Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2018

Δημιουργική γραφή

Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ Γυμνασίου, χρησιμοποιώντας τίλους των κειμένων του ανθολογίου, δημιουργούν τα δικά τους κείμενα - αφηγήσεις, σελίδες ημερολογίου, επιστολές -  και ξεδιπλώνουν τη φαντασία και τη δημιουργικότητά τους!
Με bold είναι τονισμένοι οι τίτλοι των κειμένων που χρησιμοποιήθηκαν.

Αναμνήσεις… 
   Θυμάμαι ήταν Πάσχα τ’ Απρίλη, όταν μας πήγε ο Τάκη-Πλούμας, ο μπαμπάς του φίλου μου του Βασίλη, στην Αθήνα… Κάναμε βόλτες με το λεωφορείο στις χαλασμένες γειτονιές του κέντρου. Η πόλη αυτή μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση! Αλλά στη μνήμη μου έχει μείνει και η εξοχική Λευκάδα, και ιδιαίτερα οι Κυριακές στη θάλασσα, όταν η μάνα μου μου διάβαζε σελίδες από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ απέναντι από τ’ άσπρο ξωκλήσι και μου τραγουδούσε το τραγούδι του Γιανγκ
   Νοσταλγώ αυτές τις τρυφερές στιγμές της παιδικής μου ηλικίας, κάθε φορά που πηγαίνω στην εκκλησία… 
Κ. Ζένια - Λ. Όλγα, Β1

Πρώτη μέρα στο σχολείο
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
   Πάει πια το ξέγνοιαστο καλοκαίρι, που το πρωί ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μας. Σεπτέμβριος, και γυρίσαμε και πάλι στο σχολείο…
   Πρώτη μέρα στο προαύλιο, και είχαμε τόσα να πούμε! Η Άννα του Κλήδονα είχε πάει στην Αθήνα, αλλά με ενδιαφέρον ακούσαμε και την αφήγηση του Βασίλη, που είχε περάσει μια Κυριακή στην Κνωσό, όπως και τις αναμνήσεις της Κωνσταντίνας από τη Γερμανία. Αυτό όμως για το οποίο ανυπομονούσαμε όλοι μας ήταν η επιστροφή του Αντρέα, ενός φίλου και συμμαθητή μας που είχε περάσει το καλοκαίρι του στο Τόκιο, όπου δούλευε ο πατέρας του.
   Βγαίνοντας από το σχολειό ήμασταν τόσο χαρούμενοι που ξαναβρεθήκαμε όλοι μαζί και νιώθαμε τόσο ελεύθεροι, παρά το ότι ζούμε στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας… 
Καλή σχολική χρονιά να έχουμε λοιπόν!
Α. Ρουμπίνα, Β1

Δύο καλοί φίλοι σε καλοκαιρινές περιπέτειες 
   Δύο φίλοι, ο Χρήστος και ο Ιορδάνης, βγαίνοντας από το σχολειό, έκαναν σχέδια για το καλοκαίρι που ξεκινούσε σε λίγο και αποφάσισαν να πάνε παρέα στην Ολυμπιάδα με το λεωφορείο
   Όταν έφτασε η ώρα για το ταξίδι τους, ήταν κι οι δυο ενθουσιασμένοι. Αφού το λεωφορείο πέρασε από κάποια ερημωμένα χωριά, φάνηκε τ’ άσπρο ξωκλήσι στην πλαγιά του βουνού. Είχαν φτάσει… 
   Τα παιδιά έστησαν το αντίσκηνό τους, πέταξαν τα ρούχα τους και βούτηξαν στα γαλανά νερά. Τι ωραίες που είναι οι Κυριακές στη θάλασσα! Από μακριά φάνηκαν δελφίνια. Πηδούσαν ψηλά σαν να χορεύουν. Πόσο θα ήθελαν τα αγόρια να κολυμπήσουν μαζί τους, να γίνουν μια παρέα άνθρωποι και δελφίνια… 
   Αφού χόρτασαν το μπάνιο τους, οι δύο φίλοι βγήκαν να στεγνώσουν και να παίξουν στην ακτή. Είδαν πως κάποιος είχε ξεχάσει μια μαύρη μπάλα ανάμεσα στα δέντρα. Όταν όμως πλησίασαν, πρόσεξαν ότι είχε αγκάθια πάνω της! Μόλις ξεθάρρεψε λίγο, ο σκαντζόχερος, που τον είχαν περάσει για μπάλα, έβγαλε το κεφάλι του και πήγε προς το δάσος να κρυφτεί, όσο πιο γρήγορα μπορούσε . 
   Το ηλιοβασίλεμα στην παραλία ήταν φανταστικό. Τα παιδιά το χάρηκαν τρώγοντας γλυκό του κουταλιού, που είχε φτιάξει η μάνα του Ιορδάνη. 
   Δυστυχώς, όλα τα καλά κάποτε τελειώνουν. Γιατί; «Φίλε, θα τα πούμε και πάλι στο σχολείο…», είπε ο Χρήστος λυπημένος. 
Κ. Χρήστος, Β2

Ένας ακόμα νέος φεύγει από την Ελλάδα…
   Κάποια ΧριστούγενναΟ Διγενής, γιος του Βασίλη του γιατρού, έχει αποφασίσει να αφήσει την όμορφη Ελλάδα και την Αθήνα και να ταξιδέψει στη μακρινή Αμερική για να κυνηγήσει το όνειρό του. Από μικρός ήθελε να γίνει αστροναύτης και, μετά από έναν διεθνή διαγωνισμό όπου συμμετείχαν έξι χιλιάδες νέοι από όλο τον κόσμο, έχει επιλεχτεί για να εκπαιδευτεί στη NASA, μια ευκαιρία που δε θα αφήσει να πάει χαμένη.
   Τη μέρα της αναχώρησης του Διγενή η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι φορτισμένη. Ο κύριος Βασίλης είναι περήφανος για τον γιο του, ενώ η μάνα του, η κυρία Νίτσα, είναι πολύ συγκινημένη. «Στο καλό, ξενιτεμένο μου πουλί…», λέει αποχαιρετώντας το παιδί της και του δίνει ένα βαζάκι με γλυκό του κουταλιού που έφτιαξε η ίδια, για να θυμάται την πατρίδα και τη μάνα του…
Κ. Μιχάλης, Β2

Το καλοκαίρι μου στη Λευκάδα
Αγαπητή μου Μαρία,
   Χαθήκαμε! Με το που ξεκίνησαν οι διακοπές, ξέρεις ότι με περίμενε, όπως κάθε χρόνο, η εξοχική Λευκάδα. Το σπίτι μας στο νησί βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα. Τα πρωινά έχω την αίσθηση πως ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μας. Ακούγοντας τον ήχο των κυμάτων και μυρίζοντας τον θαλασσινό αέρα νιώθω σαν να είμαι κομμάτι της θάλασσας…
   Βέβαια, οι καλύτερες μέρες του καλοκαιριού μου ήταν οι Κυριακές στη θάλασσα, γιατί μαζευόμασταν με την παρέα μου από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα, ακούγοντας μουσική και διασκεδάζοντας. Ξέρεις, στην παραλία που πάμε συχνά συνυπάρχουν άνθρωποι και δελφίνια. Τα έχω δει κι εγώ πολλές φορές, αλλά δεν κατάφερα να τα πλησιάσω… Και ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο ανεβήκαμε μέχρι τ’ άσπρο ξωκλήσι όπου γινόταν μεγάλο πανηγύρι.
   Αλλά όλα αυτά πλέον δεν είναι παρά μια γλυκιά ανάμνηση. Γιατί να περάσει τόσο γρήγορα το καλοκαίρι; Τώρα ήρθε η ώρα να γυρίσουμε και πάλι στο σχολείο…
Υ. Γ. : Με το που γύρισα από τη Λευκάδα, βρήκα να με περιμένουν δύο γράμματα της Χαράς, της αδερφής του Βασίλη. Πού λες να πήγε το καλοκαίρι; Δε θα το πιστέψεις: πήγε στο Τόκιο! Θα στα πω όλα από κοντά…
Με αγάπη,
η φίλη σου
Π. Ιωάννα, Β2

Τα πιο ωραία Χριστούγεννα
   Κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα τα περνάμε στη Θεσσαλονίκη. Λέμε με την αδερφή μου τα κάλαντα, πηγαίνουμε στην εκκλησία και τρώμε μαζί όλη η οικογένεια.
   Κάποια Χριστούγεννα όμως η μάνα μας ήθελε να ταξιδέψουμε και πρότεινε να περάσουμε τις γιορτές στην Αθήνα. Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν με τίποτα. Έλεγε πως στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας που ζούμε είναι καλύτερα, αν είναι να πάμε κάπου, να προτιμήσουμε το χωριό μας.
   Έτσι, η μαμά μάς πήρε εμένα και την αδερφή μου για να πάμε μόνες μας στην Αθήνα. Ταξιδέψαμε με το λεωφορείο, και το ταξίδι ήταν μακρύ και κουραστικό. Όταν φτάσαμε όμως ένιωσα πως άξιζε τον κόπο. Η πόλη ήταν πανέμορφη. Γεμάτη μαγαζιά με στολισμένες βιτρίνες, πολύχρωμες γιρλάντες και φωτάκια, κόσμο που πηγαινοερχόταν… Κανονικά θα ήμουν πανευτυχής, αλλά όλη την ώρα σκεφτόμουν τον μπαμπά που ήταν μόνος και στεναχωριόμουν που θα περνούσαμε τα Χριστούγεννα μακριά του. «Γιατί;», σκεφτόμουν. 
   Όταν νύχτωσε, πήγαμε στο ξενοδοχείο μας για να κοιμηθούμε, όμως τον ύπνο μας διέκοψε στη μέση της νύχτας ο χτύπος της πόρτας. Μόλις ανοίξαμε, μείναμε με ανοιχτό το στόμα. Μπροστά μας στεκόταν ο μπαμπάς με τη βαλίτσα του και μας χαμογελούσε. Η χαρά που πήραμε δεν περιγράφεται! Οι μέρες που ακολούθησαν στην Αθήνα ήταν υπέροχες. Εκείνα τα Χριστούγεννα ήταν τα πιο όμορφα της ζωής μου…
Σ. Ιωάννα, Β2

