μια θέση στην οικογένειά μου!
Τ. Κωνσταντίνα, Α2

Ο παππούς αφηγείται στον εγγονό του...
   Μη με βλέπεις τώρα που γέρασα, παιδί μου… Στα νιάτα μου ήμουνα δυνατός, σωστό λιοντάρι! Δεν ήμουν όμως τυχερός. Έχασα πολύ νωρίς την αγαπημένη μου γυναίκα, τη γιαγιά σου, και βρέθηκα μόνος με ένα μωρό στην αγκαλιά. Δούλεψα σκληρά για μεγαλώσω τον μπαμπά σου, για να μην του λείψει τίποτα. Αυτό το παιδί ήταν τα πάντα για μένα. Έγινα γι’ αυτόν και μάνα και πατέρας και ποτέ δε σκέφτηκα να ξαναπαντρευτώ, αν και ήμουν νέος ακόμα. 
   Τώρα όμως, που είμαι ανήμπορος,  ο καλός μου ο γιος μου ανταποδίδει όλες τις θυσίες που έκανα γι’ αυτόν με τον καλύτερο τρόπο. Ζούμε όλοι μαζί και μπορώ να σε χαρώ κι εσένα, εγγονάκι μου αγαπημένο! Και από τη μητέρα σου δεν έχω παράπονο… Είναι αλήθεια πως καμιά φορά γκρίνιαζε όταν έκανα καμιά ζημιά, σαν γέρος που είμαι, αλλά όχι πια. Πλέον μου δείχνει κάθε σεβασμό και με περιποιείται πολύ. Τι άλλο να θέλει κανείς στα γεράματά του από τη φροντίδα και την αγάπη της οικογένειάς του, για να κλείσει τα μάτια του ευτυχισμένος; Ας έχετε όλοι την ευχή μου!
Δ. Γεωργία, Α2

Ο Μίσα
   Στο σπίτι μένει μαζί μας ο γέροντας παππούς μου. Είναι πολύ μεγάλος, τόσο που δυσκολεύεται να περπατήσει, ακόμα και να φάει, αφού δεν έχει δόντια και του χύνεται το φαγητό. Αλλά εγώ τον αγαπάω πολύ τον παππού! Είναι τόσο καλός και λέει τόσο ωραίες ιστορίες! Μου αρέσει να κάθομαι κοντά του και να τον ακούω. Κάθε πρωί, πριν φύγω για το σχολείο, τον χαιρετώ και εκείνος μου δίνει την ευχή του και ένα μεγάλο φιλί στο μέτωπο. 
   Γι’ αυτό στεναχωρήθηκα που οι γονείς μου δεν έβαζαν πια τον παππού μαζί μας στο τραπέζι, αλλά του έδιναν να φάει μόνος του, πάνω στη μεγάλη χτιστή θερμάστρα όπου πλάγιαζε. Μια φορά ρώτησα τον μπαμπά μου: «Πατερούλη, γιατί δεν τρώει μαζί μας ο παππούς;», αλλά πετάχτηκε η μαμά μου: «Γιατί, αγόρι μου, κάθε φορά που τρώει μαζί μας όλο και κάποια ζημιά κάνει. Γι’ αυτό!». Ο πατέρας μου δεν είπε τίποτα. Αλλά, όταν ο παππούς έσπασε το πήλινο πιάτο όπου έτρωγε και η μαμά του είπε ότι στο εξής θα τρώει σε ξύλινη γαβάθα, τα κατάλαβα όλα. Επειδή οι γονείς μου αγαπούν τον παππού και τον νοιάζονται, φροντίζουν να τρώει πιο άνετα και να μη λερώνεται. Εκείνο το βράδυ σκέφτηκα πολύ και αποφάσισα να φτιάξω μια ξύλινη γαβάθα για τους γονείς μου, επειδή κι εγώ τους αγαπώ και τους νοιάζομαι.
   Την επόμενη μέρα μετά το σχολείο στρώθηκα στη δουλειά. Θα έφτιαχνα για τους αγαπημένους μου γονείς την καλύτερη γαβάθα και ήμουν σε καλό δρόμο. Αλλά με είδαν να μαστορεύω και ο μπαμπάς με ρώτησε τι κάνω, απορημένος. Ε, αφού με έπιασαν στα πράσα, δεν μπορούσα πια να τους κάνω έκπληξη και τους αποκάλυψα τον σκοπό μου. Το περίμενα ότι οι γονείς μου θα χαρούν που ο γιος τους φροντίζει από τώρα για τα γεράματά τους, αλλά εκείνοι ήταν σαν να τους είχε χτυπήσει κεραυνός! Συγκινήθηκαν και δάκρυσαν, μάλιστα ο μπαμπάς με έσφιξε στην αγκαλιά του και με φίλησε. Ένιωσα πολύ περήφανος που τους έδειξα πόσο καλός γιος είμαι! Όσο για την ξύλινη γαβάθα, μάλλον οι γονείς μου το ξανασκέφτηκαν, γιατί από τότε τα πιάτα στο τραπέζι μας έγιναν τέσσερα και ο παππούς κάθεται δίπλα μου στο τραπέζι!
Κ. Δημήτρης. Α2

   Ο παππούς μου έχει γεράσει πάρα πολύ. Μπορεί να πλησιάζει και τα εκατό! Αναρωτιέμαι μερικές φορές αν θα φτάσω εγώ σε τέτοια ηλικία. Αλλά τον καημένο δεν τον βαστάνε πια τα πόδια του. Τα αυτιά του πλέον δεν ακούνε, τα μάτια του δε βλέπουνε καλά και δόντια δεν έχει να μασήσει. Άσε που τρέμουν τα χέρια του… Όταν τρώει, του χύνεται το φαγητό και λερώνεται. 
   Μια μέρα που η μητέρα μου του έδωσε να φάει στο πήλινο πιάτο, του παππού του ξέφυγε από τα χέρια, έπεσε κι έγινε χίλια κομμάτια. Τότε η μαμά θύμωσε και τον μάλωσε πως όλα τα χαλάει στο σπίτι και τα σπάει. Νομίζω όμως πως αυτά τα είπε γιατί είχε τα νεύρα της, επειδή ο παππούς είναι πολύ ήσυχος και δεν έσπασε το πιάτο επίτηδες. Βέβαια, του είπε και ότι θα του δώσει να τρώει σε μια ξύλινη γαβάθα, που μάλλον είναι για τους παππούδες που δυσκολεύονται. Αυτός δεν έφερε αντίρρηση, μόνο αναστέναξε. Μου φάνηκε σαν να στεναχωρήθηκε… Αλλά γιατί; Οι γονείς μου τον αγαπάνε και θέλουν το καλό του.
   Κι εγώ αγαπάω τον παππού. Αγαπάω πολύ και τους γονείς μου. Έτσι, σκέφτηκα να φτιάξω και γι’ αυτούς μια ξύλινη γαβάθα, για να τρώνε όταν γεράσουν και να μην τους χύνεται το φαγητό ούτε να σπάνε τα πήλινα πιάτα. Πήρα ένα μικρό κούτσουρο που βρήκα στην αυλή και άρχισα να το σκαλίζω για να φτιάξω τη γαβάθα της μαμάς και του μπαμπά. Σίγουρα θα χαίρονταν σαν έβλεπαν πως τους νοιάζεται ο μοναχογιός τους. Όταν όμως τους είπα τι κάνω, κοιτάχτηκαν και δάκρυσαν. Μου φάνηκε σαν να ντράπηκαν, αλλά δεν κατάλαβα γιατί…
   Από εκείνη τη μέρα ο παππούς τρώει μαζί μας στο τραπέζι. Έχει κι αυτός πήλινο πιάτο σαν πρώτα. Είναι πολύ χαρούμενος! Οι γονείς μου δεν τον μαλώνουν πια, αν κάνει καμιά ζημιά. Τον φροντίζουν με αγάπη και στοργή. Έτσι θα φροντίζω κι εγώ τους γονείς μου όταν γεράσουνε και χρειάζονται βοήθεια. Ίσως αυτό να ’ναι καλύτερο από την ξύλινη γαβάθα. Ναι, είναι σίγουρα καλύτερο!
Σ. Ιωάννα, Α2

