Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Ζώντας με την οικογένεια

Στο πλαίσιο της συζήτησης για την οικογένεια και τη σημασία της οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ Γυμνασίου καταθέτουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους…

Τι σημαίνει για μένα «οικογένεια»
   Η οικογένεια για μένα είναι ό,τι πιο σημαντικό έχω στη ζωή μου. Είναι οι άνθρωποι που με αγαπούν πάντα, ακόμα και όταν δεν έχω καλή διάθεση ή όταν κάνω λάθη. Μαζί τους νιώθω ασφάλεια και σιγουριά. Ξέρω ότι μπορώ να τους εμπιστευτώ και να ζητήσω βοήθεια όταν κάτι με δυσκολεύει.
   Στην οικογένειά μου γελάμε, μιλάμε και περνάμε χρόνο μαζί, ακόμα κι αν μερικές φορές τσακωνόμαστε για μικρά πράγματα. Όμως στο τέλος τα βρίσκουμε, γιατί αγαπιόμαστε. Οι γονείς μου με συμβουλεύουν και με στηρίζουν στα μαθήματα και στα όνειρά μου. Τα αδέρφια μου είναι οι πρώτοι μου φίλοι.
   Πιστεύω ότι χωρίς οικογένεια η ζωή θα ήταν πιο δύσκολη και πιο μοναχική. Η οικογένεια είναι το στήριγμά μου και το μέρος όπου νιώθω ότι ανήκω.
Κ. Έκτορας, Β1

Α. Έλενα, Β1

   Οικογένεια δε σημαίνει τέλειες σχέσεις. Σημαίνει να αγαπάς τον άλλον πέρα από τις ατέλειές του και τις διαφωνίες σας, και να τον αποδέχεσαι έτσι όπως είναι.
   Δε χρειάζεται να έχεις συγγένεια μέσω αίματος με κάποιον για να είναι οικογένειά σου. Μπορεί να είναι κάποιος που νιώθεις άνετα μαζί του, που τον νοιάζεσαι και σε νοιάζεται κι αυτός. Η οικογένεια είναι για μένα αυτοί που αγαπάς και εμπιστεύεσαι.
   Όλες οι οικογένειες είναι διαφορετικές. Κάποιες είναι αλλιώτικες από τις άλλες, αλλά αυτό δεν τις κάνει λιγότερο οικογένειες…
Γ. Βασιλική, Β1

Οικογένεια, μια πάντα ανοιχτή αγκαλιά
   Για μένα, η οικογένεια είναι σαν ένα λιμάνι. Ένα μέρος όπου μπορείς να γυρίσεις κουρασμένος, μπερδεμένος ή χαρούμενος, και να νιώσεις ότι ανήκεις. Δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που έχουν το ίδιο αίμα· είναι εκείνοι που σε ξέρουν πραγματικά, που βλέπουν τις αδυναμίες σου και μένουν δίπλα σου. Η οικογένεια είναι το τραπέζι που γεμίζει φωνές και γέλια, αλλά και οι σιωπές που δεν είναι βαριές. Είναι οι μικρές καθημερινές στιγμές - ένα «πώς πήγε η μέρα σου;», ένα βλέμμα κατανόησης, μια αγκαλιά χωρίς λόγια.
Α. Μίλτος, Β1

Ε. Μελίνα, Β1

Ένας άνθρωπος που γεννήθηκε σε ένα σπίτι που καιγόταν, νομίζει ότι όλος ο κόσμος είναι στις φλόγες
   Όταν σκέφτομαι αυτόν τον τίτλο, νιώθω ότι μιλάει για την δική μου οικογένεια. Δεν εννοώ ότι το σπίτι μου καιγόταν στ’ αλήθεια, αλλά πολλές φορές ένιωθα σαν να υπήρχε φωτιά μέσα του. Φωτιά από φωνές, παρεξηγήσεις και λόγια που πονούσαν. Και επειδή γεννήθηκα μέσα σ' αυτό, νόμιζα πως έτσι είναι όλα τα σπίτια.
   Θυμάμαι να κλείνομαι στο δωμάτιο μου και να βάζω μουσική για να μην ακούω τους καυγάδες. Πίστευα ότι σε κάθε οικογένεια οι άνθρωποι μιλάνε μόνο με θυμό. Ότι η αγάπη είναι κάτι σπάνιο και ότι η ηρεμία κρατάει λίγο. Έτσι άρχισα να βλέπω τον κόσμο έξω σαν ένα μέρος γεμάτο ένταση. Δεν εμπιστευόμουν εύκολα και πάντα περίμενα ότι κάτι κακό θα συμβεί.
   Κάποιες φορές ζήλευα όταν έβλεπα φίλους μου να γελάνε με τους γονείς τους ή να μιλάνε ήρεμα. Μου φαινόταν παράξενο, σχεδόν ψεύτικο. Σαν να μη μπορούσα να πιστέψω ότι υπάρχουν σπίτια που δεν καίγονται. Και αυτό με έκανε να νιώθω μόνη, σαν να κουβαλάω μέσα μου μια μικρή φωτιά που δε σβήνει.
   Όμως μεγαλώνοντας άρχισα να καταλαβαίνω κάτι σημαντικό. Το ότι γεννήθηκα σε ένα ‘‘σπίτι που καιγόταν’’ δε σημαίνει ότι όλος ο κόσμος είναι φωτιά. Υπάρχουν άνθρωποι ήρεμοι, καλοί, που δε φωνάζουν για να ακουστούν. Υπάρχουν στιγμές γαλήνης που δεν τις ήξερα πριν. Και σιγά σιγά μαθαίνω ότι δε χρειάζεται να ζω συνέχεια σε άμυνα.
   Η οικογένεια μου με πλήγωσε, αλλά με έκανε πιο ευαίσθητη. Μου έμαθε να καταλαβαίνω τον πόνο των άλλων. Και ίσως μια μέρα, όταν φτιάξω την δική μου οικογένεια, να επιλέξω να μην υπάρχει φωτιά, αλλά φως. Γιατί τώρα ξέρω πως, ακόμα κι αν γεννηθείς μέσα στις φλόγες, μπορείς να μάθεις ότι ο κόσμος δεν καίγεται παντού.
Γ. Νικολέτα, Β1