Ένας ξεχωριστός αγώνας
   Επιτέλους Κυριακή… Η μέρα για τον κρίσιμο αγώνα ποδοσφαίρου ενάντια στην τοπική ομάδα Αμπελοκήπων είχε φτάσει. Για ένα παιδί που κοιμάται τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού μέχρι τις έντεκα, μου φάνηκε περίεργο που έπρεπε να ξυπνήσω νωρίς, σαν να ήμουν και πάλι στο σχολείο… Φτάσαμε στο γήπεδο με το λεωφορείο της ομάδας, ενώ ο μπαμπάς μου μου είχε πει πως θα ερχόταν αργότερα. Ο αγώνας άρχισε, η ώρα περνούσε, όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν. Γιατί;, αναρωτιόμουν απογοητευμένος, ώσπου επιτέλους τον είδα να κάθεται στις κερκίδες. Και τότε ένα φάουλ είχε σαν αποτέλεσμα να επιβληθεί στους αντιπάλους η εσχάτη των ποινών. Ανέλαβα να εκτελέσω το πέναλτι και... ΓΚΟΛ! Η τρίπλα των ονείρων μου μας χάρισε τη νίκη! Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Όλοι οι συμπαίκτες μου φώναζαν το όνομά μου, μα πιο δυνατά ακουγόταν η φωνή του μπαμπά μου…
Α. Γιώργος - Π. Χρήστος. Β2

Ένα αξέχαστο καλοκαίρι
   Βγαίνοντας από το σχολειό, η Χαρά περίμενε τον μπαμπά της να την πάρει. Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν, κι έτσι αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι της με το λεωφορείο. Ευτυχώς βρήκε θέση και κάθισε. Όπως το συνήθιζε, χάθηκε στις σκέψεις της και άρχισε να αναπολεί τις υπέροχες στιγμές που έζησε στις διακοπές της. Το καλοκαίρι της το πέρασε στο χωριό του μπαμπά της, ένα μικρό χωριό με κάτασπρα σπιτάκια κοντά στη θάλασσα. Τ’ άσπρο ξωκλήσι ήταν το πρώτο που έβλεπες όταν έφτανες, ενώ στις πλαγιές του βουνού υπήρχαν άλλα ερημωμένα χωριά. Οι κάτοικοι ήταν λίγοι και όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Έτσι, τους έκανε εντύπωση η επιστροφή του Αντρέα, του μπαμπά της Χαράς, που είχε πολλά χρόνια να επισκεφτεί τον τόπο όπου μεγάλωσε. Έμειναν στο σπίτι του παππού της δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Η κυρία Νίτσα, η γειτόνισσά τους, τους είχε φτιάξει γλυκό του κουταλιού για το καλωσόρισμα. Η Χαρά έκανε γρήγορα φίλους και πέρασε φανταστικά! 
   Αλλά… το λεωφορείο είχε φτάσει στη στάση όπου έπρεπε να κατεβεί και η Χαρά προσγειώθηκε απότομα από τον καλοκαιρινό της παράδεισο στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας
Κ. Άννα, Β2

Τελευταία μέρα στη θάλασσα 
   Ένα πρωί στο τέλος του καλοκαιριού μας πήγε η μάνα μου την αδερφή μου και μένα στη θάλασσα για ένα τελευταίο μπάνιο… Θα ήθελα να πηγαίναμε όλη μαζί η οικογένεια, όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν, γιατί ήταν καθημερινή και είχε δουλειά. 
   Η πόλη έβραζε από τη ζέστη και η σκέψη της δροσερής θάλασσας με έκανε να ανυπομονώ. Ευτυχώς, φτάσαμε γρήγορα, αν και πήγαμε με το λεωφορείο. Ενώ οι Κυριακές στη θάλασσα μου φαίνονται ανυπόφορες λόγω της πολυκοσμίας, τις καθημερινές είναι μια χαρά, δεν έχει πολύ κόσμο και αυτό μου αρέσει πολύ. Με το που βρεθήκαμε στην παραλία, τρέξαμε κατευθείαν να βουτήξουμε μαζί με την αδερφή μου. 
   Όταν μπαίνω στο νερό νιώθω υπέροχα… Η θάλασσα με χαλαρώνει και με κάνει να μη θέλω να φύγω ποτέ από εκεί. Ο ήλιος, η άμμος, τα γαλανά νερά μου δημιουργούν τη διάθεση για ατέλειωτα παιχνίδια! Η μέρα πέρασε σαν αστραπή και η ώρα να φύγουμε ήρθε χωρίς να το καταλάβω. 
   Καθώς γυρίζαμε στο σπίτι, σκεφτόμουν πόσο γρήγορα τελειώνουν οι διακοπές. Σε λίγο θα βρισκόμουν και πάλι στο σχολείο… 
   Αντίο λοιπόν, θάλασσά μου. Εσύ θα είσαι εκεί και θα με περιμένεις του χρόνου που θα έρθω πάλι! 
Μ. Παναγιώτης, Β3

Και ένα ποίημα!

Αποχαιρετισμός στο καλοκαίρι 

Καλοκαιριάτικο πρωινό 
Πίνοντας ήλιο κορινθιακό 
ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μας 
Καθαρά και ήρεμα νερά 
Άνθρωποι και δελφίνια 

Τα Σάββατα οι βόλτες στο χωριό 
Οι Κυριακές στη θάλασσα 
Με γλυκό του κουταλιού 
Μα τώρα πίσω στις χαλασμένες γειτονιές 
και πάλι στο σχολείο… 
Ι. Νάντια, Β2

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του αποσπάσματος από το πεζογράφημα της Μαρίας Ιορδανίδου "Η αυλή μας" με τίτλο "Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας", οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ Γυμνασίου έγραψαν μια σελίδα στο ημερολόγιο ενός από τα πρόσωπα...

Από το ημερολόγιο της μητέρας του διπλανού διαμερίσματος
Αγαπητό μου ημερολόγιο, 
   Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται… Ξύπνησα πολύ νωρίς, όπως συνήθως, για να ετοιμάσω τη μικρή για το σχολείο. Δίνω καθημερινά αγώνα για να την ντύσω, αφού, αγουροξυπνημένη όπως είναι, δεν κάθεται ήσυχα και με βγάζει από τα ρούχα μου! Η ζωή μου έχει έντονους ρυθμούς και στην τράπεζα κουράζομαι αρκετά. Σαν να μη φτάνουν αυτά, έχω και το άγχος ότι δε θα προλάβουμε το σχολικό και θα καθυστερήσω στη δουλειά μου. Αχ, αυτό το παιδί… Λες και το κάνει επίτηδες. Βαρέθηκα να ξεκινάω τη μέρα μου με φωνές και κλάματα. Πώς να μην είναι τα νεύρα μου τεντωμένα;
   Έχουμε γίνει ρεζίλι και στη γειτονιά… Σήμερα η κυρία που κάθεται στο απέναντι διαμέρισμα βγήκε στο παράθυρο του μπάνιου και άρχισε να μου τα ψέλνει. Πρέπει, λέει, να αφήνω το παιδί να ηρεμήσει και να το μάθω να ντύνεται μόνο του… Κι όλα αυτά ενώ η κόρη μου ακόμα δεν ήταν έτοιμη, αλλά το σχολικό είχε έρθει να την πάρει και κόρναρε να κατεβούμε. Ήθελα να της πω να κοιτάει τη δουλειά της και να μην ανακατεύεται. Σε ποια εποχή ζει; Εγώ δεν είμαι μόνο νοικοκυρά και μητέρα, είμαι μια εργαζόμενη γυναίκα και έχω γίνει χίλια κομμάτια για να τα προλαβαίνω όλα. Μήπως μου αρέσει εμένα η κατάσταση αυτή; Αλλά πραγματικά δεν ξέρω τι να κάνω…
   Νιώθω ότι έχω ανάγκη από διακοπές. Λέμε με τον άντρα μου να πάμε στο εξωτερικό οι δυο μας. Το παιδί θα το αφήσουμε στην πεθερά μου, στο Χαϊδάρι. Να ησυχάσω κι εγώ λίγο… Ελπίζω μόνο η γιαγιά του να μην το κακομάθει.
Χ. Αθηνά