   Στην οικογένειά μου είμαστε τέσσερις, ο μπαμπάς, η μαμά, ο παππούς και εγώ. Ο παππούς είναι μεγάλος σε ηλικία και οι δυνάμεις του τον έχουν εγκαταλείψει. Μια μέρα το πιάτο που κρατούσε του έπεσε, επειδή τα χέρια του έτρεμαν. Και τι δεν έγινε! Η μαμά έβαλε τις φωνές και άρχισε να του λέει πως συνέχεια κάνει ζημιές και δεν τον αντέχουν άλλο. Του είπε πως από δω και μπρος θα τρώει σε ξύλινο πιάτο. Ο καημένος ο παππούς μου, τίποτα δεν είπε. Αναστέναξε πικραμένος… Σίγουρα δε θέλει να προκαλεί προβλήματα στο σπίτι, ούτε να τα ακούει από τη μητέρα μου.
   Αυτό που έγινε με προβλημάτισε πολύ. Πήρα ένα κομμάτι ξύλο που βρήκα στο σπίτι και άρχισα να το σκαλίζω, γιατί σκέφτηκα πως, όταν οι γονείς μου γεράσουν με τη σειρά τους, θα τους πέφτουν τα πράγματα από τα χέρια και θα στεναχωριούνται. Όταν με ρώτησαν τι είναι αυτό που φτιάχνω, τους απάντησα πως είναι μία ξύλινη γαβάθα για να τους ταΐζω, όταν θα είναι γέροι. Αυτοί ταράχτηκαν. Δεν ξέρω γιατί… Εγώ απλά τους είπα την αλήθεια. Μετά από αυτό οι φωνές έλειψαν από το σπίτι μας και ο παππούς τρώει μαζί μας στο τραπέζι. 
Σ. Χριστίνα, Α3 

Άλλοι/ες προτίμησαν να υιοθετήσουν την οπτική γωνία του γιου του παππού ή της νύφης του.

Ο γιος
   Πίστευα για τον εαυτό μου πως είμαι σωστός οικογενειάρχης, καλός γιος και πατέρας. Αλλά σήμερα ο Μίσα, το αγοράκι μου, μου έδειξε πως έκανα λάθος, πως δεν είμαι τόσο εντάξει όσο νόμιζα... 
   Η αλήθεια είναι ότι, πάντα απασχολημένος στη δουλειά, δεν έβρισκα χρόνο για την οικογένειά μου. Είχα αφήσει τον πατέρα μου στη φροντίδα της γυναίκας μου. Πώς θα μπορούσα λοιπόν να την κατηγορήσω που παραπονιόταν και καμιά φορά έχανε την ψυχραιμία της; Έτσι όμως ανεχόμουν να μιλάει άσχημα στον πατέρα μου. Κι όχι μόνο αυτό… Ο καημένος ο γεράκος, που με είχε μεγαλώσει με τόση αγάπη, βρέθηκε σιγά σιγά στο περιθώριο της οικογένειας. Δεν έτρωγε πια μαζί μας και η γυναίκα μου δήλωσε πως σκοπεύει να του δώσει ένα ξύλινο πιάτο, για να μην το σπάσει κι αυτό. Δεν ήθελα να ρίξω λάδι στη φωτιά και δε μίλησα εκείνη τη στιγμή… 
   Και τότε, βγαίνω στην αυλή για να ξεσκάσω, και τι να δω; Ο Μίσα έφτιαχνε μια ξύλινη γαβάθα για μένα και τη μαμά του. Αυτό κατάλαβε το παιδί μου πως πρέπει να κάνει… Ο μικρός μου γιος μου άνοιξε τα μάτια με την αθώα του ψυχή. Χωρίς να το ξέρει, έδωσε σε μένα και τη μητέρα του ένα μάθημα ανθρωπιάς. Βούρκωσα… Και η γυναίκα μου συγκινήθηκε πολύ μ’ αυτό που έκανε ο Μίσα. Θα σκέφτηκε το μέλλον, τι μας περιμένει κι εμάς όταν γεράσουμε… Συζητήσαμε και αποφασίσαμε να ασχολούμαι κι εγώ με τον παππού, όχι μόνο εκείνη, να τον προσέχουμε όπως πρέπει και να του φερόμαστε με τον σεβασμό που του αξίζει. 
   Πατερούλη μου, θα φροντίσω να περνάω περισσότερο χρόνο μαζί σου και να ζήσεις όσα χρόνια σου απομένουν ευτυχισμένα και με αξιοπρέπεια… 
Π. Άγγελος, Α3

Η νύφη
   Όταν ο πεθερός μου έχασε τη γυναίκα του, οι μόνοι δικοί του άνθρωποι που του απέμεναν στον κόσμο ήμασταν εμείς. Άλλωστε, ο άντρας μου είναι μοναχογιός και αυτός θα έπρεπε να αναλάβει τον πατέρα του στα γεράματά του. Έτσι ήρθε να ζήσει μαζί μας, για να μη νιώθει μόνος του, αλλά και να χαρεί κι αυτός το εγγονάκι του, τον Μίσα, που του έχει μεγάλη αδυναμία. Τον δέχτηκα πρόθυμα και με χαρά…
   Όλα πήγαιναν καλά στην αρχή, ο παππούς ήταν πάντα διακριτικός και καλοσυνάτος. Δυστυχώς, καθώς γερνούσε, άρχισε να παρουσιάζει αρκετά προβλήματα υγείας. Ούτε καν να φάει δεν μπορούσε καλά καλά! Για να μη λερώνει, δεν τον βάζαμε πια να τρώει μαζί μας στο τραπέζι. «Δεν μπορώ όλη τη μέρα να καθαρίζω!», σκεφτόμουν, «Άνθρωπος είμαι κι εγώ, έχω τόσα στο κεφάλι μου… Κουράστηκα!». Άρχισα να γκρινιάζω στον άντρα μου…
   Η σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι ήταν όταν ο πεθερός μου έσπασε ένα πιάτο από το καλό μας σερβίτσιο. Τότε έχασα την υπομονή μου και ξέσπασα. Του μίλησα προσβλητικά και του είπα πως μόνο σε ξύλινο πιάτο θα του βάζω πια τρώει. Ο άντρας μου δεν είπε κουβέντα. Ούτε ο πεθερός μου μίλησε, αλλά είμαι σίγουρη πως τον λύπησαν τα σκληρά λόγια μου. Πόσο μετανιώνω τώρα για τη συμπεριφορά μου! 
   Ο μικρός μου γιος ήταν μπροστά και τα κατέγραφε όλα στο μυαλουδάκι του. Την επόμενη μέρα άρχισε να ετοιμάζει για μένα και τον πατέρα του μια ξύλινη γαβάθα, για να μας ταΐζει όταν θα γεράσουμε, λέει… Όταν το είδα, ένιωσα τόση ντροπή που είχα προσβάλει τον παππού... Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου. Κοίταξα τον άντρα μου, ήταν κι αυτός συγκινημένος. «Ό,τι βλέπει το παιδί, αυτό θα κάνει. Κι ό, τι κάνεις, καλό ή κακό, θα το βρεις μπροστά σου…», σκέφτηκα. 
   Από δω και μπρος θα φροντίζω τον παππού με αγάπη, χωρίς να παραπονιέμαι. Μήπως όταν ο Μίσα μου ήταν μικρός και έκανε ζημιές θύμωνα μαζί του; Θα τον προσέχω τον καημένο τον γεράκο και θα προσπαθήσω να τον αντιμετωπίζω με κατανόηση, σαν να έχω ένα μικρό παιδί ακόμα...
Κ. Ελένη, Α3