Π. Αλέξανδρος, Β3

Άλλοι/ες προτίμησαν να γράψουν, με κέφι και χιούμορ, διαλόγους ανάμεσα σε γονείς και παιδιά εφηβικής ηλικίας για διάφορα θέματα της καθημερινότητας.

Το κινητό υπό διαπραγμάτευση
Μαμά: Πάλι με το κινητό στο χέρι; Δεν το άφησες ούτε στο φαγητό!
Κόρη: Δε χαζεύω απλώς! Μιλάω με την ομάδα για την εργασία της Ιστορίας.
Μπαμπάς: Και το βιντεάκι με τις γάτες βοηθάει στην Ιστορία;
Κόρη: Φυσικά! Μετά από τόση μελέτη χρειάζομαι ένα… μορφωτικό διάλειμμα.
Μαμά: Μας ανησυχεί ο χρόνος που περνάς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Χάνεις ώρες που θα μπορούσες να διαβάζεις ή να ξεκουράζεσαι.
Κόρη: Μα εκεί επικοινωνώ με τους φίλους μου και ενημερώνομαι. Αν δεν έχω κινητό, θα είμαι εκτός παρέας. Σήμερα όλα κανονίζονται online.
Μπαμπάς: Ναι, αλλά υπάρχουν και κίνδυνοι. Δεν ξέρεις πάντα ποιος είναι πίσω από μια οθόνη.
Κόρη: Συμφωνώ, γι’ αυτό προσέχω τι ανεβάζω και ποιους αποδέχομαι. Δεν είμαι μικρό παιδί…
Μαμά: Δε λέμε ότι είσαι μικρή. Απλώς θέλουμε να υπάρχουν όρια.
Κόρη: Ωραία, να βάλουμε όρια μαζί. Μία ώρα την ημέρα και μετά διάβασμα;
Μπαμπάς: Και χωρίς κινητό στο τραπέζι.
Κόρη: Εντάξει… Αλλά κι εσείς να μην κοιτάτε ειδήσεις στο δικό σας!
Μαμά: Εεε… Χτύπημα κάτω από τη ζώνη!
Μπαμπάς: Σύμφωνοι. Οικογενειακή συμφωνία.
Κόρη: Τέλεια! Και τώρα… να στείλω μήνυμα ότι κέρδισα τη διαπραγμάτευση!
Μαμά: Πρώτα φάε.
Κόρη: Οκ, οκ! Η επανάσταση μπορεί να περιμένει πέντε λεπτά!
Κ. Βαγγέλης, Β1