Από το ημερολόγιο της μικρής 
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
   Πάλι τις έφαγα σήμερα… Η μαμά είχε κάνει μπάμιες, που καθόλου δε μου αρέσουν, και επέμενε καλά και ντε μου τις ταΐσει! Πού είναι τα κεφτεδάκια και οι τηγανητές πατάτες της γιαγιάς… Είμαι όμως και θυμωμένη, και δεν έχω όρεξη να φάω. Αντί να με πάρουν οι γονείς μου μαζί τους, να κάνουμε διακοπές σαν οικογένεια, με παράτησαν στην Αθήνα! Δε λέω, τη γιαγιά την αγαπάω πολύ και μου κάνει όλα μου τα χατίρια. Αλλά θα ήθελα η μαμά και ο μπαμπάς να αφιερώσουν λίγο χρόνο και σε μένα, επιτέλους… Όλο τον χρόνο δουλεύουν πολύ. Τον μπαμπά σχεδόν δεν τον βλέπω, ενώ η μαμά είναι πάντα αγχωμένη και νευρική και ξεσπάει πάνω μου. 
   Σε λίγο θα αρχίσει πάλι το μαρτύριο. Φωνές, απειλές, ξύλο… Το σχολείο μου αρέσει, αλλά δεν μπορώ το πρωινό ξύπνημα. Και η μαμά κάθε πρωί, πριν καλά καλά ανοίξει το μάτι μου, με τραβολογάει μες στα νεύρα να με ντύσει και να με ετοιμάσει. Βιάζεται, βλέπεις, να πάει στη δουλειά της. Το χειρότερο όμως είναι να γυρνάω από το σχολείο το μεσημέρι και να μην είναι κανένας στο σπίτι για να με παραλάβει. Όταν συμβαίνει αυτό, ο οδηγός του σχολικού με παίρνει μαζί του, ώσπου να αφήσει όλα τα άλλα παιδιά στα σπίτια τους. Αυτό με τρελαίνει…
   Πόσο θα ήθελα η μαμά να ήταν πιο ήρεμη, να με ξυπνούσε με το χαμόγελο το πρωί και να ασχολιόταν περισσότερο μαζί μου… Αν οι γονείς μου ήταν παρόντες στη ζωή μου και μου έδειχναν ότι με αγαπάνε, θα ήμουν κι εγώ το καλύτερο παιδί του κόσμου!
Χ. Κατερίνα

Π. Ελεάννα

...Αλλά και κατέθεσαν τον προβληματισμό τους για τον τρόπο ζωής στις πολυκατοικίες ή παρουσίασαν τα επιχειρήματά τους υπέρ της ζωής σε μονοκατοικία.

Το κλουβί της ψυχής
   Ξεκλειδώνω. Μπαίνω στο σπίτι μου. Είναι ο χώρος όπου ζω, αλλά είναι πραγματικά σπίτι μου; Η διαρρύθμισή του ήταν προαποφασισμένη από τον αρχιτέκτονα, τυποποιημένη, όμοια με όλα τα άλλα διαμερίσματα της πολυκατοικίας. Βγάζω τα παπούτσια μου και τα αφήνω στην άκρη. Είμαι κουρασμένη… Πάω στο σαλόνι. Πουθενά η δική μου πινελιά, το γούστο μου, η προσωπικότητά μου. Αδύνατο να χαλαρώσω εδώ… Βγαίνω στο μπαλκόνι. Τι το ’θελα; Ανταμείβομαι με μια γερή δόση καυσαερίων, γκρίζου και βαβούρας. 
   Μπαίνω πάλι μέσα. Προσπαθώ να τεντωθώ ενώ περπατάω στον διάδρομο για το υπνοδωμάτιο. Μόνο που δεν υπάρχει χώρος… Παρά λίγο να ρίξω τις κορνίζες από τον τοίχο. Ξαπλώνω στο κρεβάτι. Οι τοίχοι είναι πολύ κοντά και νιώθω να με πλακώνουν. Κλείνω τα μάτια και βυθίζομαι στις σκέψεις μου. Έτσι είναι το σύγχρονο σπίτι. Ένα κλουβί για ανθρώπους…
   Αναρωτιέμαι, σε τι διαφέρω από έναν φυλακισμένο; Κι αυτός είναι κλεισμένος μέσα σε τέσσερις τοίχους, χωρίς ορίζοντα, χωρίς αέρα… Ούτε αυτός θέλει να βρίσκεται εκεί που βρίσκεται. Είμαι μια ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Ή μάλλον αυτό μου είναι ξένο.
   Ένα πράγμα ξέρω… Όταν φυλακίζεται το σώμα, φυλακίζεται και η ψυχή. Ζώντας σε ένα διαμέρισμα, στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας, πόσος χώρος υπάρχει για ελευθερία; Πάντως, η ψυχή δεν παίρνει αποφυλακιστήριο, γιατί είτε τρελαίνεται, είτε αποδρά… 
Χ. Αριάδνη

Πολυκατοικία...

...ή μονοκατοικία;

   Μεταξύ πολυκατοικίας και μονοκατοικίας προτιμώ σαφώς τη δεύτερη! 
   Οι μονοκατοικίες βρίσκονται συνήθως στα προάστια, μακριά από τις πυκνοκατοικημένες περιοχές και τη φασαρία του κέντρου. Έτσι, είναι πιο κοντά στη φύση και στο καθαρό περιβάλλον της εξοχής. Είναι πιο ευρύχωρες από τα διαμερίσματα και κάθε μέλος της οικογένειας μπορεί να έχει τον δικό του προσωπικό χώρο.  Είναι δυνατό να υπάρχει ξεχωριστό δωμάτιο ακόμα και για τους φιλοξενούμενους! 
   Παράλληλα, σε μια μονοκατοικία ο ιδιοκτήτης μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, διαμορφώνοντας τους χώρους του σπιτιού του με το δικό του γούστο. Η ιδιωτική ζωή της οικογένειας προστατεύεται, αφού οι γείτονες βρίσκονται σε κάποια απόσταση. Έτσι απουσιάζουν οι εντάσεις και οι συγκρούσεις, που δε λείπουν στα διαμερίσματα. 
   Επιπλέον, μια μονοκατοικία έχει συνήθως αυλή με κήπο. Εκεί μπορεί κανείς να φυτέψει λουλούδια, ακόμη και δέντρα ή να φτιάξει ένα σπιτάκι για το αγαπημένο του κατοικίδιο, ενώ τα παιδιά μπορούν να ευχαριστηθούν το παιχνίδι με ασφάλεια. 
   Μπορεί να ζούμε τώρα στο σύγχρονο διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας, αλλά πάντα ονειρεύομαι να μετακομίσουμε σε μια μονοκατοικία… 
Μ. Ελευθερία

   Έχω σκεφτεί πολλές φορές πώς θα ήταν, αντί να ζω σ’ αυτό το κουτί που ονομάζεται διαμέρισμα, να μένω σε ένα δικό μου και μόνο δικό μου σπίτι. Ναι, φυσικά θα επιθυμούσα να μένω σε μονοκατοικία και ελπίζω όταν ενηλικιωθώ να έχω αυτή τη δυνατότητα… 
   Πρώτα από όλα, στη μονοκατοικία έχεις την ιδιωτικότητά σου και μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις μέσα στο σπίτι, χωρίς να φοβάσαι ότι μπορεί να ενοχλήσεις κάποιο γείτονα. Μπορείς να κάνεις όση φασαρία θέλεις, να κάνεις πάρτι, να βάλεις τέρμα τη μουσική… Ούτε ενοχλείς, αλλά ούτε και ενοχλείσαι. Δεν είσαι υποχρεωμένος να παρακολουθείς τη ζωή των άλλων, αυτών που τυχαίνει να μένουν σε διπλανά διαμερίσματα. Δε χρειάζεται να διατηρείς καλές σχέσεις με ανθρώπους που δε συμπαθείς, μόνο και μόνο επειδή είναι σχεδόν συγκάτοικοί σου, όπως συμβαίνει σε μια πολυκατοικία. 
   Το άλλο σημαντικό που προσφέρει η ζωή στη μονοκατοικία είναι ο χώρος. Τα δωμάτια είναι άνετα, μπορεί να υπάρχει γκαράζ, για να παρκάρει κανείς το αυτοκίνητό του, και ίσως κάποιος κήπος για χαλάρωση και όμορφες στιγμές για μικρούς και μεγάλους! 
   Για όλα αυτά λοιπόν θα ήθελα στο μέλλον να ζήσω σε μονοκατοικία! 
Χ. Φωτεινή

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

Από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του αποσπάσματος από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ Γυμνασίου έγραψαν μια σελίδα στο ημερολόγιο της Μαργκότ, της μητέρας ή του πατέρα της Άννας.