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

Πρώτη μέρα στο σχολείο...

Με έμπνευση το κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη "Η Νέα Παιδαγωγική", οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ Γυμνασίου παρουσιάζουν τις δικές τους αναμνήσεις από την πρώτη μέρα στο δημοτικό σχολείο...

   Όταν κατάλαβα πως τελείωσα το νηπιαγωγείο και θα πήγαινα στην πρώτη τάξη του Δημοτικού, χάρηκα πάρα πολύ! Πίστευα πως κι εκεί θα κάναμε χειροτεχνίες και θα μαθαίναμε τραγουδάκια… Την πρώτη μέρα πήρα με περηφάνια την τσάντα μου και με τη μαμά και τον μπαμπά μου πήγαμε στον αγιασμό. Όταν όμως μπήκαμε στις τάξεις, με περίμενε μια μεγάλη απογοήτευση… Αντί για χαρτόνια, μαρκαδόρους και αυτοκόλλητα, είδα πολλά βιβλία, ενώ μας μοίρασαν και μια κόλλα χαρτί που έγραφε πόσα και τι είδους τετράδια έπρεπε να πάρουμε! Ευτυχώς, η δασκάλα μας, μια όμορφη και καλή κυρία, φρόντισε να μας καθησυχάσει, λέγοντας πως στην πρώτη Δημοτικού θα περάσουμε πολύ ωραία. Μας βεβαίωσε πως δε θα λείψουν οι κατασκευές και τα τραγούδια, αλλά θα μάθουμε και πολλά καινούρια πράγματα. Έφυγα από το σχολείο ανακουφισμένος και ανυπόμονος για τη συνέχεια! 
   Αυτή τη μέρα δε θα την ξεχάσω ποτέ…
Α. Παναγιώτης, Α1
  
   Η αρχή έγινε με το νηπιαγωγείο… Θυμάμαι τη μαμά μου, να μου χαρίζει την ασφάλεια της ύπαρξής της κάθε στιγμή, να με κρατάει αγκαλιά και να μου δίνει ένα φιλί γεμάτο αγάπη πριν μπω για πρώτη φορά στο καινούργιο κτίριο, που έγινε το δεύτερό μου σπίτι για δύο χρόνια. Δε δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ και γνώρισα πολλά παιδιά, μάλιστα ένα από αυτά το ξανασυνάντησα τώρα, στο Γυμνάσιο!
   Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να πάω για πρώτη φορά στο Δημοτικό, ήμουν έτοιμος και γεμάτος ενθουσιασμό. Ήμουν σίγουρος πως θα μου άρεσε πολύ! Και δεν είχα πέσει έξω. Σκεφτείτε ένα σχολείο γεμάτο παιδάκια που μου ήταν γνωστά τα περισσότερα, παντού μαμάδες, γέλια, πρόσωπα δασκάλων χαρούμενα και φιλικά, μεγάλη αυλή με δέντρα, χώμα, γήπεδα… Το Δημοτικό το αγάπησα αμέσως. Το πάρτι μόλις άρχιζε και κράτησε για έξι ολόκληρα χρόνια!
Α. Χρήστος, Α2

   Η εμπειρία μου από την πρώτη μέρα στο δημοτικό σχολείο, από ό,τι θυμάμαι, ήταν αρκετά καλή… Ωστόσο, το προηγούμενο βράδυ είχα πολύ άγχος, αν και δεν ήξερα το γιατί, και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Οι γονείς μου προσπαθούσαν να με καθησυχάσουν, βεβαιώνοντας με ότι όλα θα πάνε καλά και ότι θα μου αρέσει να είμαι μαθήτρια στο Δημοτικό. 
   Το επόμενο πρωί στο σχολείο με πήγε η μαμά μου, κρατώντας με σφιχτά από το χέρι, κι αυτό με έκανε να νιώθω ασφάλεια και μου έδινε κουράγιο. Όταν πάτησα το πόδι μου στην αυλή, είδα πολλά χαρούμενα παιδιά να τρέχουν πάνω κάτω, να φωνάζουν και να γελάνε. Εγώ ήξερα μόνο ένα κορίτσι, με το οποίο πηγαίναμε μαζί στο μπαλέτο. Το πλησίασα και αρχίσαμε να μιλάμε. Έτσι γίναμε φίλες και από τότε μέχρι τώρα κάνουμε παρέα! Σαν κτίριο το Δημοτικό μου φάνηκε πολύ μεγάλο σε σχέση με το νηπιαγωγείο, με πολλές αίθουσες. Σκεφτόμουν ότι μια από αυτές θα γινόταν η τάξη μου...
   Όταν ήρθε η ώρα, μπήκαμε μέσα και μας υποδέχτηκε μια συμπαθητική κυρία, η δασκάλα μας. Μας συστήθηκε και μας έδωσε τα βιβλία μας, λέγοντας και δυο λόγια για το περιεχόμενό τους. Μετά παίξαμε ένα παιχνίδι γνωριμίας, που ήταν πολύ διασκεδαστικό και αστείο, και μας άφησε να ζωγραφίσουμε ώσπου να χτυπήσει το κουδούνι.
   Γυρίζοντας στο σπίτι, σκεφτόμουν πως όλο εκείνο το άγχος που είχα το προηγούμενο βράδυ ήταν για το τίποτα. Όλα είχαν πάει καλά! Επίσης σκεφτόμουν πως με τα παιδιά που είχα γνωρίσει θα περάσω τα επόμενα έξι χρόνια και αναρωτιόμουν πώς θα είναι.... 
   Τώρα ξέρω πως τα χρόνια του δημοτικού θα μου μείνουν αξέχαστα!
Μ. Ελισάβετ, Α3


Άλλοι/ες πάλι προτίμησαν να παρουσιάσουν την εμπειρία τους από την πρώτη μέρα στο Γυμνάσιο.