40 λεπτά ηρεμίας
- Μαμά, θα βγω έξω για λίγο.
- Μάλιστα… Με ποιους και για ποιον λόγο;
- Με τον Γιώργο και τον Κώστα. Θέλω να περπατήσω λίγο, η γυμναστική είναι καλή άλλωστε…
- Και ο ύπνος καλός είναι, αλλά χτες κοιμήθηκες στις 12 το βράδυ βλέποντας τηλεόραση.
- Βλέποντας τους φίλους μου θα ανέβει η διάθεσή μου και δε θα σου γκρινιάζω.
- Και αν γράψεις χάλια στο διαγώνισμα αύριο θα πέσει η διάθεσή σου, γι’ αυτό στρώσου στο διάβασμα.
- Αν βγω έξω, θα ξεκουραστεί το μυαλό μου και θα επιστρέψω πιο συγκεντρωμένος στο διάβασμα.
- Από προσωπική εμπειρία, οπότε γυρνάς από βόλτα, είσαι πιο κουρασμένος και χρειάζεσαι «άλλα 5 λεπτά ξεκούρασης», τα οποία θα καταλήξουν να γίνουν μία ώρα.
- Ναι, αλλά σκέψου ότι αν βγω, έστω και για 40 λεπτά, δε θα σε πρήζει κανένας όλη αυτήν την ώρα.
- Σωστό… Αφού το θέτεις έτσι, μπορείς να βγεις για 40 μόνο λεπτά.
- Αλήθεια; Είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου!
- Ναι, αφού βέβαια πρώτα λύσεις 2 ασκήσεις Φυσικής…
- Μα αυτό δεν ήταν ποτέ στη συμφωνία!
- Ήταν τα «ψιλά γράμματα», πάντα να τα διαβάζεις!
Ζ. Δημήτρης, Β1

Π. Μάρκελος, Β3

Μικρή ή μεγάλη;
ΜΑΜΑ: Τι ώρα είναι αυτή; Πάλι τα ίδια, τόσες φορές σε πήρα τηλέφωνο!
ΚΟΡΗ: Το ξέρω, μαμά, αλλά περνούσα καλά και είπα να κάτσω λίγο παραπάνω… Δεν έγινε και τίποτα.
ΜΑΜΑ: Το λίγο παραπάνω είναι να έρχεσαι έντεκα και μισή στο σπίτι, ενώ σου έχω πει να είσαι εδώ μια ώρα νωρίτερα;
ΚΟΡΗ: Έλεος πια... Ό,τι ώρα θέλω θα έρχομαι! Ολόκληρη κοπέλα έχω γίνει!
ΜΑΜΑ: Ολόκληρη κοπέλα δεκατεσσάρων χρονών μικρό κοριτσάκι; Ακόμα δε βγήκες από το αβγό, έχεις και άποψη…
ΚΟΡΗ: Αν είμαι μικρό κοριτσάκι, γιατί με αφήνεις να βγαίνω βόλτα;
ΜΑΜΑ: Πολύ καλή ερώτηση. Τέλος οι βόλτες, δε θα ξαναβγείς μέχρι να βάλεις μυαλό!
ΚΟΡΗ: Αυτό τώρα είναι εντελώς άδικο!!
Τ. Νίκη, Β3

Συμπάθειες και αντιπάθειες
Μαμά: Μάθατε τους βαθμούς του διαγωνίσματος σήμερα;
Κόρη: Ναι… τους μάθαμε.
Μαμά: Και; Θα μιλήσεις ή να αρχίσω να μαντεύω;
Κόρη: Καλά, δεν είναι και καταστροφή… Πήρα 12.
Μαμά: 12 στα Μαθηματικά;!
Κόρη: Ε, τουλάχιστον είναι διψήφιος αριθμός. Πρόοδος!
Μαμά: Μη μου το παρουσιάζεις και σαν μετάλλιο. Τι έγινε;
Κόρη: Μπερδεύτηκα στις ασκήσεις. Η Άλγεβρα έχει κάτι μαζί μου, στο λέω.
Μαμά: Εσύ δε διάβασες αρκετά… Η Άλγεβρα δεν έχει τίποτα μαζί σου.
Κόρη: Δεν ξέρεις εσύ… Το κάνει ύπουλα.
Μαμά: Και στην Ιστορία που πήρες 18; Αυτή δεν είναι ύπουλη;
Κόρη: Απλώς με συμπαθούν οι χρονολογίες.
Μαμά: Δε σου ζητάω να παίρνεις πάντα 20, αλλά να διαβάζεις το ίδιο σε όλα τα μαθήματα, πέρα από συμπάθειες και αντιπάθειες, για να μη φέρνεις 12κάρια.
Κόρη: Μα διαβάζω! Απλώς καμιά φορά το μυαλό μου κάνει διάλειμμα πριν από μένα.
Μαμά: Δεν το ακούω…. Από αύριο, λιγότερο διάλειμμα το μυαλό και περισσότερη προσπάθεια.
Κόρη: Εντάξει… Θα προσπαθήσω να τα βρω με την Άλγεβρα και να γράψω κι εκεί 18.
Μαμά: Γράψε εσύ καλά, κι εγώ θα της στείλω και ευχαριστήριο γράμμα!
Σ. Νεκταρία, Β3