Από το ημερολόγιο της Μαργκότ
Αγαπητό ημερολόγιο,
   Πάω να σκάσω… Και σήμερα μαλώσαμε με την Άννα! Καθόμουν ήσυχα ήσυχα στο κρεβάτι μου και διάβαζα ένα υπέροχο εικονογραφημένο βιβλίο. Με ταξίδευε με τις εικόνες του μακριά από το στενόχωρο καταφύγιό μας, μακριά από τη φρίκη της εποχής που ζούμε… Αλλά δεν πρόλαβα να βγω από το δωμάτιο, και τι να δω; Η Άννα κρατούσε το βιβλίο μου στα χέρια της και το ξεφύλλιζε, σαν να ήταν δικό της! Μου είχε χάσει και τη σελίδα που το είχα αφήσει ανοιχτό, για να συνεχίσω το διάβασμα! Όπως ήταν φυσικό, θύμωσα, αλλά δεν τη μάλωσα όπως θα της άξιζε, αφού πάντα παίρνει τα πράγματά μου χωρίς να με ρωτήσει. Κράτησα την ψυχραιμία μου και την παρακάλεσα ευγενικά να μου το δώσει. Αυτή, αντί να μου το επιστρέψει αμέσως, μου είπε πως θέλει να το κρατήσει λίγο ακόμη. Το θράσος της δεν έχει όρια! 
   Ευτυχώς, μπήκε στη μέση η μαμά, που πάντα με καταλαβαίνει, και την επανέφερε στην τάξη. Ακόμα και ο πατέρας μας, που της έχει αδυναμία, ξέσπασε με τα καμώματά της και την κατσάδιασε. Η κυρία Άννα άφησε επιτέλους το βιβλίο μου και βγήκε από το δωμάτιο με ύφος θλιμμένης πριγκίπισσας… Ποιος της φταίει όμως;
   Αυτό το κορίτσι δεν μπορώ να το καταλάβω… Πάντως, δεν της κρατάω κακία, γιατί είναι η μικρή μου αδερφή και κάποιος πρέπει να δίνει το καλό παράδειγμα.
Μ. Μύρων

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, 
   Πάλι προβλήματα με την αδελφή μου σήμερα… Κόντευε να βραδιάσει, αλλά δεν το είχα πάρει είδηση, καθώς με είχε απορροφήσει ένα βιβλίο με πανέμορφες εικόνες. Πόσο μου αρέσει να διαβάζω! Είναι μεγάλη παρηγοριά να μπορείς να ξεφύγεις με το μυαλό σου, έστω και για λίγο, από τη σκληρή πραγματικότητα… Σηκώθηκα να ξεμουδιάσω και βγήκα από το δωμάτιο. Όταν γύρισα, βρήκα την Άννα να κρατάει στα χέρια της το βιβλίο μου και να χαζεύει τις εικόνες. Δεν κρύβω ότι ενοχλήθηκα, γιατί ανυπομονούσα να το συνεχίσω, αλλά εκείνη δε μου το έδινε. 
   Τότε ήταν που ανακατεύτηκε η μητέρα και απαίτησε από την Άννα να μου επιστρέψει το βιβλίο μου. Αλλά και ο πατέρας τη μάλωσε, αν και δεν ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί. Είναι πολύ νευρικός τελευταία. Αλλά πώς να μη σπάσουν τα νεύρα όλων μας κάτω από τις συνθήκες που ζούμε; Η Άννα έφυγε δυσαρεστημένη και πικραμένη. Τη λυπήθηκα… Αν δεν έμπαιναν στη μέση οι γονείς μας, νομίζω πως θα τα βρίσκαμε μόνες μας. Με την παρέμβασή τους δόθηκε μεγαλύτερη σημασία σ’ αυτό το ασήμαντο περιστατικό από αυτή που πραγματικά έχει. 
   Η καημένη η αδελφή μου… Πιστεύω πως με ζηλεύει. Έχει την εντύπωση ότι οι γονείς μας πάντα παίρνουν το μέρος μου κι αυτό την κάνει να αποτραβιέται από την οικογένεια και να κλείνεται στον εαυτό της. Ελπίζω καθώς μεγαλώνουμε οι σχέσεις μας να γίνουν καλύτερες και να είμαστε πιο αγαπημένες. Θα ήθελα τόσο να γίνουμε κάποτε φίλες!
Δική σου, 
Μαργκότ
Χ. Κατερίνα

Από το ημερολόγιο της μητέρας
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   Δεν ξέρω πια τι να κάνω με τις με τις κόρες μου... Όλο τρώγονται μεταξύ τους σαν τον σκύλο με τη γάτα. Από μικρές είχαν τελείως διαφορετικό χαρακτήρα. Η Μαργκότ ήρεμη και χαμηλών τόνων, ενώ η Άννα άτακτη και ζωηρή. Λένε πως το μεγάλο παιδί ζηλεύει το μικρό, αλλά εδώ γινόταν το αντίθετο. Η Άννα πάντα ήθελε να είναι στο επίκεντρο της προσοχής και δημιουργούσε καταστάσεις για να το πετυχαίνει. Αλλά θέλεις η εφηβεία, θέλεις ότι είμαστε όλοι κλεισμένοι εδώ μέσα, η κατάσταση είναι πλέον αφόρητη…
   Το να κάνω τον διαιτητή μεταξύ τους με έχει κουράσει. Αναρωτιέμαι… Μήπως κάθε φορά που επεμβαίνω κάνω τα πράγματα χειρότερα; Μήπως πρέπει από δω και πέρα να τις αφήνω να λύνουν μόνες τους τις διαφορές τους; Είναι πια ολόκληρες κοπέλες! Φοβάμαι πως η Άννα νομίζει πως μεροληπτώ εις βάρος της. Το βλέπω στα μάτια της ότι με δικάζει και με κρίνει αυστηρά. Είναι αλήθεια ότι μου είναι πιο εύκολο να καταλάβω την Μαργκότ. Δείχνει μεγάλη ωριμότητα σ’ αυτές τις δύσκολες μέρες που περνάμε και δεν προκαλεί προβλήματα και εντάσεις. Η Άννα είναι πιο κοντά στον πατέρα της, που πιστεύω πως τον θαυμάζει και τον έχει σαν πρότυπο. Αλλά τα παιδιά μου τα αγαπώ και τα δυο το ίδιο και δεν τα ξεχωρίζω! Θα προσπαθήσω να πλησιάσω τη μικρή μου κόρη, να της δείξω ότι τη νοιάζομαι όσο και την αδελφή της. Ελπίζω μόνο να με αφήσει…
Χ. Φωτεινή

Από το ημερολόγιο του πατέρα
Αγαπητό ημερολόγιο, 
   Οι κόρες μου έχουν αρχίσει να ξεφεύγουν και δεν ξέρω για πόσο θα μπορώ να διατηρώ την ηρεμία σ’ αυτό το καταφύγιο που ζούμε. Πλέον οι καυγάδες αρχίζουν με τις πιο ασήμαντες αφορμές και μάταια προσπαθούμε με τη γυναίκα μου να τους σταματήσουμε… 
   Σήμερα πάλι μάλωσαν για ένα βιβλίο. Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε και ούτε έχει σημασία. Μπορώ να φανταστώ… Το βιβλίο θα ήταν της Μαργκότ και η Άννα θα της το πήρε. Από τότε που ήταν μικρά η Άννα ήθελε όλο να παίρνει τα πράγματα της αδελφής της… Αλλά δεν είναι πια κανένα μωρό! Πολύ θα ήθελα να δω τι θα γινόταν, αν η Μαργκότ έπαιρνε ένα από τα δικά της βιβλία, και της το είπα. Το ότι η Άννα είναι η αδυναμία μου, δε σημαίνει ότι θα παίρνω το μέρος της ό,τι και να κάνει! Αυτή άφησε το βιβλίο και βγήκε από το δωμάτιο πειραγμένη. Μα δεν καταλαβαίνει ότι οι φωνές και οι τσακωμοί μπορεί να μας εκθέσουν σε κίνδυνο; Το μόνο που κοιτάζω είναι το καλό της και το καλό όλης της οικογένειας… 
   Το βράδυ η Άννα κλείστηκε πάλι στο δωμάτιό της και έγραφε στο ημερολόγιό της. Έχω την εντύπωση ότι έχει εγκαταλείψει το καράβι της οικογένειας και πλέει μόνη της πια. Ανταγωνίζεται τη μεγαλύτερη αδελφή της, είναι σχεδόν εχθρική απέναντι στη μητέρα της και δε συζητάει πλέον μαζί μου. Πριν κλειστούμε εδώ μέσα, μου μιλούσε για όλα όσα την απασχολούσαν, ήμασταν τόσο κοντά! Τώρα δεν ξέρω πώς να την πλησιάσω ξανά, δεν καταλαβαίνω τι περιμένει από μένα…
   Αυτός ο καταραμένος πόλεμος φταίει για όλα! Δύο κορίτσια στην εφηβεία, απομονωμένα από τον κόσμο, φυλακισμένα… Το μόνο που εύχομαι είναι να καταφέρουμε να επιβιώσουμε. Τότε, μετά το τέλος του πολέμου, θα μπορέσουμε να ζήσουμε κι εμείς σαν φυσιολογικοί άνθρωποι…
Χ. Αριάδνη

Και μια προσωπική μαρτυρία...

Ο αδελφός μου κι εγώ
   Ο μεγάλος μου αδελφός φέτος πάει στη Γ΄ Λυκείου. Όμως αυτό δε σημαίνει πως ό,τι νεύρα έχει, επειδή κάνει μεγάλη προσπάθεια, θα τα ξεσπάει πάνω μου! Κάθε φορά που δε βρίσκει κάτι, για παράδειγμα τα ακουστικά του (που τα χάνει συνέχεια), κατηγορεί εμένα και λέει πως ή του τα πήρα και τα παράτησα κάπου ή τα έκρυψα για να του σπάσω τα νεύρα… Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να με κατσαδιάζουν οι γονείς μου για κανένα μισάωρο μέχρι να τα βρει, αλλά και τότε ΔΕΝ μου ζητάει συγγνώμη για την αναστάτωση! Σαν να μην έφτανε αυτό, δεν είναι λίγες φορές που μου συμπεριφέρεται σαν να είναι ο πατέρας μου. Και τώρα θα μου πεις, νοιάζεται για σένα… Ωραία, ας νοιάζεται, αλλά μέσα σε λογικά πλαίσια! Ας πούμε, πολλές φορές τα Σάββατα βγαίνω βόλτα με τους φίλους μου. Λοιπόν, πριν βγω θα με ρωτήσει με ποιους θα βγω και πού θα πάω και θα μου πει ότι βγαίνω πολύ συχνά και ότι πρέπει να διαβάζω περισσότερο! Περιμένω πώς και πώς να δώσει εξετάσεις, μήπως και ηρεμήσει, αλλά και ελπίζω όταν μεγαλώσει να γίνει καλός πατέρας και να μη συμπεριφέρεται στα παιδιά του όπως σε μένα…
Π. Παναγιώτης

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2018

Για τη φιλία και τους φίλους

Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ Γυμνασίου παρουσιάζουν τις δικές τους "συνταγές" για μια τέλεια φιλία...