   Την πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς, ανυπόμονη, αλλά και αγχωμένη για το τι θα συναντήσω, ξεκίνησα το πρωί για το νέο μου σχολείο, το Γυμνάσιο. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα του Σεπτεμβρίου, αλλά οι μπερδεμένες σκέψεις και τα έντονα συναισθήματά μου δε με άφηναν να την ευχαριστηθώ…
   Όταν έφτασα στο προαύλιο, είδα κάποια παιδιά που γνώριζα από το Δημοτικό, αλλά και πολλά καινούρια πρόσωπα. Οι φόβοι μου για το αν θα κάνω φίλους σκορπίστηκαν, καθώς δεν άργησα να γνωριστώ με αρκετούς από τους μελλοντικούς μου συμμαθητές. Συζητούσαμε για το πώς περάσαμε το καλοκαίρι, αλλά και για το πώς φανταζόμασταν τη χρονιά που θα ακολουθούσε. Διαπίστωσα ότι όλοι, λίγο πολύ, είχαμε τις ίδιες ανησυχίες, κι αυτό με ανακούφισε…
   Τελικά, η πρώτη μέρα στο Γυμνάσιο ήταν πολύ πιο εύκολη απ’ ό,τι περίμενα. Δεν κάναμε μάθημα, απλώς μπήκαμε στις αίθουσες και μας μοίρασαν τα βιβλία. Γνωρίσαμε μόνο μία καθηγήτρια, που μας μίλησε γλυκά και ενθαρρυντικά και, πριν καλά καλά το καταλάβω, είχαμε τελειώσει!
   Μια καινούρια σελίδα στη ζωή μου μόλις άρχιζε…
Μ. Μαρία, Α1

   Πρωί, 11 Σεπτεμβρίου 2017. Η μαμά μου με ξύπνησε, χαμογελαστή και με καλή διάθεση. «Ώρα να σηκωθείς… Πρώτη μέρα στο Γυμνάσιο!». Εγώ δεν μπορώ να πω πως είχα τα ίδια κέφια… Η μαμά κατάλαβε πως ήμουν ανήσυχος και με καθησύχασε, λέγοντάς μου πως όλα θα πάνε καλά, πως στο Γυμνάσιο θα περάσω ωραία, θα συναντήσω ξανά μερικούς από τους παλιούς μου συμμαθητές και, το κυριότερο, θα κάνω πολλές καινούριες φίλιες που θα με συντροφέψουν σε όλο το υπόλοιπο ταξίδι της ζωής μου. Ανακουφισμένος, πήρα την καινούρια μαύρη τσάντα μου και κίνησα για το σχολείο.
   Τη διαδρομή προς το Γυμνάσιο την είχα διανύσει στο παρελθόν άπειρες φορές, για να πάω στην προπόνηση, για να πάω στο Δημοτικό, πάντα από εκεί περνούσα. Όμως είχε πια φτάσει η μέρα που δε θα ήμουν απλός περαστικός, αλλά μαθητής της πρώτης τάξης του 1ου Γυμνασίου Καλαμαριάς. Καθώς κατέβαινα την οδό Χιλής, τον μεγάλο δρόμο που οδηγούσε στο καινούριο μου σχολείο, έβλεπα κι άλλα παιδιά, της ηλικίας μου αλλά και μεγαλύτερα, να πηγαίνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Κόντευα πια να φτάσω, και οι φόβοι μου επέστρεψαν. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει γρήγορα και δυνατά από το άγχος, αλλά και την ανυπομονησία.
   Έστριψα δεξιά και επιτέλους βρέθηκα έξω από το τριώροφο κτίριο όπου συστεγάζονται το 1ο Γυμνάσιο και Λύκειο Καλαμαριάς. Εξωτερικά ο κάθε όροφος ήταν βαμμένος σε τρία χρώματα, πράσινο, μπλε και άσπρο. Η τεράστια αυλή άρχισε σιγά σιγά να γεμίζει με τις φωνές των παιδιών που συναντούσαν τους φίλους τους. Μπροστά στη μεγάλη πράσινη καγκελόπορτα κοντοστάθηκα για λίγο, ώσπου πήρα τη μεγάλη απόφαση και με μια βαθιά ανάσα πέρασα μέσα στο σχολείο.
   Κατέβηκα ένα ένα τα μαρμάρινα σκαλιά και βρέθηκα στον διάδρομο που οδηγούσε στο υπόστεγο και από εκεί στην αυλή του κτιρίου. Καθώς τον διέσχιζα τον διάδρομο και δεν έβλεπα κανέναν από τους φίλους μου, το άγχος και ο φόβος μου είχαν χτυπήσει κόκκινο! Αλλά, όταν έφτασα στο υπόστεγο, τους είδα όλους μαζεμένους, κι ένα μεγάλο βάρος έφυγε από πάνω μου. Χαιρετηθήκαμε χαρούμενοι και αρχίσαμε να λέμε πώς περάσαμε το καλοκαίρι, όμως γρήγορα μας έκοψε το κουδούνι… Με τον ήχο του συγκεντρώθηκε όλο το σχολείο στην αυλή, έγινε ο αγιασμός και μετά έβγαλαν λόγο οι διευθυντές του Γυμνασίου και του Λυκείου.
   Όταν όλα αυτά τέλειωσαν, όλοι οι μαθητές μπήκαν στις τάξεις, εκτός από εμάς, τα πρωτάκια, που έπρεπε να μας χωρίσουν σε τμήματα. Ο υποδιευθυντής του Γυμνασίου άρχισε να φωνάζει τα ονόματα ένα ένα, αργά και βασανιστικά… Μόλις συνειδητοποίησα ότι δεν ήμουν μόνος στο τμήμα μου, πέταξα από τη χαρά μου! Μαζί με την παρέα μου μπήκαμε στην καινούρια μας τάξη, τη δεύτερη στο ισόγειο. Καθίσαμε στα θρανία, μας έδωσαν το πρόγραμμα της επομένης, μας μοίρασαν τα καινούρια μας βιβλία και μας ευχήθηκαν καλή σχολική χρονιά και καλή πρόοδο. Μετά μας άφησαν ελεύθερους να πάμε στα σπίτια μας.
   Το πρώτο βήμα είχε γίνει. Ήμουνα πλέον Γυμνασιόπαιδο!
Κ. Δημήτρης, Α2