Κ. Μία, Β1

Τριήμερη εκδρομή
Πρόσωπα: Μαμά, μπαμπάς, κόρη (Δανάη)
Δανάη: Μαμά, μπαμπά πρέπει να συζητήσουμε κάτι!
Μπαμπάς: Τι έγινε;
Δανάη: Όλοι έχουν ήδη δηλώσει για την τριήμερη στον Βόλο. Εμείς όχι ακόμα… Δε θα μπορέσω να πάω αν δεν πάω τη δήλωση μέχρι την Τετάρτη!
Μαμά: Δανάη μου, δεν είμαστε σίγουροι αν θα σε αφήσουμε τελικά...
Δανάη: ΤΙ; Μα γιατί; Μιλάω γι’ αυτή την εκδρομή από την Α΄ Γυμνασίου, και τελευταία στιγμή μου λέτε όχι; Τι σας έκανα πια; Δε με εμπιστεύεστε;
Μπαμπάς: Δεν είναι ότι δε σε εμπιστευόμαστε, απλά γίνονται πολλά σε τέτοιες εκδρομές…
Δανάη: Μα θα πάει όλη η τάξη! Θα συνοδεύουν καθηγητές και θα μας προσέχουν!
Μαμά: Αν γίνει κάτι, δε θα είμαστε κοντά σου και δε θα μπορέσουμε να σε βοηθήσουμε.
Δανάη: Και όταν φύγω για σπουδές, τι θα κάνετε τότε; Ε; Μεγαλώνω, πάρτε το απόφαση!
Μπαμπάς: Έχεις τα δίκια σου κι εσύ… Αν λοιπόν συμφωνήσουμε να πας, θα μας υποσχεθείς κάποια πράγματα;
Δανάη: Τι; Ό,τι θέλετε!
Μπαμπάς: Θα ακούς τους καθηγητές σου και θα μας παίρνεις κάθε μέρα τηλέφωνο.
Δανάη: Ναι. Υπόσχομαι. Ευχαριστώ πολύ! Θα δείτε, δε θα σας απογοητεύσω…
Γ. Μαριάννα, Β1

Και ένα ποίημα!

Η οικογένεια για μένα
Η οικογένεια για μένα
είναι σαν μια ομάδα που παίζει πάντα μαζί
Μπορεί να μην κερδίζουμε κάθε φορά
Μπορεί να τσακωνόμαστε για το ποιος φταίει
αλλά δεν αλλάζουμε ποτέ ομάδα

Είναι η φωνή που με φωνάζει από την κουζίνα
Είναι το «μπράβο» όταν τα καταφέρνω
Το «δεν πειράζει» όταν δεν τα καταφέρνω
Είναι τα βράδια με ταινίες στον καναπέ
Ποπ κορν που πέφτει κάτω
και γέλια ασταμάτητα

Μερικές φορές λέω
πως κανείς δε με καταλαβαίνει
Αλλά μέσα μου νιώθω
πως αυτοί με ξέρουν καλύτερα απ’ όλους

Η οικογένειά μου δεν είναι τέλεια
Είναι όμως δική μου
Και, όταν σκέφτομαι το μέλλον,
ξέρω πως, όπου κι αν πάω,
θα κουβαλάω ένα κομμάτι της
Μαζί μου
Π. Διονύσης, Β3

Τ. Τριαντάφυλλος, Β3

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Το πιο γλυκό ψωμί

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του λαϊκού παραμυθιού "Το πιο γλυκό ψωμί" οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ τάξης ζωγράφισαν...
Ο βασιλιάς
Μ. Ελένη, Α2

Η ανορεξία του βασιλιά
Π. Ισμήνη, Α4

Α. Θοδωρής, Α1

Β. Δωροθέα, Α4

Ο βασιλιάς καλεί τους φουρνάρηδες του παλατιού
Δ. Κατερίνα, Α4

Ο βασιλιάς και ο γέροντας
Μ. Αντώνης, Α2

Η καλύβα του γέροντα και ο μύλος
Ψ. Λεωνίδας, Α2

Η δοκιμασία του βασιλιά
Μ. Τηλέμαχος, Α2


Γ. Βασιλική, Α1

Ο βασιλιάς ζυμώνει το πιο γλυκό ψωμί
Τ. Δημήτρης, Α3

Από την ανορεξία στο πιο γλυκό ψωμί
Λ. Θεοδώρα, Α2

Άλλοι/ες πάλι προτίμησαν να δώσουν τη συνέχεια του παραμυθιού ή, με έμπνευση "Το πιο γλυκό ψωμί", να γράψουν τις δικές τους ιστορίες και παραμύθια.