Μπισκότα αγάπης και φιλίας
Για τα μπισκότα μας θα χρειαστούν:
♦ 1 κιλό αληθινή αγάπη 
♦ Μισό φλιτζάνι εχεμύθεια
♦ Γενναιοδωρία (όσο πάρει)
♦ 1 μεγάλο κουτάλι υπομονή
♦ 1 φλιτζάνι αποδοχή
♦ 3 κουταλάκια συμπαράσταση
Για τη διακόσμηση: σταγόνες χιούμορ - άχνη ευτυχίας

Εκτέλεση
   Όλα τα υλικά πρέπει να είναι σε θερμοκρασία δωματίου. Βάζουμε την αληθινή αγάπη να λιώσει, ώστε να βγάλει όλα τα αρώματά της. Χτυπάμε στο μίξερ τη λιωμένη αγάπη μαζί με την εχεμύθεια και συμπληρώνουμε με όση γενναιοδωρία βλέπουμε ότι χρειάζεται. Αφήνουμε το μείγμα να ξεκουραστεί για λίγο, προσθέτουμε την υπομονή και το ξαναχτυπάμε μέχρι να γίνει αφράτο.
   Σε ένα άλλο μπολ, κοσκινίζουμε καλά την αποδοχή. Την ανακατεύουμε με τη συμπαράσταση και μετά ζυμώνουμε όλα τα υλικά μαζί. Θέλουμε μια ζύμη δεμένη, αλλά εύπλαστη! 
   Όταν η ζύμη μας είναι έτοιμη, την απλώνουμε και την κόβουμε με κουπ πατ σε όποιο σχήμα μας αρέσει. Στρώνουμε αντικολλητικό χαρτί ψησίματος σε μια λαμαρίνα και βάζουμε με προσοχή τα μπισκότα, με κάποια απόσταση μεταξύ τους, για να μην κολλήσουν. Τα στολίζουμε με σταγόνες χιούμορ και τα ψήνουμε μέχρι να ροδίσουν. 
   Πριν σερβίρουμε τα μπισκότα της φιλίας, τα πασπαλίζουμε με άχνη ευτυχίας. 
   Καλούμε τους φίλους μας να απολαύσουμε όλοι μαζί αυτά τα νόστιμα μπισκότα, που σίγουρα θα μας θυμίζουν στο μέλλον υπέροχες στιγμές!

Τ. Φωτεινή

Συνταγή για μια φιλία που διαρκεί! 
Υλικά 
✔ Αφοσίωση
✔ Συνέπεια 
✔ Ειλικρίνεια
✔ Εμπιστοσύνη
✔ Αλληλοσεβασμός
✔ Κατανόηση
✔ Αμοιβαία υποστήριξη
✔ Αποδοχή

   Δεν έχετε παρά να ανακατέψετε καλά όλα τα συστατικά της φιλίας μεταξύ τους, να φτιάξετε ένα σφιχτό μείγμα και να του δώσετε όποιο σχήμα προτιμάτε.
   Η συνταγή μας δε δίνει ακριβείς ποσότητες στα υλικά… Πρέπει να πειραματιστείτε μόνοι σας, για να φτιάξετε τη φιλία που σας ταιριάζει!
Π. Έρικα

Τέλεια συνταγή: το κέικ της φιλίας
Υλικά
1 κούπα αγάπη για όλες τις χρήσεις
3 κρόκους ανιδιοτέλειας
250 γραμμάρια εμπιστοσύνη
150 γραμμάρια κατανόηση
1 κουταλάκι του γλυκού υπομονή 
Μισή κούπα χημεία
Ψιλοκομμένη ειλικρίνεια (για το γαρνίρισμα)

Εκτέλεση
   Προθερμαίνουμε τον φούρνο. Παίρνουμε ένα μεγάλο μπολ και ρίχνουμε πρώτα το βασικό συστατικό, την αγάπη. Προσθέτουμε τους 3 κρόκους ανιδιοτέλειας και ανακατεύουμε καλά. Όταν το μείγμα γίνει ομοιογενές και χωρίς σβόλους, ρίχνουμε την εμπιστοσύνη, την κατανόηση και το κουταλάκι της υπομονής. Τελευταία βάζουμε τη χημεία, για να δέσει το γλυκό! Απλώνουμε σε ένα ταψάκι σε σχήμα καρδιάς και ψήνουμε μέχρι να φουσκώσει το κέικ και να πάρει ωραίο χρώμα. Μόλις κρυώσει, πασπαλίζουμε με ψιλοκομμένη ειλικρίνεια. Έτοιμο!
   Τα υλικά που θα χρειαστούμε τα έχουμε όλοι, αλλά πρέπει να ψάξουμε λίγο για τα βρούμε…

Π. Παναγιώτης 

...Αλλά και καταθέτουν τις σκέψεις και τους προβληματισμούς τους για τη φιλία στις μέρες μας ή χαρίζουν ένα δώρο στον καλύτερό τους φίλο!

Περί φιλίας...
   Η φιλία αποτελεί σημαντική αξία σε κάθε εποχή και για κάθε ηλικία. Μια αληθινή φιλία καλύπτει την ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία και βοηθάει στην ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του, καθώς στο πλαίσιό της μαθαίνει να είναι ανιδιοτελής και να περιορίζει τον εγωισμό του. Όταν έχεις καλούς φίλους, με τους οποίους μπορείς να μοιραστείς τόσο τις ευχάριστες όσο και τις δύσκολες στιγμές, η χαρά γίνεται μεγαλύτερη και η λύπη λιγότερη. Η φιλία δίνει νόημα στη ζωή και είναι ανεκτίμητο αγαθό για τον άνθρωπο!
   Αλλά η δημιουργία μιας αληθινή φιλίας δεν είναι εύκολη υπόθεση… Το στήριγμά της είναι, πρώτα απ’ όλα, η εκτίμηση και ο αλληλοσεβασμός. Παράλληλα, μεταξύ των φίλων επιβάλλεται να υπάρχει αμοιβαία κατανόηση και ειλικρίνεια. Δεν μπορεί να λείπει και η εχεμύθεια, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την καλλιέργεια της εμπιστοσύνης. 
   Ο ιδανικός φίλος θα σε αποδεχτεί έτσι όπως είσαι, χωρίς να προσπαθεί να σε αλλάξει. Ποτέ δε θα σε κακολογήσει πίσω από την πλάτη σου και η κριτική του θα είναι πάντα καλοπροαίρετη. Θα βρει χρόνο για σένα και θα ενδιαφερθεί να σε ακούσει. Εκεί όμως που οι φιλίες δοκιμάζονται πραγματικά είναι στα δύσκολα… Όταν βρεθείς σε ανάγκη, αυτοί που είναι πραγματικοί σου φίλοι θα σταθούν στο πλευρό σου και θα σε υποστηρίξουν με όποιο τρόπο μπορούν. 
   Ωστόσο, ειδικά στην εποχή μας, οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν αλλοτριωθεί. Ο χρόνος δεν υπάρχει, η ιδιοτέλεια και η καχυποψία κυριαρχούν. Γι’ αυτό μια ειλικρινής και μακροχρόνια φιλία είναι σήμερα κάτι που δύσκολα και σπάνια το συναντάς…
Σ. Σωτήρης

Αλκίνοος Ιωαννίδης & Τζίμης Πανούσης - Εγώ κι εσύ μαζί
Ένα τραγούδι για τον καλύτερό μου φίλο 

Όταν η τύχη σου θα 'ναι φευγάτη,
και συ μακριά απ' το ζεστό σου κρεβάτι
Τότε θυμήσου τη χρυσή συμβουλή
Εγώ κι εσύ μαζί

Τα βάσανά σου είναι και δικά μου,
και για τους δυο μας χτυπάει η καρδιά μου
Δυο φιλαράκια με μια ψυχή
Εγώ κι εσύ μαζί

Μπορείς αν θες
να βρεις πιο έξυπνους φίλους,
Να 'ναι μεγάλοι και πιο δυνατοί
Μπορείς!
Αλλά να ξέρεις τη δικιά μου αγάπη
δεν θα στη δώσει, φιλαράκο, κανείς

Κι όσο περνάνε και φεύγουν τα χρόνια
και η φιλία μας θα μένει αιώνια
Είναι γραφτό μας, μοίρα κοινή...
Εγώ κι εσύ μαζί!