   Κάθε αρχή και δύσκολη… Άντε πάλι, σκεφτόμουν τις προηγούμενες μέρες, να ξυπνάω νωρίς το πρωί και να πηγαίνω σχολείο. Και μάλιστα σε ένα καινούριο σχολείο, με καινούριους συμμαθητές και φυσικά καινούριες συνήθειες. Από ό,τι μου έλεγαν, το Γυμνάσιο δεν έχει καμία σχέση με Δημοτικό. Πολλοί καθηγητές, πολλές απαιτήσεις, καθόλου ελεύθερος χρόνος…
   Ιδιαίτερα με στεναχωρούσε το ότι δε θα ξαναβρισκόμουν στον οικείο χώρο του Δημοτικού με τους παλιούς μου συμμαθητές, όπως πάντα την πρώτη μέρα του σχολείου. Θα βρισκόμουν αντιμέτωπη με ένα καινούριο περιβάλλον και με άτομα που δε γνώριζα… Αυτό με γέμιζε ανασφάλεια και άγχος. 
   Όταν όμως, μετά τον αγιασμό, μας χώρισαν σε τμήματα, διαπίστωσα ότι θα ήμουν μαζί με ένα κορίτσι που ήταν φίλη μου από το Δημοτικό! Αμέσως αποφασίσαμε να καθίσουμε μαζί. Κι όχι μόνο αυτό… Βλέποντας τους συμμαθητές μου, είδα ότι τελικά ήξερα πολλά παιδιά από το τμήμα μου, κάτι που με χαλάρωσε πολύ. Στο να ηρεμήσω βοήθησε και ο καθηγητής που μας συνόδεψε στην τάξη, ο οποίος μου φάνηκε φιλικός και προσπάθησε να μας κάνει να νιώσουμε άνετα στο καινούριο μας σχολείο.
   Πέρασε πια καιρός από εκείνη την πρώτη μέρα… Έχω προσαρμοστεί στο Γυμνάσιο και οφείλω να πω πως τα πράγματα είναι καλύτερα απ’ ό,τι φανταζόμουν. Τώρα με τους συμμαθητές μου γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας και έχουμε γίνει μία παρέα. Δε θα τους άλλαζα με τίποτα, ούτε αυτούς, ούτε το σχολείο μου!
Μ. Ευαγγελία. Α3

   Η πρώτη μου μέρα στο Γυμνάσιο ήταν για μένα πολύ σημαντική. Τα συναισθήματά μου ήταν αντιφατικά. Ένιωθα ταυτόχρονα φόβο γιατί δεν ήξερα τι με περιμένει, αλλά και ανυπομονησία γι’ αυτήν την καινούρια εμπειρία. Βέβαια, σαν χώρος το Γυμνάσιο μου ήταν γνωστό, διότι σ’ αυτό πήγαινε και η μεγάλη αδελφή μου. Μόλις όμως έφτασα, βρέθηκα να περιστοιχίζομαι από άγνωστα πρόσωπα. Μόνο πέντε παιδιά ήξερα από το Δημοτικό ή από διάφορες εξωσχολικές δραστηριότητες. 
   Τα πράγματα έγιναν χειρότερα όταν ανακοινώθηκαν τα τμήματα. Χωρίστηκα από όλους τους γνωστούς μου! Έτσι μπήκα στην καινούρια μου τάξη διστακτικά και κάθισα κάπου μόνη μου. Ένιωθα άσχημα, επειδή όλοι σχεδόν οι άλλοι είχαν βρει κάποιον για να καθίσουν στο ίδιο θρανίο. Τότε πρόσεξα μία κοπέλα που καθόταν και αυτή μόνη της. Φαινόταν ντροπαλή, όπως κι εγώ… Σε μια στιγμή αποφάσισα να κατανικήσω τον δισταγμό μου και της πρότεινα να καθίσουμε μαζί. Δέχτηκε με χαρά, και κατάλαβα ότι μόλις είχα κάνει μια καινούρια φίλη!
   Φεύγοντας από το σχολείο, ήμουν χαρούμενη και χαμογελαστή, γεμάτη αισιοδοξία για το νέο μου ταξίδι.
   Η πρώτη μέρα στο Γυμνάσιο θα μου μείνει αξέχαστη…
Σ. Χριστίνα, Α3

Η Νέα Παιδαγωγική

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του αποσπάσματος από την "Αναφορά στον Γκρέκο" του Νίκου Καζαντζάκη με τίτλο "Η Νέα Παιδαγωγική" οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ Γυμνασίου ζωγράφισαν σκηνές που τους έκαναν εντύπωση...

Πηγαίνοντας στο σχολείο
Μ. Νίκη, Α3
Μπροστά στο σχολείο...
Π. Κλαούντια, Α2
Η γνωριμία με τον δάσκαλο
Α. Ιορδάνης, Α2

Μ. Παναγιώτης, Α3

Π. Άγγελος, Α3

Άλλοι/ες προτίμησαν να γράψουν μια σελίδα στο ημερολόγιο του μικρού Νίκου Καζαντζάκη.

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, 
   Πρώτη φορά στο δημοτικό σχολείο σήμερα! Από την ώρα που ξύπνησα δεν είχα ησυχία. Από τη μια ένιωθα περηφάνια που μεγάλωσα πια, και από την άλλη αγωνία, γιατί δεν ήξερα τι με περιμένει... Η μητέρα μου με έντυσε με τα καλά μου και μου πέρασε στον λαιμό τον βαφτιστικό μου σταυρό. Μου έδωσε να μυρίζω κι ένα κλωνί βασιλικό, που λένε ότι φέρνει καλή τύχη. Ήταν συγκινημένη, και ίσως πιο αγχωμένη κι από μένα τον ίδιο… 
   Όταν οι προετοιμασίες τελείωσαν επιτέλους, κινήσαμε με τον πατέρα μου για το σχολείο. Ήταν πιο μακριά από το σπίτι μας απ’ όσο φανταζόμουν. Όταν κάποτε φτάσαμε, δείλιασα και κοντοστάθηκα. Από έξω το σχολείο μου φαινόταν τεράστιο! Ο πατέρας κατάλαβε τον φόβο μου και έκανε κάτι που δε θυμάμαι να έχει ξανακάνει. Έσκυψε και χάιδεψε απαλά τα μαλλιά μου! Αυτό, αντί να με χαλαρώσει, με τρόμαξε ακόμα πιο πολύ… Αλλά τα χειρότερα δεν τα είχα δει ακόμη. Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι. Παναγία μου! Με το που τον είδα, κατάλαβα γιατί με έβαλε η μαμά να φορέσω τον σταυρό μου… Ήταν ψηλός και λεπτός. Είχε άγριο βλέμμα, πολύ μεγάλα και μυτερά δόντια, και τον πέρασα για διάβολο. Για να σιγουρευτώ, κοίταξα στο κεφάλι του να δω αν έχει και κέρατα, αλλά δεν μπόρεσα να βγάλω συμπέρασμα, γιατί φορούσε καπέλο. 
   Ο μπαμπάς μου άρχισε να συζητάει με τον αγριάνθρωπο. Έλεγαν κάτι για κρέατα και κόκαλα, δεν καταλάβαινα τι εννοούσαν, αλλά αυτή η κουβέντα με ανατρίχιασε! Ο δάσκαλος κρατούσε στο χέρι του ένα μακρύ ξύλο και μάλιστα είπε στον πατέρα μου ότι αυτό είναι το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, αλλά με ποιο τρόπο; Δεν μπορώ και δε θέλω να φανταστώ πώς θα το χρησιμοποιήσει… Ευτυχώς, μετά ο πατέρας μου με πήρε από το χέρι και γυρίσαμε στο σπίτι. 
   Η πρώτη μου μέρα στο σχολείο εξελίχθηκε σε ταινία τρόμου! Ημερολόγιό μου, νιώθω ανήσυχος και μπερδεμένος… 
Ι. Εύη