   …Μετά από μέρες σκληρής δουλειάς δίπλα στον γέροντα, ο βασιλιάς επιτέλους κρατούσε στα χέρια του το ψωμί που είχε φτιάξει ο ίδιος με τον ιδρώτα του και τον κόπο του. Με το που το έφερε στο στόμα του, ένιωσε μια γλυκιά ζεστασιά στην καρδιά του. Το ψωμί του φάνηκε τόσο νόστιμο, που τα μάτια του γέμισαν δάκρυα… Κατάλαβε μεμιάς πόσο γλυκό γίνεται κάτι αν το έχεις φτιάξει μόνος σου.  
   Ευχαρίστησε θερμά τον γέροντα και γύρισε στο παλάτι του σοφότερος. Έκανε την αυτοκριτική του και είδε καθαρά πως πριν τη δοκιμασία του ήταν ένας τεμπέλης και κακός βασιλιάς που τα περίμενε όλα έτοιμα από τους άλλους, χωρίς να νοιάζεται για τον λαό του. Έτσι, πήρε τις αποφάσεις του και ανακοίνωσε στο συμβούλιό του: «Από σήμερα κανείς στο βασίλειό μου δε θα μείνει χωρίς δουλειά και χωρίς ψωμί. Όλοι θα έχουν την ευκαιρία να εργάζονται, να προσφέρουν και να ζουν με αξιοπρέπεια. Κι εγώ θα δουλεύω κάθε χρόνο κάποιες μέρες μαζί τους στα χωράφια, για να θυμάμαι πάντα τι σημαίνει εργασία και ευτυχία».  
   Όχι μόνο ο βασιλιάς, αλλά και το βασίλειο άλλαξε. Η εργασία όλων μεταμόρφωσε τον τόπο, ο λαός ευημερούσε, και ο βασιλιάς έγινε πλέον γνωστός όχι μόνο για τα πλούτη του, αλλά και για την καλοσύνη του.
Ρ. Νίκος, Α4

Το καλύτερο παιχνίδι
   Ήταν κάποτε ένα δωδεκάχρονο αγόρι, ο Αντώνης, που ζούσε στη Θεσσαλονίκη και τα μόνα παιχνίδια με τα οποία ασχολούνταν ήταν αυτά που κατέβαζε στο tablet του. Ωστόσο, αν και έπαιζε όλη την ώρα, ήταν συνέχεια βαριεστημένος και κακοδιάθετος.
   Τα Χριστούγεννα ο παππούς του του έκανε δώρο ένα κουτί LEGO. Η εικόνα στο κουτί έδειχνε έναν ολόκληρο σιδηροδρομικό σταθμό με τα τρενάκια του, πολύ εντυπωσιακό, αλλά, όταν το άνοιξε ο Αντώνης, είδε μόνο πλήθος τουβλάκια και εξαρτήματα. Στην αρχή απογοητεύτηκε, γιατί τα κομμάτια ήταν πολλά και μικρά και βαριόταν να τα συναρμολογήσει. Όμως, μέρα με τη μέρα ξεκίνησε να δοκιμάζει, να σκέφτεται, να κάνει λάθη και να ξαναπροσπαθεί. Το μυαλό του άρχισε να λειτουργεί διαφορετικά και η κατασκευή γινόταν όλο και πιο γρήγορα κι εύκολα. Αυτό του έδινε μεγάλη ικανοποίηση, χαρά και αυτοπεποίθηση. Έτσι συνέχιζε με περισσότερη όρεξη και ενθουσιασμό.
   Όταν τελείωσε και δεν είχε μείνει πια ούτε ένα τουβλάκι που να μην το χρησιμοποιήσει, στάθηκε και κοίταξε με προσοχή το αποτέλεσμα. Ο σιδηροδρομικός σταθμός που είχε φτιάξει του φάνηκε πολύ πιο ωραίος από εκείνον που έβλεπε στο κουτί. Σιδηροδρομικές γραμμές, τρένα, υπόστεγα, σκάλες, φώτα, όλα ήταν υπέροχα! Τρελάθηκε από τη χαρά του!
   Κάλεσε τους φίλους του, τους έδειξε περήφανος το έργο του και αυτοί ενθουσιάστηκαν. Έπαιζαν ασταμάτητα και το θαύμαζαν. Όλοι τον ρωτούσαν αν θα κατασκεύαζε κι άλλο καινούριο παιχνίδι και πότε.
   Έτσι, ο Αντώνης κατάλαβε ότι το καλύτερο παιχνίδι δεν ήταν αυτό που κατέβαζε από το διαδίκτυο, αλλά εκείνο που είχε φτιάξει μόνος του, με κόπο και υπομονή. Από τότε, οτιδήποτε δημιουργούσε με τη δική του προσπάθεια, του φαινόταν πιο πολύτιμο και τον έκανε ευτυχισμένο.
Ρ. Αγγελίνα, Α3