   Καλέ μου φίλε, θέλω να ξέρεις πως, ακόμα κι όταν η τύχη δε σου χαμογελάει, εγώ θα είμαι δίπλα σου. Γιατί φίλος μπορεί να λέγεται μόνο αυτός που πονάει με τα βάσανά σου, αυτός που έχετε μια καρδιά και μια ψυχή. Δεν είμαι τέλειος, ούτε ίσως ο πιο έξυπνος… Αλλά να ξέρεις πως σ’ αγαπώ σαν αδελφό μου και σε δέχομαι όπως είσαι. Κι αυτό δεν είναι εύκολο να το βρεις στη ζωή… Πιστεύω πως η φιλία μας θα αντέξει στο πέρασμα του χρόνου και δε θα χωρίσουμε ποτέ!
   Εγώ κι εσύ, κολλητέ μου, μαζί για πάντα!
Τ. Ξενοφών

Ένα δώρο για τον καλύτερό μου φίλο 
   Το ποδήλατό μου είναι για μένα ένα από τα πιο σημαντικά και αγαπημένα μου πράγματα. Με τον κολλητό μου περνάμε πολύ ωραία κάνοντας βόλτα στην Καλαμαριά με τα ποδήλατα. Μάλιστα σχεδιάζουμε να κάνουμε σύντομα μια από τις μεγαλύτερες βόλτες της ζωής μας! 
   Μεγαλώνοντας, θα ήθελα να χαρίσω στον καλύτερο φίλο μου το ποδήλατό μου, για να θυμάται τις όμορφες στιγμές, αλλά και τις αναποδιές που έχουμε περάσει μαζί στην εφηβεία μας και, αν κάποτε χωριστούμε, να το κοιτάει και να με θυμάται…

Μ. Μύρων

Ο μικρός πρίγκιπας και η αλεπού

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του αποσπάσματος από τον "Μικρό πρίγκιπα" του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ με τίτλο "Ο μικρός πρίγκιπας και η αλεπού", οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ Γυμνασίου ζωγράφισαν...

Ο μικρός πρίγκιπας και το τριαντάφυλλό του
Σ. Δομνίκη
Μπροστά στον τριανταφυλλόκηπο
Τ. Χιονία
Ο μικρός πρίγκιπας και η αλεπού
Π. Ελεάννα

...Ή προτίμησαν να γράψουν μια σελίδα στο ημερολόγιο του μικρού πρίγκιπα, του τριαντάφυλλου ή της αλεπούς.

Από το ημερολόγιο του μικρού πρίγκιπα
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   Η γη, αυτός ο πλανήτης που βρέθηκα, είναι πολύ παράξενη! Η σημερινή μέρα μού επιφύλαξε πολλές συγκινήσεις και εκπλήξεις…
   Το πρώτο που συνάντησα τι λες να ήταν; Ένας κήπος γεμάτος τριαντάφυλλα! Απίστευτο, χιλιάδες τριαντάφυλλα ολόιδια με το δικό μου! Έμεινα κατάπληκτος. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου.... Τα έκλεισα και τα ξανάνοιξα, μήπως και ήταν όνειρο, αλλά τα τριαντάφυλλα ήταν και εκεί και με καλημέρισαν.
   Αμέσως σκέφτηκα πώς θα αντιδρούσε το δικό μου τριαντάφυλλο, αν μάθαινε ότι δεν είναι το μοναδικό που υπάρχει. Γιατί δεν πιστεύω πως μου είπε ψέματα, σίγουρα αυτό νομίζει για τον εαυτό του… Ασφαλώς θα του κακοφαινόταν πολύ, θα ένιωθε ταπεινωμένο που δεν είναι τελικά παρά ένα απλό τριαντάφυλλο, όμοιο με πολλά άλλα. Ίσως προσποιούνταν πως πεθαίνει από την ταραχή του, για να με κάνει να τρέξω να το περιποιηθώ. Μπορεί ακόμα και να αφηνόταν να πεθάνει στ’ αλήθεια από τη ντροπή του…
   Ύστερα σκέφτηκα και μένα… Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευα ότι ήμουν ξεχωριστός, γιατί μπορούσα να χαίρομαι το μόνο τριαντάφυλλο στον κόσμο. Μπορεί να με κούραζε με τις συνεχείς απαιτήσεις και τα νάζια του, αλλά ήταν δικό μου! Μπροστά στα χιλιάδες τριαντάφυλλα κατάλαβα πως ο καθένας μπορούσε να έχει ένα τόσο κοινό λουλούδι… Ένιωσα ότι είμαι φτωχός και ασήμαντος.
   Δεν άντεξα άλλο… Έπεσα κάτω στο χορτάρι και άρχισα να κλαίω. Σ’ αυτή την κατάσταση με βρήκε η αλεπού, ένα υπέροχο πλάσμα που ζει εδώ, στη γη. Πιάσαμε την κουβέντα και μπορώ να πω πως ξεχάστηκα. Εντυπωσιάστηκε που είμαι από άλλο πλανήτη και μου ζήτησε να την ημερώσω. Μου είπε πως έτσι θα δημιουργήσουμε δεσμούς μεταξύ μας και θα γίνουμε μοναδικοί ο ένας για τον άλλο. Μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον…
   Αύριο θα ξεκινήσουμε το ημέρωμα! Ανυπομονώ…
Μ. Ελευθερία

Από το ημερολόγιο του τριαντάφυλλου
Αγαπητό ημερολόγιο,
   Δε θα πιστέψεις τι έγινε σήμερα! Εκεί που ξεκουραζόμουνα στην όμορφη γυάλα μου, είδα τον κύριο Ταχυδρόμο, με το περιποιημένο μουστάκι του, να με πλησιάζει και να μου δίνει ένα γράμμα. «Επιτέλους, ο αγαπημένος μου μικρός πρίγκιπας μου στέλνει νέα του!», σκέφτηκα. Χάρηκα τόσο, που ένα μπουμπούκι μου άνοιξε!
   Όταν όμως άρχισα να διαβάζω το γράμμα, κοκκίνισα σαν τριαντάφυλλο που είμαι... Ο φίλος μου μου έγραφε πως, με το που έφτασε στον πλανήτη των ανθρώπων, συνάντησε έναν κήπο με χιλιάδες ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ! Αδύνατο να το πιστέψω! Εγώ και μόνο είμαι το πανέμορφο, το καταπληκτικό, το μοναδικό τριαντάφυλλο στον κόσμο. Δεν μπορεί, κάποιο λάθος θα έχει γίνει… Ίσως ο μικρός πρίγκιπας είδε κάποια άλλα λουλούδια που μου μοιάζουν κάπως, αλλά σίγουρα είμαι πολύ πιο όμορφο από αυτά.
   Αλλά τα χειρότερα δεν τα είχα διαβάσει ακόμα… Εκτός από τα «τριαντάφυλλα», ο πρίγκιπάς μου συνάντησε και μια αλεπού, που ήταν, λέει, πολύ όμορφη, και αποφάσισε να την ημερώσει και να γίνουν φίλοι. ΟΧΙ! Δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό, ο μικρός πρίγκιπας είναι δικός μου και μόνο δικός μου. Δε θέλω να τον μοιράζομαι με κανέναν άλλο! 
   Είμαι στεναχωρημένο, ημερολόγιό μου, και φοβάμαι, φοβάμαι πολύ. Αν ο μικρός πρίγκιπας γίνει τελικά φίλος με την αλεπού κι εμένα με ξεχάσει; Αν δεν επιστρέψει ποτέ κοντά μου, στον πλανήτη μας; Αν και πριν φύγει για το μακρινό του ταξίδι πολλές φόρες του γκρίνιαζα και τον ταλαιπωρούσα με τις ιδιοτροπίες μου, τον αγαπώ και δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν. Θα έχω άραγε την ευκαιρία να του το πω ή τον έχασα για πάντα;
Χ. Φωτεινή

Από το ημερολόγιο της αλεπούς
Αγαπημένο μου ημερολόγιο, 
   Κλαίω… Κλαίω, γιατί έφυγε ο φίλος μου, ο μικρός μου πρίγκιπας με τα χρυσαφένια μαλλιά. Σήμερα ήρθε να με αποχαιρετήσει. Με είδε στεναχωρημένη και με ρώτησε τι κέρδισα από το ημέρωμά μου, αφού θα κλάψω. Ακόμα δεν είχε καταλάβει… Του αποκρίθηκα ότι είμαι κερδισμένη, αφού μου μένει το χρώμα του σταριού. Μου μένουν, βέβαια, πολλά περισσότερα. Η εικόνα του, η σκέψη του, το ότι γίναμε φίλοι… Αλλά αυτά δεν του τα είπα.
   Τον έστειλα να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα. Ήμουν σίγουρη ότι αυτό θα τον έκανε να νιώσει τι σημαίνει το ημέρωμα… Τώρα ήταν αρκετά ώριμος, ώστε να συνειδητοποιήσει τι έκανε το δικό του τριαντάφυλλο ξεχωριστό, διαφορετικό από κάθε άλλο τριαντάφυλλο στον κόσμο.
   Σαν αποχαιρετιστήριο δώρο, χάρισα στον φίλο μου το μυστικό μου: «Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.». Εκεί που τα μάτια βλέπουν εκατό χιλιάδες τριαντάφυλλα, ίδια και απαράλλαχτα μεταξύ τους, η καρδιά μπορεί να ξεχωρίσει το ένα και μοναδικό. Και για μένα, πριν με ημερώσει, ο μικρός πρίγκιπας δεν ήταν παρά ένα αγοράκι όμοιο με κάθε άλλο. Αλλά όχι πια… Τώρα είναι αυτό που παρηγόρησα όσο έκλαιγε. Αυτό που προσπάθησα να απαντήσω στις ατελείωτες ερωτήσεις του. Αυτό που του αφιέρωσα και μου αφιέρωσε χρόνο για να με ημερώσει. Αυτό που αγαπάω…
   Από αύριο θα είμαι πάλι μοναχική, αλλά όχι πια μόνη. Θα ξέρω πως κάπου εκεί έξω έχω έναν φίλο. Κάπου μακριά ίσως, σε ένα από τα μυριάδες φωτάκια στον ουρανό, θα είναι ο μικρός μου πρίγκιπας. Και θα με σκέφτεται…
Χ. Αριάδνη

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2018

Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν...