Αγαπητό μου ημερολόγιο, 
   Σήμερα ήταν η πρώτη μου μέρα στο δημοτικό! Η μαμά μου με είχε ντύσει με τα καλύτερά μου ρούχα και ήμουν ένα σωστό κουκλάκι! Μου έδωσε κι ένα κλαδάκι βασιλικό, να το μυρίζω και να παίρνω κουράγιο… Στο σχολείο με συνόδεψε ο πατέρας μου. Σε όλη τη διαδρομή με κρατούσε από το χέρι και μάλιστα μπροστά στο σχολείο με χάιδεψε στο κεφάλι, κάτι που ποτέ δεν είχε ξανακάνει ως σήμερα! 
   Γνώρισα και τον δάσκαλό μου, αλλά δεν τον συμπάθησα καθόλου. Μου φάνηκε αγριωπός και πιστεύω πως θα είναι πολύ αυστηρός. Φοβάμαι πως θα μας δέρνει με τη βίτσα που κρατούσε… Κατά τα άλλα, το σχολείο δε μου φάνηκε και τόσο άσχημο. Το κτίριο είναι μεγάλο, με ευρύχωρη αυλή και οι συμμαθητές μου φαίνονται καλά παιδιά. Θα κάνουμε καλή παρέα και ελπίζω να γίνουμε γρήγορα φίλοι. 
   Θέλω να σκέφτομαι θετικά γι’ αυτή την καινούρια εμπειρία στη ζωή μου. Ανυπομονώ να μάθω γράμματα, να αποκτήσω πολλές καινούριες γνώσεις και να κάνω φίλους. Όσο για τον δάσκαλο… θα δούμε! 
Ι. Στέλλα, Α1 

Καλό μου ημερολόγιο, 
   Η μεγάλη στιγμή έφτασε! Πρώτη μέρα στο σχολείο σήμερα! Η μαμά με ξύπνησε από τα άγρια χαράματα και άρχισε να με ετοιμάζει. Μέχρι και βασιλικό μου έδωσε να κρατάω! Να πω την αλήθεια, δεν κατάλαβα σε τι θα μου χρειαστεί ο βασιλικός στο σχολείο, αλλά τον πήρα για να μην της χαλάσω το χατίρι… Φαινόταν πολύ ανήσυχη, η καημένη. Πάντως, με καμάρωνε που μεγάλωσα και θα γινόμουν κι εγώ μαθητής. Ο μπαμπάς μου πάλι ήταν ατάραχος, όπως πάντα. Ήρθε μαζί μου στο σχολείο και σε όλη τη διαδρομή κρατούσε σφιχτά το χέρι μου στη μεγάλη ζεστή του φούχτα. Αυτό μάλιστα, μου έδινε κουράγιο… 
   Και όλο μου το κουράγιο μου χρειάστηκε όταν αντίκρισα τον δάσκαλο! Ήταν άσχημος σαν τέρας και είμαι σίγουρος ότι είχε κέρατα, αλλά τα έκρυβε κάτω από το καπέλο που φορούσε στο κεφάλι. Τι θα κάνω μ’ αυτόν δεν ξέρω… 
   Σ’ αφήνω εδώ, ημερολόγιό μου, γιατί πρέπει να κοιμηθώ. Αύριο θα ξυπνήσω πάλι νωρίς για να πάω στο σχολείο. Έτσι θα γίνεται από δω και μπρος… Ωχ, ακούω τη μαμά να έρχεται και θα σε πάρει! 
Ν. Σόφη, Α1

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, 
   Σήμερα ήταν για μένα μια πολύ σημαντική μέρα, η μέρα που πήγα για πρώτη φορά στο δημοτικό σχολείο! Είμαι κι εγώ μεγάλος τώρα, αφού έγινα μαθητής! Το πρωί η μαμά με ξύπνησε από νωρίς και με έντυσε με ιδιαίτερη φροντίδα. Μου κρέμασε στον λαιμό το χρυσό σταυρουδάκι της βάφτισής μου, για να με προστατεύει ο Θεός, και με ξεπροβόδισε με την ευχή της. 
   Στο σχολείο με πήγε ο πατέρας. Ήμουν πολύ αγχωμένος, δεν το κρύβω, κι όλο του έσφιγγα το χέρι, να πάρω θάρρος. Το σχολείο ήταν αρκετά μακριά και είχε δρόμο μέχρι να φτάσουμε. Περάσαμε από πολλά στενά σοκάκια και, όταν φτάσαμε στην εκκλησιά του Αϊ-Μηνά, στρίψαμε και βρεθήκαμε μπροστά σε ένα παλιό κτίριο, με μια φαρδιά αυλή και ένα κατασκονισμένο πλατάνι στη μέση. Το κουράγιο μου με εγκατέλειψε… Ήθελα να τρέξω πίσω στο σπίτι! Ο πατέρας μάλλον το κατάλαβε και προσπάθησε να με ηρεμήσει, χαϊδεύοντάς με στο κεφάλι. Ξαφνιάστηκα, γιατί ποτέ δεν έχει ξανακάνει κάτι τέτοιο. Σκέφτηκα πως στο σχολείο θα μου συμβούν τρομερά πράγματα! Ίσως γι’ αυτό μου είπε ο πατέρας να κάνω τον σταυρό μου… Μου είπε επίσης πως εκεί θα μάθω γράμματα και θα γίνω άνθρωπος. «Και τώρα άνθρωπος δεν είμαι;», αναρωτήθηκα, μα τότε εμφανίστηκε ένας άγριος άντρας με τεράστια δόντια. Αυτός ο τρομερός άνθρωπος θα ήταν ο δάσκαλός μου… Ο πατέρας με άφησε στα χέρια του και μάλιστα του είπε να μη με λυπάται και να με δέρνει. Τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν… Όμως τι να έκανα; Θέλοντας και μη, ακολούθησα τον δάσκαλο στην τάξη… 
Σ. Ιωάννα, Α2

Αγαπητό ημερολόγιο, 
   Έτοιμος και στολισμένος, μ’ ένα ωραίο κόκκινο σκουφί στο κεφάλι και τσαρουχάκια με κόκκινες φούντες στα πόδια, ξεκίνησα το πρωί να πάω στο σχολείο για πρώτη φορά… Δεν ήξερα τι μου γίνεται! Χαρά, περηφάνια, ανυπομονησία, αλλά και φόβος για το άγνωστο, όλα μαζί βούιζαν στο μυαλό μου. Ένιωθα σαν το πρόβατο που το πάνε για σφαγή. Αλλά με την ευχή της μάνας μου και κρατώντας σφιχτά το χέρι του πατέρα μου, έπαιρνα κουράγιο και έκανα τον γενναίο. 
   Πηγαίναμε, πηγαίναμε, η διαδρομή για το σχολείο μου φάνηκε σαν μια αιωνιότητα. Όταν ήρθε η ώρα να μπούμε μέσα, το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή χούφτα του πατέρα μου. Αυτός κατάλαβε τον δισταγμό μου και με χάιδεψε, πράγμα που με τρόμαξε ακόμα περισσότερο, γιατί κάτι τέτοια δεν τα συνηθίζει. 
   Ο φόβος μου έγινε πανικός όταν αντίκρισα τον άγριο δάσκαλο με τα μεγάλα δόντια και τη βίτσα στο χέρι. Μου κόπηκαν τα γόνατα! Έμοιαζε με τον διάβολο τον ίδιο… Ο πατέρας μου με παρέδωσε στα χέρια του κι έφυγε. Ο δάσκαλος μας μάζεψε όλα τα πρωτάκια στην αυλή και άρχισε να βγάζει λόγο. Όλο «μη» και «απαγορεύεται» ήταν, όλο μας απειλούσε και μας έδειχνε τη βίτσα… 
   Αύριο πρέπει να πάω πάλι στο σχολείο. Αυτό θα γίνεται από τώρα και στο εξής κάθε μέρα… Τι να με περιμένει άραγε; 
K. Τάσος, Α2