Ο διψασμένος άρχοντας
   Μια φορά και ένα καιρό, έξω από ένα μακρινό χωριό ζούσε ένας άρχοντας, που δεν του έλειπε τίποτα. Ήταν πολύ τεμπέλης, όλη μέρα δεν έκανε τίποτα και τα έβρισκε όλα έτοιμα. Ο άρχοντας είχε πάντα τους πιο δροσιστικούς χυμούς, τα πιο εκλεκτά κρασιά, που έπινε από τα πιο όμορφα και ακριβά ποτήρια. Αλλά είχε μια ανικανοποίητη δίψα και το στόμα του το ένιωθε ξερό.
   Μια μέρα, καθώς έκανε βόλτα στο χωριό, άκουσε ένα κοριτσάκι να λέει ενθουσιασμένο στους φίλους του ότι είχε ανεβεί ψηλά στο βουνό και βρήκε εκεί μια πηγή με το πιο καθαρό και δροσιστικό νερό που είχε πιει ποτέ. Αμέσως ο άρχοντας ρώτησε το κορίτσι πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η πηγή, με την ελπίδα ότι το νερό της θα έσβηνε επιτέλους τη δίψα του.
   Την επόμενη μέρα ο άρχοντας διέταξε τους υπηρέτες του να πάνε να του φέρουν νερό από αυτή την πηγή. Κατά το βράδυ επέστρεψαν με το νερό. Ο άρχοντας, αμέσως άρπαξε την κανάτα και το ήπιε μονορούφι, άλλα τίποτα! Ίδιο του φάνηκε με κάθε άλλο…
   Πήγε λοιπόν και βρήκε το κοριτσάκι, και το ρώτησε γιατί είπε τόσο καλά λόγια για το νερό της πηγής, που ζήτησε να του φέρουν οι υπηρέτες του, μα δεν του φάνηκε να είναι τίποτε το ξεχωριστό. Το κορίτσι του αποκρίθηκε: «Άρχοντα μου, οι υπηρέτες σου δε φαίνονται τόσο έξυπνοι όσο εσύ. Μήπως σου έφεραν νερό από άλλη πηγή; Καλύτερα να πας μόνος σου να τη βρεις και θα δεις ότι όντως αξίζει τα καλά μου λόγια και ότι το νερό της θα σε ξεδιψάσει.».
   Το άλλο πρωί ο άρχοντας και ένας από τους υπηρέτες του πήραν τον δρόμο για την πηγή. Κατά το απόγευμα, μετά από πολύ κόπο, σκαρφάλωμα και πολλή κούραση και ζέστη, έφτασαν επιτέλους στην κορυφή του βουνού. Ο άρχοντας ήταν λαχανιασμένος και έσταζε ιδρώτα. Τότε είδε την πηγή! Έτρεξε να πιεί νερό γεμάτος λαχτάρα και, μόλις το δοκίμασε, είπε με ικανοποίηση στον υπηρέτη του: «Αυτό μάλιστα! Δροσίστηκα και ξεδίψασα, όπως το έλεγε το κοριτσάκι. Από πού μου φέρατε εσείς νερό;». Ο υπηρέτης, παραξενεμένος, του απάντησε: «Μα, άρχοντά μου, το νερό σας το φέραμε από αυτήν ακριβώς την πηγή…».
   Αμέσως κατάλαβε ο άρχοντας ότι δεν ήταν το νερό αυτό που τον ικανοποίησε, αλλά η προσπάθειά του για να το αποκτήσει. Από τότε άρχισε να είναι πιο δραστήριος και απέκτησε ένα χόμπι, την ορειβασία!
Π. Θάνος, Α3

Η μηλιά και το μήλο
   Κάποτε σε ένα μικρό χωριό ζούσε ένα αγόρι. Δεν του άρεσε να κουράζεται. Τα ήθελε όλα έτοιμα στο χέρι και ό,τι κι αν του ζητούσαν, πάντα έλεγε: «Βαριέμαι… θα το κάνω αργότερα.».
   Μια μέρα, εκεί που έκανε βόλτα στον κήπο του παππού του, είδε μια τεράστια μηλιά γεμάτη μήλα. Τα λιμπίστηκε και δοκίμασε να κόψει ένα, αλλά ο παππούς του δεν τον άφησε και του είπε: «Τα μήλα δεν είναι έτοιμα… Αν θέλεις μήλο, πρώτα πρέπει να ποτίσεις τη μηλιά!». Το αγόρι νευρίασε, αλλά τελικά έκανε αυτό που του ζήτησε ο παππούς. Την επόμενη μέρα πήγε πάλι στον κήπο για να φάει το μήλο του, πιστεύοντας πως το δικαιούται, αλλά πάλι ο παππούς του είπε: «Όχι ακόμα… Τώρα θα καθαρίσεις τα ξερά φύλλα!».
   Μέρα με τη μέρα το αγόρι άρχισε να περιποιείται τη μηλιά και να πηγαίνει στον κήπο γι’ αυτό και μόνο. Απλά χαιρόταν που την έβλεπε να γίνεται όλο και πιο όμορφη και τα μήλα της να κοκκινίζουν. Ήρθε επιτέλους η στιγμή που ο παππούς του είπε: «Τώρα τα μήλα είναι έτοιμα, όπως κι εσύ!». Όταν το αγόρι έκοψε ένα μήλο και το έφαγε, χαμογέλασε. Του φάνηκε πως ήταν το πιο νόστιμο μήλο που είχε φάει ποτέ και κατάλαβε πως ό,τι αποκτάς με τον κόπο σου έχει μεγαλύτερη αξία.
Τ. Γιάννης, Α3