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του διηγήματος της Έλλης Αλεξίου "Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν..." οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β' Γυμνασίου ζωγράφισαν...

Τα δυο αδέλφια
Σ. Δομνίκη
Ο σιδηρόδρομος
Π. Έρικα
Μπροστά στη βιτρίνα
Π. Ελισάβετ

Τ. Δημήτρης

Άλλοι/ες έγραψαν μια σελίδα στο ημερολόγιο του Πέτρου, της Αγγελικούλας ή ενός από τα παιδιά που ήθελαν να αποκτήσουν τον σιδηρόδρομο...

Από το ημερολόγιο του Πέτρου
Αγαπητό ημερολόγιο, 
   Σήμερα που βγήκαμε στην οδό Αιόλου, αφήσαμε τη μαμά να ζητιανέψει κι εγώ με την αδελφή μου, την Αγγελική, πήγαμε σε όλες τις βιτρίνες με τα παιχνίδια! Της Αγγελικής της άρεσε μια κούκλα που έχει μηχανισμό και κουνάει το κεφάλι της κι εμένα με ξετρέλανε ο τεράστιος σιδηρόδρομος! Είναι σαν αληθινός και όλα τα παιδιά τον θαυμάζουν. Αχ, πότε θα έρθει ο μπαμπάς να μου τον πάρει, τον θέλω πάρα πολύ… Η μαμά είπε πως θα γυρίσει μέχρι τα Φώτα και δε βλέπω την ώρα και τη στιγμή. Αλλά ανησυχώ, γιατί δε βλέπω τον σιδηρόδρομο να μένει για πολύ στη βιτρίνα. Άκουσα τα παιδιά που τον χαζεύαμε μαζί να λέει το καθένα ότι αυτό θα τον αποκτήσει. Έχουν, βλέπεις, και τους δύο γονείς τους κοντά τους ή ένα κάρο συγγενείς, και θα τον ζητήσουν για χριστουγεννιάτικο δώρο… Ο μπαμπάς πρέπει να βιαστεί! Αν γυρίσει από την εξορία, όλα θα πάνε καλά. Ας ελπίσουμε ότι οι κακοί άνθρωποι θα τον αφήσουν…
Π. Παναγιώτης

Αγαπημένο μου ημερολόγιο.
   Φέτος τα Χριστούγεννα ζήτησα από τον Αι-Βασίλη δύο πράγματα. Ίσως γι’ αυτό δε μου χάρισε κανένα… Ήθελα να αποκτήσω εκείνο τον θαυμάσιο σιδηρόδρομο, που σου έχω γράψει τόσα γι’ αυτόν. Αλλά πάνω απ’ όλα ήθελα να γυρίσει κοντά μας ο μπαμπάς, που καλά καλά δεν τον ξέρουμε. Ονειρευόμουν τον γυρισμό του και έλπιζα πως θα μπορούσε να μου πάρει και το δώρο που λαχταρούσα. Αλλά κανένας μπαμπάς δεν επέστρεψε στο σπίτι του από την εξορία και οι φετινές γιορτές μόνο χαρούμενες δεν ήταν για μας…
   Είμαι πολύ λυπημένος και απογοητευμένος… Αλλά στην αδελφή μου δεν μπορώ να μιλήσω, γιατί είναι μικρή και δε θα με καταλάβει. Στη μαμά πάλι δε θέλω να μιλήσω, γιατί θα τη στεναχωρήσω, κι έχει τόσα στο κεφάλι της… Ευτυχώς που έχω εσένα, καλό μου ημερολόγιο, για να πω αυτά που νιώθω! 
Τ. Χιονία

Από το ημερολόγιο της Αγγελικούλας
Καλό μου ημερολόγιο,
   Σήμερα σηκώθηκα πρωί πρωί και έτρεξα να ξυπνήσω τον αδερφό μου, τον Πέτρο, να ετοιμαστεί, για να βγούμε να πούμε τα κάλαντα. Ήμουν πολύ χαρούμενη και ανυπομονούσα να πάμε στην οδός Αιόλου με τα λαμπερά μαγαζιά και τις στολισμένες βιτρίνες! Βέβαια, η μαμά δε φαινόταν να χαίρεται καθόλου. Όλο μετρούσε σκεφτική κάτι ψιλά που έβγαλε από την τσέπη της. Έφυγε βιαστικά και μετά από λίγο γύρισε με ένα καρβέλι ψωμί. Δε βιαζόταν να φύγουμε. Φοβόταν μην κρυώσουμε και ήθελε να μας ντύσει ζεστά. Αλλά εγώ έχω γίνει πια ολόκληρη κοπέλα και η μαμά δεν έβρισκε κάτι που να μου κάνει… Έτσι, μου δάνεισε το σάλι της. Με τύλιξε μ’ αυτό καλά καλά και μου το έδεσε με ένα κορδόνι, για να μη μου φεύγει. Αν και δυσκολευόμουν λίγο να κουνήσω τα χέρια μου, δεν μπορώ να πω, ήταν πολύ ζεστό και μαλακό.
   Ξεκινήσαμε για το κέντρο με τα πόδια. Δεν ήταν κοντά, αλλά κάναμε και βόλτα και δε με πείραζε. Μόνο που λάσπωσα τα αρβυλάκια μου… Αφού φτάσαμε επιτέλους, η μαμά στάθηκε σε μια γωνιά, για να ξέρουμε πού να τη βρούμε, και εγώ μαζί με τον Πέτρο πήγαμε χεράκι χεράκι να πούμε τα κάλαντα. Αλλά πρώτα σταθήκαμε στη βιτρίνα με τον σιδερόδρομο. Εμένα μου άρεσε μια ωραία κούκλα που περπατάει και μιλάει, αλλά ο Πέτρος είναι αγόρι… Και είναι αλήθεια πως ο σιδερόδρομος έχει το χάζι του! Ανεβαίνει και κατεβαίνει βουνά, περνάει πάνω από μια γέφυρα και μετά τρυπώνει σε ένα τούνελ και χάνεται, ώσπου μετά από λίγο να σου τον από την άλλη μεριά της βιτρίνας! Άσε που τα φώτα του αναβοσβήνουν σαν αληθινά! Ένα σωρό παιδιά είχαν μαζευτεί εκεί μπροστά και τον κοιτούσαν με το στόμα ανοιχτό. Όταν θα γυρίσει ο μπαμπάς από την εξορία, πιστεύω πως θα μας τον αγοράσει. 
   Επιστρέψαμε στο σπίτι κουρασμένοι. Είχα ξαπλώσει για ύπνο, όταν ξαφνικά χτύπησε η πόρτα! Αμέσως πετάχτηκα από το κρεβάτι να δω ποιος είναι. Είχα μια ελπίδα πως θα ήταν ο μπαμπάς! Ο Πέτρος έτρεξε κι αυτός και με πρόλαβε. Είναι πιο μεγάλος, γι’ αυτό! Όμως τζάμπα τρέχαμε… Ήταν η γειτόνισσα, που ήρθε να μας αφήσει δύο κουπάκια κόλλυβα από την κηδεία του πεθερού της... Εμείς απογοητευτήκαμε, αλλά τουλάχιστον η μαμά χάρηκε πολύ!
   Πόσο θα ήθελα να γυρίσει σύντομα κοντά μας ο μπαμπάς! Αυτό θα είναι το καλύτερο δώρο για όλους μας…
Χ. Γιώργος

Από το ημερολόγιο του παιδιού του καθηγητή
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   Πλησιάζουν οι γιορτές, και οι γιορτές σημαίνουν δώρα! Και φέτος ξέρω πολύ καλά τι θέλω… Σήμερα πάλι κόλλησα να χαζεύω εκείνο τον υπέροχο σιδηρόδρομο που σου έχω πει. Είναι το όνειρό μου να τον αποκτήσω, αφού, όπως ξέρεις, θα ήθελα να γίνω οδηγός τρένου, όταν μεγαλώσω. Αλλά δεν είμαι ο μόνος που τον λαχταρά. Μπροστά στη βιτρίνα είχαν μαζευτεί ένα σωρό παιδιά και όλα φώναζαν ενθουσιασμένα, όταν το τρενάκι χανόταν μέσα στο τρυπημένο βουνό κι εμφανιζόταν μετά από την άλλη μεριά. Πολλά παιδιά τα γνώριζα από το σχολείο και πιάσαμε την κουβέντα. Ο ένας έλεγε τούτο κι άλλος το άλλο για το πώς θα αποκτήσει τον σιδηρόδρομο, και τότε πετάχτηκε ένα παιδί που δεν το ήξερα και είπε ότι θα του τον αγοράσει ο μπαμπάς του. Όλοι γυρίσαμε και τον κοιτάξαμε. Κρατούσε από το χέρι ένα μικρότερο κοριτσάκι, αδελφή του θα ήτανε, και ήταν και οι δυο φτωχοντυμένοι. Τα παπούτσια τους χάλια, μες στη λάσπη. Σαν ζητιανάκια έμοιαζαν… Απόρησα και τον ρώτησα τι δουλειά κάνει ο πατέρας του κι αυτός μου είπε ότι είναι στην εξορία, αλλά τον περιμένουν να γυρίσει πριν από την Πρωτοχρονιά. Στεναχωρήθηκα γι’ αυτόν… Φαντάζομαι πως είναι πολύ δύσκολο να μεγαλώνει ένα παιδί χωρίς τον πατέρα του. Αλλά πάλι δε σκέφτεται ότι ένας μπαμπάς που μόλις έχει επιστρέψει από την εξορία δε θα έχει την οικονομική άνεση να αγοράσει στο παιδί του ένα τόσο ακριβό παιχνίδι;
   Άλλωστε, τον σιδηρόδρομο θα τον αποκτήσω εγώ, όταν ο μπαμπάς μου πάρει τον δεύτερο μισθό που θα τους δώσουνε για τις γιορτές!
Τ. Βασίλης

Και μια πρόταση για το οπισθόφυλλο του διηγήματος!