Αγαπητό μου ημερολόγιο, 
   Να που ήρθε η ώρα να μπω κι εγώ στα δύσκολα… Πρώτη μέρα στο σχολείο! Η μητέρα μου με ξύπνησε πολύ νωρίς, πριν φέξει καλά καλά, και άρχισε να με ετοιμάζει. Να και τούτο να και τ’ άλλο, στο τέλος ένιωθα σαν Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Όλες αυτές οι επισημότητες δεν προμηνούσαν τίποτα καλό. Άσε που έκλειναν τα μάτια μου από τη νύστα… Ανακουφίστηκα όταν ο πατέρας μου με πήρε από το χέρι και κινήσαμε επιτέλους για το σχολείο. Περπατώντας δίπλα του ένιωθα ότι έγινα πια ολόκληρος άντρας και φούσκωνα από περηφάνια! Όλα αυτά όμως πήγαν περίπατο όταν φτάσαμε στο σχολείο… Δεν ήθελα να μπω εκεί μέσα, φοβόμουν τι θα συναντήσω σ’ αυτό το άγνωστο περιβάλλον και άρχισα να τρέμω από φόβο. Ο πατέρας ένιωσε φαίνεται την αναστάτωσή μου και έσκυψε να με χαϊδέψει. Τι το ήθελε; Τινάχτηκα ξαφνιασμένος. Ποτέ δε μου έχει φερθεί με τρυφερότητα και η στάση του με γέμισε κακά προαισθήματα, που δεν άργησαν να βγουν αληθινά. Ο δάσκαλος βγήκε στην αυλή και μας πλησίασε… Ήταν σαν να έβλεπα τον διάβολο με τα ίδια μου τα μάτια! Με κοίταζε με άγριο ύφος και η βίτσα που κρατούσε στο χέρι του δε μου άρεσε καθόλου. Ο δάσκαλος και ο πατέρας μου άρχισαν να συζητούν. Δεν κατάλαβα τι ακριβώς έλεγαν, πάντως μιλούσανε για μένα. 
   Ο πατέρας μου με άφησε στο σχολείο κι εγώ μπήκα στην τάξη μαζί με τα άλλα παιδιά. Πριν προλάβω να τα γνωρίσω, μπήκε κι ο δάσκαλος με τη βίτσα. Όλοι τον φοβόμασταν και δεν τολμούσαμε να κάνουμε ούτε κιχ… Ευτυχώς, δε μας κράτησε πολύ σήμερα. 
   Η πρώτη μέρα στο σχολείο ήταν ένας εφιάλτης! Να πω στη μαμά αύριο πως είμαι άρρωστος, μήπως με αφήσει να μείνω στο σπίτι; 
Π. Ιάκωβος, Α2 

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Τα κόκκινα λουστρίνια

Με αφορμή το διήγημα της Ειρήνης Μάρρα "Τα κόκκινα λουστρίνια", οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ Γυμνασίου ζωγράφισαν...

Τα κόκκινα λουστρίνια
Α. Ορέστης - Κ. Νίκος, Α1

Α. Ιορδάνης, Α2

Α. Χρήστος, Α2

Σ. Χριστίνα, Α3

Ο νεαρός τσαγκάρης κατασκευάζει τα κόκκινα λουστρίνια
Γ. Κωνστανίνα, Α1

Η χαρά της αδελφής του ήρωα
Π. Κυριακή, Α2

Π. Κλαούντια, Α2

Το δίλημμα 
Ι. Εύη, Α1

Λ. Όλγα, Α1

Μ. Αναστασία, Α1

Τ. Αναστάσης, Α2

Μ. Νίκη, Α3

Μ. Ευαγγελία, Α3

Χ. Ελένη, Α3

Άλλοι/ες προτίμησαν να γράψουν μια σελίδα στο ημερολόγιο του νεαρού τσαγκάρη ή της αδελφής του...

Από το ημερολόγιο του ήρωα
Αγαπημένο μου ημερολόγιο, 
   Είμαι ερωτευμένος με το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου! Η κόρη του δασκάλου με θάμπωσε από την πρώτη στιγμή που την είδα. Έχει σγουρά μαλλιά και μεγάλα μάτια. Πάντα περπατά περήφανα και έχει στητό κορμί. Τη βλέπω και την καμαρώνω! Τη σκέφτομαι συνέχεια... Πόσο θα ήθελα να κερδίσω την καρδιά της! Αλλά έχω μια καλή ιδέα για να την κάνω να με προσέξει. Θα της κάνω δώρο ένα ζευγάρι λουστρινένια γοβάκια! Τις προάλλες, που πήγα πάλι με τη μάνα μου στο σπίτι τους, μέτρησα το παπούτσι της με την παλάμη μου, χωρίς να με καταλάβει. Πρέπει βέβαια να μαζέψω λεφτά, να διαλέξω το πιο λαμπερό δέρμα, το πιο αρχοντικό σχέδιο. Μόνο αυτό της ταιριάζει! Θα τα ετοιμάσω εγώ και θα περιμένω την κατάλληλη στιγμή να της τα δώσω. Ίσως μια γιορτή, θα δούμε… Είμαι σίγουρος ότι θα χαρεί πολύ! Δεν μπορεί, θα με συμπαθήσει, κι αν με συμπαθήσει, ποιος ξέρει…
Π. Ιάκωβος, Α2

Αγαπητό μου ημερολόγιο, 
   Τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα περίμενα, όπως σχεδίαζα τόσον καιρό.... 
   Όταν έφτασε η μέρα της γιορτής της, τα κόκκινα λουστρίνια που ετοίμασα για την καλή μου περίμεναν έτοιμα και αστραφτερά στο μαγαζί. Τα τύλιξα όμορφα όμορφα χωρίς να με δει κανείς, τα πήρα μαζί μου και τα έκρυψα στο σπίτι. Έπρεπε να μιλήσω πρώτα με τη μάνα μου, για να μεσολαβήσει να της τα δώσω. Αλλά πρώτα έπρεπε να φάμε και να κοιμηθούν τα μικρά αδέλφια μου, για να είμαστε μόνοι. Δεν είχα καμία όρεξη να φάω, τα φαγητά μου φαίνονταν άνοστα. Είχα τον νου μου μόνο στην κόρη του δασκάλου και δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο. 
   Ενώ εγώ ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου, η αδερφή μου σήκωνε το τραπέζι. Την πρόσεξα και ήταν σαν να την έβλεπα πραγματικά για πρώτη φορά! Άθελά μου τη σύγκρινα με την κόρη του δασκάλου. Δεν είχε πλούσια σγουρά μαλλιά, αλλά μια πλεξούδα σφιχτοδεμένη στον σβέρκο της μ’ ένα απλό λαστιχάκι. Δεν περπατούσε καμαρωτά όπως η άλλη, αλλά κοιτάζοντας ταπεινά το χώμα, έτσι που δεν έβλεπες το χρώμα των ματιών της. Τα ρούχα της ήταν φτωχικά και ξεθωριασμένα, ενώ στα πόδια της φορούσε εξώφτερνα παπούτσια, για να μη χαλάει τα καλά της στο σπίτι… 
   Σε μια στιγμή, κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω! Σκέφτηκα πως η κόρη του δασκάλου σίγουρα θα έχει ήδη τόσο πολλά ζευγάρια παπούτσια, που δε θα ξέρει τι να πρωτοφορέσει. Τα κόκκινα λουστρίνια που σκόπευα να της χαρίσω αργά ή γρήγορα θα τα έβαζε στο ράφι μαζί με τα άλλα. Εντύπωση θα της έκανε μόνο το δώρο μου και όχι εγώ. Αλλά η αδελφή μου τα χρειαζόταν πραγματικά τα όμορφα παπούτσια που είχα φτιάξει. Και της άξιζε να έχει κι αυτή μια φορά στη ζωή της μια μικρή πολυτέλεια… Αυτά συλλογίστηκα, και ήταν σαν να σβήστηκε μονομιάς η κόρη του δασκάλου. Έδωσα τα λουστρινένια γοβάκια στην αδελφούλα μου! Η χαρά της δεν περιγράφεται… Ήταν σαν να άστραψε όλο το φτωχικό μας! Κι εγώ ένιωσα μεγάλη συγκίνηση και περηφάνια που πήρα τη σωστή απόφαση και της στάθηκα σαν καλός αδελφός. Αυτή ήταν από τις ωραιότερες στιγμές της ζωής μου…
Κ. Άννα, Α2 