Η ιστορία του Παύλου
   Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα αγόρι, ο Παύλος, που ήταν στην ηλικία μας και πήγαινε στην Α΄ Γυμνασίου. Κάθε μέρα, όταν γυρνούσε από το σχολείο, αντί να κάνει τα μαθήματά του, κατευθείαν έπαιρνε το κινητό και έπαιζε. Έπαιζε ώρες πολλές, και κάποιες φορές ξεχνούσε ακόμη και να φάει ή έτρωγε οτιδήποτε ανθυγιεινό. Στο σχολείο ήταν απομονωμένος και οι μόνοι του φίλοι ήταν αυτοί με τους οποίους έπαιζε στο διαδίκτυο. Οι γονείς του ανησυχούσαν γι’ αυτόν…
   Μια μέρα, καθώς πήγαινε στο σχολείο, του έπεσε το κινητό και, πριν προλάβει να το πάρει, το πάτησε ένα αυτοκίνητο. Είχε καταστραφεί! Δεν μπορούσε να το πιστέψει… Ένιωσε ότι η ζωή του δεν είχε νόημα χωρίς αυτό και ζήτησε από τους γονείς του να του πάρουν ένα καινούριο. Αυτοί αρνήθηκαν να του το αγοράσουν άμεσα και του ανακοίνωσαν ότι, αν το θέλει τόσο πολύ, θα έπρεπε να δουλέψει γι’ αυτό. Ο Παύλος, απελπισμένος όπως ήταν, δέχτηκε χωρίς να φέρει αντίρρηση. Αυτό που θα έπρεπε να κάνει, του είπαν οι γονείς του, ήταν να γίνει πιο υπεύθυνος στο σχολείο, αλλά και στο σπίτι. Ο Παύλος ήθελε τόσο πολύ το κινητό, που άρχισε να διαβάζει περισσότερο. Οι βαθμοί του ανέβηκαν. Σιγά σιγά άρχισε να γνωρίζει καινούριους φίλους και να περνάει καλύτερα. Με τους φίλους του πολύ συχνά έπαιζε έξω μπάλα και ξεχνούσε ότι δεν είχε κινητό. Άρχισε να ασχολείται και με τις δουλειές του σπιτιού… Οι γονείς του δεν πίστευαν στα μάτια τους!
   Τελικά οι γονείς του του έδωσαν τα χρήματα για να αγοράσει ένα νέο κινητό, το οποίο όμως χρησιμοποιούσε με μέτρο. Ήταν πιο υγιής, καλύτερος μαθητής και έγινε κοινωνικός. Κατάλαβε ότι η «δοκιμασία» που είχε περάσει είχε φτιάξει έναν Παύλο που και ο ίδιος δεν ήξερε ότι υπάρχει!
Φ. Σωτηρία, Α3

Η πιο νόστιμη πίτσα
   Σε μια μεγάλη πόλη ζούσε ένα αγόρι που αγαπούσε πολύ το φαγητό και κυρίως τις πίτσες! Κάθε Παρασκευή βράδυ οι γονείς του το αφήναν να παραγγείλει όποιες και όσες πίτσες ήθελε. Όμως το αγόρι δεν έμενε ποτέ ευχαριστημένο. Τη μια η πίτσα ήταν φτωχή σε υλικά, την άλλη είχε πολλά. Τη μια του φαινόταν μικρή, την άλλη υπερβολικά μεγάλη. Η μια του βρωμούσε και η άλλη του ξίνιζε. Πάντα κάτι είχε!
   Μια Παρασκευή ο μπαμπάς του του είπε ότι αυτή τη φορά δε θα παραγγείλουν την πίτσα, άλλα θα τη φτιάξουν, και μάλιστα θα έχουν καλεσμένους και αρκετούς φίλους για να τη δοκιμάσουν. Tο αγόρι δεν ξετρελάθηκε με την ιδέα, αλλά συμφώνησε, επειδή ήθελε να φάει πίτσα.
   Ξεκίνησαν λοιπόν να κάνουν μια πίτσα τεραστίων διαστάσεων! Το αγόρι έκοβε ασταμάτητα λαχανικά, τυριά κι αλλαντικά. Η μαμά ετοίμαζε τις ζύμες κι ο μπαμπάς έφτιαχνε τη σάλτσα. Μόλις ετοίμασαν όλα τα υλικά, τα έβαλαν με προσοχή πάνω στη ζύμη και πρόσθεσαν πολλά μυρωδικά για να κάνουν τη γεύση μοναδική. Τέλος, την έβαλαν στον φούρνο κι άρχισαν να πλένουν τα μαγειρικά σκεύη. Το αγόρι ήταν πια πολύ κουρασμένο. Ποτέ του δεν έκανε δουλειές στο σπίτι, όλα τα φρόντιζαν οι γονείς του. Τι ταλαιπωρία κι αυτή σήμερα… σκεφτόταν όσο έπλενε. Μετά από λίγη ώρα, οι φίλοι τους ήρθαν, η πίτσα ψηνόταν και η μυρωδιά της του είχε σπάσει τη μύτη! Με το που βγήκε επιτέλους από τον φούρνο, το αγόρι έτρεξε να τη δοκιμάσει. Μόλις έβαλε στο στόμα του την πρώτη μπουκιά, ξετρελάθηκε! «Αυτή είναι η πιο νόστιμη πίτσα του κόσμου!», φώναξε.
   Οι γονείς του στέκονταν λίγο πιο πέρα και χαμογελούσαν ικανοποιημένοι, γιατί τον βοήθησαν να καταλάβει ότι εκτιμάς μόνο όσα πράγματα αποκτάς με τον κόπο και τον ιδρώτα σου. Η προσπάθεια και η δημιουργικότητα ήταν αυτό που έκανε νόστιμη την πίτσα!
Μ. Γιάννης, Α2