Μια μητέρα μόνη. Δυο μικρά παιδιά και ένας πατέρας στην εξορία. Ένας πατέρας που δεν έχει γνωρίσει τα παιδιά του, παρά μόνο από μια φωτογραφία. Η μητέρα αγωνίζεται για την επιβίωση της οικογένειάς της. Αλλά τα παιδιά είναι παιδιά… Δεν καταλαβαίνουν. Διεκδικούν με τον δικό τους τρόπο το δικαίωμά τους στο παιχνίδι, το όνειρο, την παιδική ηλικία. Ένα μαγικό τρενάκι γίνεται το επίκεντρο της ζωή τους. Αλλά σε έναν τόσο σκληρό κόσμο υπάρχει χώρος για όνειρα; 
Τ. Φωτεινή

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2018

Ο Βάνκας

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του διηγήματος του Άντον Τσέχωφ "Ο Βάνκας" οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ Γυμνασίου εκφράστηκαν μέσα από τη ζωγραφική ή το κόμικς...

Ο Βάνκας
Ζ. Αναστασία, Α1
Παππούς και εγγονός
Θ. Ελεάννα, Α2
Το γράμμα
Γ. Κωνσταντίνα, Α1

Άλλοι/ες προτίμησαν να δώσουν ένα άλλο τέλος στο διήγημα, επεκτείνοντας την ιστορία του Βάνκα. 

   Πέρασαν και οι γιορτές και ο παππούς δεν ερχόταν… Ο Βάνκας άρχισε να αναρωτιέται μήπως δεν είχε λάβει το γράμμα του. Αλλά τα αφεντικά του τον έδερναν και τον κακομεταχειρίζονταν όλο και περισσότερο, και δεν άντεχε να περιμένει άλλο. Έτσι, μια μέρα που έμεινε μόνος στο μαγαζί αποφάσισε να το σκάσει. Ο χειμώνας είχε περάσει και δε φοβόταν πια ότι θα πέθαινε στον δρόμο από το κρύο. Μάζεψε το κουράγιο του και τα λιγοστά πράγματά του κι έφυγε!
   Για καλή του τύχη, βγαίνοντας από την πόλη, συνάντησε μια καρότσα που κατευθυνόταν προς την περιοχή όπου βρισκόταν το χωριό του και ο αμαξάς, όταν του είπε την ιστορία του, δέχτηκε να τον πάρει μαζί του. Η διαδρομή του φάνηκε ατέλειωτη… Δεν έβλεπε την ώρα να συναντήσει τον αγαπημένο του παππού. Ήταν σίγουρος ότι, όταν μάθαινε τα βάσανά του, θα τον κρατούσε να ζήσει κοντά του… 
   Η καρότσα τον άφησε μια μέρα δρόμο από το χωριό και ο Βάνκας συνέχισε με τα πόδια. Όταν επιτέλους είδε το σπίτι από μακριά, η καρδιά του πήγε να σπάσει! Κουρασμένος και πεινασμένος, αλλά γεμάτος χαρά, χτύπησε την πόρτα. Του άνοιξε μια από τις υπηρέτριες και τον οδήγησε στην κουζίνα. Εκεί τον καλοδέχτηκαν και του έβαλαν κάτι να φάει, αλλά, όταν ρώτησε για τον παππού του, οι υπηρέτριες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να του πουν τα τρομερά νέα… Ο παππούς είχε πεθάνει! Σε μια στιγμή ο κόσμος του Βάνκα γκρεμίστηκε. Είχε χάσει και το τελευταίο στήριγμα που του είχε απομείνει στη ζωή... Έβγαλε μια σπαρακτική κραυγή και λιποθύμησε.
   Όταν άνοιξε τα μάτια του, αντίκρισε το γλυκό πρόσωπο της κυρίας Ζιβάρεφ, που του χαμογελούσε. Δίπλα της ήταν και η αγαπημένη του Όλγα Ιγκνάτιεβνα. Φορούσαν μαύρα… Του είπαν πως και ο κύριος Ζιβάρεφ είχε φύγει από τη ζωή πριν από λίγο καιρό. Ο Βάνκας άρχισε να κλαίει πικρά. Ανάμεσα στους λυγμούς του, αφηγήθηκε στις δύο γυναίκες όλα όσα είχε τραβήξει στη Μόσχα κοντά στον απάνθρωπο Αλιάχιν. Τον άκουγαν με προσοχή και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια τους…
   Έμεινε αρκετές μέρες στο κρεβάτι. Η ταλαιπωρία και η στεναχώρια τον είχαν αρρωστήσει. Μάνα και κόρη τον περιποιούνταν με στοργή, μέρα νύχτα. Και όταν έγινε καλά, η κυρία Ζιβάρεφ του είπε πως θέλει να συζητήσουν κάτι πολύ σοβαρό. Ο καημένος ο Βάνκας φοβήθηκε πως θα τον έστελνε πίσω στο τσαγκαράδικο, αλλά όχι… Το δράμα του δύστυχου ορφανού είχε συγκινήσει βαθιά την καλή γυναίκα και αυτό που του είπε ήταν πως, αν το ήθελε κι αυτός, θα τον υιοθετούσε και θα τον μεγάλωνε σαν δικό της παιδί! Η Όλγα Ιγκνάτιεβνα θα γινόταν αδελφή του…
   Ο Βάνκας μεγάλωσε χωρίς να του λείψει τίποτα, κοντά σε ανθρώπους που αγαπούσε και τον αγαπούσαν. Μορφώθηκε και απέκτησε πολλά πλούτη. Αλλά ποτέ δεν ξέχασε τα βάσανα που πέρασε ως παιδί. Μαζί με την Όλγα Ιγκνάτιεβνα, ίδρυσε ένα ορφανοτροφείο, για να έχουν πού να βρουν καταφύγιο παιδιά μόνα και δυστυχισμένα, όπως ήταν ο ίδιος κάποτε…
Κ. Μιχάλης, Α2

   Εκεί που ο Βάνκας έτρεχε βιαστικός να ρίξει το γράμμα του στο ταχυδρομικό κουτί, έπεσε ξαφνικά πάνω στον ίδιο τον παππού του! Το αγαπημένο του εγγονάκι του είχε λείψει πολύ και είχε έρθει να το δει και να περάσουν μαζί τις γιορτές. Ο Βάνκας, τρελός από τη χαρά του, ρίχτηκε στην αγκαλιά του παππού… Αυτός ήθελε να μπούνε στο μαγαζί του Αλιάχιν, γιατί είδε πως ο μικρός, που ήταν με το πουκαμισάκι μονάχα, τουρτούριζε από το κρύο, αλλά ο εγγονός του τον τράβηξε παράμερα φοβισμένος και του έδωσε το γράμμα που του είχε γράψει. Ο παππούς το πήρε και, καθώς το διάβαζε, δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Αυτός είχε στείλει τον Βάνκα στη Μόσχα για να μάθει μια τέχνη και να έχει στο μέλλον μια καλύτερη ζωή. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως υπάρχουν άνθρωποι που θα βασάνιζαν τόσο ένα μικρό ανυπεράσπιστο παιδάκι… Όταν τελείωσε το γράμμα, ο Κωνσταντής Μακάριτς ήταν πολύ θυμωμένος. Δεν ήθελε να αφήσει εκεί τον εγγονό του ούτε ένα λεπτό παραπάνω και, πριν καν γυρίσει ο Αλιάχιν από την εκκλησία, οι δυο τους είχαν γίνει άφαντοι!
   Ο παππούς πήρε μαζί του τον Βάνκα στο χωριό, όπου έζησε ελεύθερος και ευτυχισμένος. Και, όταν μεγάλωσε πια, επειδή ήταν καλό και άξιο παιδί, ο κύριος και η κυρία Ζιβάρεφ τον έκαναν επιστάτη στα κτήματά τους. Παππούς και εγγονός δε χωρίστηκαν ποτέ ξανά. Ο Βάνκας φρόντισε τον παππού με αγάπη στα γεράματά του και, όταν πέθανε, παρακαλούσε τον Θεό να αναπαύσει την ψυχή του, όπως του είχε υποσχεθεί στο γράμμα του…
Κ. Χριστίνα - Λ. Αγλαΐα, Α3

Και μία αφίσα, εμπνευσμένη από την ιστορία του Βάνκα και το δράμα της παιδικής κακοποίησης...

Π. Ιωάννα, Α2