Από το ημερολόγιο της αδελφής του ήρωα
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
   Ζωή σε μια φτωχή πολυμελή οικογένεια όπως η δική μας σημαίνει δουλειά από το πρωί ως το βράδυ. Η μάνα μας δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνη της στο σπίτι κι εγώ, ως η μεγαλύτερη κόρη, προσπαθώ με κάθε τρόπο να τη βοηθήσω. Καθαρίζω, μαγειρεύω, συμμαζεύω, φροντίζω τα μικρότερα αδέλφια μου. Δεν υπάρχει ούτε ο χρόνος, ούτε η οικονομική άνεση να ασχοληθώ λίγο με τον εαυτό μου, να περιποιηθώ τα μαλλιά μου, να στολιστώ και βγω λίγο έξω κι εγώ, σαν νεαρό κορίτσι που είμαι. Καμιά φορά με παίρνει το παράπονο… 
   Σήμερα όμως δεν έχω κανένα λόγο να παραπονιέμαι. Σήμερα νιώθω πριγκίπισσα! Μόλις είχα ησυχάσει τα μικρά, που πάλι ξεσήκωναν τον κόσμο και πάλευαν με τα μαξιλάρια, και μάζευα το τραπέζι. Ο αδελφός μου, από την ώρα που ήρθε σπίτι από τη δουλειά του στο τσαγκάρικο, έμοιαζε χαμένος στον κόσμο του. Και τότε, εκεί που νόμιζα ότι δεν πρόσεχε καν την παρουσία μου, μου μίλησε γλυκά και μου χάρισε ένα πανέμορφο ζευγάρι παπούτσια, τα πιο λαμπερά κόκκινα λουστρίνια που έχω δει στη ζωή μου. Μου είπε μάλιστα πως τα έφτιαξε ο ίδιος! Δεν πίστευα στα μάτια μου. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει από χαρά! Η πράξη του με συγκίνησε πολύ… Μα πού βρήκε τα χρήματα για το λουστρίνι; Και πότε τα έφτιαξε; Σίγουρα μάζευε λεφτά από καιρό, ίσως να δούλεψε και νυχτέρι, κι όλα αυτά για μένα! Είμαι τόσο τυχερή, που έχω τον καλύτερο αδελφό που υπάρχει!
   Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα δικό μου κάτι τόσο όμορφο… Το βράδυ θα κοιμηθώ με τα κόκκινα λουστρίνια μου στην αγκαλιά μου και πιστεύω πως θα δω τα πιο υπέροχα όνειρα!
Π. Άγγελος, Α3

Και μια άλλη εξέλιξη στο διήγημα!

   Το επόμενο πρωί ο νεαρός τσαγκάρης τρωγόταν από την ανυπομονησία να πάει στο σπίτι της κόρης του δάσκαλου. Είχε τα γενέθλιά της, οπότε δε θα έβρισκε καλύτερη αφορμή για να της δώσει το δώρο του. Όλη τη μέρα σκεφτόταν την αγαπημένη του. Δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του. Φανταζόταν τη χαρά της τη στιγμή που θα της έδινε τα κόκκινα γοβάκια και έλπιζε πως θα ανταποκρινόταν στα αισθήματά του…
   Όταν έφτασε η κρίσιμη ώρα, φόρεσε τα καλά του, χτενίστηκε, πήρε τα λουστρίνια τυλιγμένα σε ένα ωραίο πακέτο και, αφού η μητέρα του τον σταύρωσε τρεις φορές, κίνησε για το σπίτι του δασκάλου. Μπροστά την πόρτα της τα γόνατα του έτρεμαν και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, όμως τώρα πια δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε να του ανοίξουν.
   Η ίδια η κόρη του δασκάλου πρόβαλε στο κατώφλι, καλοχτενισμένη, στολισμένη, πανέμορφη όπως πάντα. Τον κοίταξε με έκπληξη. Ήταν φανερό πως δεν περίμενε να τον δει μπροστά της… Το τσαγκαρόπουλο της ευχήθηκε να τα εκατοστήσει και της πρόσφερε με τρεμάμενα χέρια το δώρο του. Αυτή το άνοιξε γεμάτη περιέργεια. Μόλις είδε τα κόκκινα γυαλιστερά γοβάκια, τα μάτια της άστραψαν από χαρά. Η κόρη του δασκάλου ευχαρίστησε θερμά τον νεαρό, αλλά πάνω που αυτός έπαιρνε λίγο θάρρος, τον αποχαιρέτησε βιαστικά εκεί, στην πόρτα. Δεν τον κάλεσε καν μέσα στο σπίτι, να τον κεράσει κάτι για τη γιορτή της… Τότε αυτός συνειδητοποίησε την αλήθεια. Πράγματι, τα λουστρίνια που έφτιαξε με τόσο κόπο για την κοπέλα που αγαπούσε της άρεσαν πολύ και δεν έβλεπε την ώρα να τα δοκιμάσει. Αλλά η χαρά και το «ευχαριστώ» της ήταν απλά και μόνο για τα παπούτσια και όχι για τον ίδιο. Πληγώθηκε βαθιά και έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι…
   Την επόμενη μέρα πήγε στη δουλειά του γεμάτος απογοήτευση. Ούτε τον καφέ του δεν ήθελε να πιει. Είχε κάνει ένα μεγάλο λάθος. Κατάλαβε πως η αδερφή του ήταν αυτή που άξιζε περισσότερο το δώρο του. Αλλά αυτό το λάθος μπορούσε να το διορθώσει! Η ψυχή του ανακουφίστηκε, τα σύννεφα της θλίψης σκορπίστηκαν και έπιασε πάλι τη φαλτσέτα με το τραγούδι. Άρχισε να καταστρώνει ένα άλλο σχέδιο…
Κ. Δημήτρης. Α2