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

Στη μηχανή του χρόνου - Από τον Όθωνα στον Τρικούπη

Σε ένα ακόμα ταξίδι στον χρόνο, οι μαθητές και οι μαθήτριες της Γ΄ Γυμνασίου παρακολουθούν τα πρώτα βήματα στην πορεία του ελληνικού κράτους. Αναλαμβάνοντας ρόλο αφανούς ήρωα, πρωταγωνιστή ή αυτόπτη μάρτυρα, γράφουν σελίδες ημερολογίου, διαλόγους ή αφηγήσεις - "μαρτυρίες" για σημαντικά ιστορικά γεγονότα της περιόδου από τον Όθωνα ως τον Χαρίλαο Τρικούπη.

Ήμουν κι εγώ εκεί... στην άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο
   Ήμουν κι εγώ εκεί, στο Ναύπλιο, εκείνη τη μέρα που έφτασε ο νέος μας βασιλιάς, ο Όθωνας. Από μέρες, καθώς αναμενόταν η άφιξή του, οι φήμες γι’ αυτόν έδιναν κι έπαιρναν. Πώς θα μας κυβερνούσε; Θα μπορούσαμε να εμπιστευτούμε το μέλλον του τόπου μας στα χέρια του; Οι συζητήσεις στα καφενεία ήταν γεμάτες αβεβαιότητα, ελπίδα και ανυπομονησία.
   Από νωρίς το πρωί, μικροί και μεγάλοι είχαμε συγκεντρωθεί στο λιμάνι, περιμένοντας να δούμε τον νέο μας ηγεμόνα. Πολλοί κρατούσαν σημαίες, κλαδιά ελιάς και λουλούδια. Η ημέρα ήταν ηλιόλουστη και η θάλασσα ήρεμη όταν το πλοίο που τον έφερνε στη χώρα ξεπρόβαλε στον ορίζοντα, με τη σημαία να κυματίζει υπερήφανα στον αέρα. Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν, ενώ τα τύμπανα ηχούσαν ρυθμικά, μαζί με τους τιμητικούς κανονιοβολισμούς από το φρούριο της πόλης.
   Είδα τον Όθωνα να κατεβαίνει από το πλοίο, ντυμένος με στρατιωτική στολή, γεμάτος νιότη... Πράγματι, ήταν σχεδόν ένα παιδί, μα στο βλέμμα του διέκρινες μια παράξενη σοβαρότητα, σαν να ένιωθε κι εκείνος το βάρος που κουβαλούσε στις πλάτες του. Έκανε ένα βήμα στη γη μας, και τότε ο κόσμος ξέσπασε σε ζητωκραυγές και επευφημίες. Οι επίσημοι τον υποδέχτηκαν με τιμές, ενώ ο απλός λαός, άνθρωποι που είχαν χάσει τα πάντα στον αγώνα για την ελευθερία, έβλεπαν στον νεαρό βασιλιά, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, μια ελπίδα για σταθερότητα, για ειρήνη, για μια καινούρια αρχή.


   Ένα νέο κεφάλαιο άνοιγε για τη χώρα, γεμάτο προκλήσεις και αναπάντητα ερωτήματα, κι εγώ ήμουν μάρτυρας αυτής της σημαντικής στιγμής. Αν και ο χρόνος θα έδειχνε αν ο Όθωνας θα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες μας, εκείνη την ημέρα το Ναύπλιο ήταν γεμάτο από την υπόσχεση ενός νέου μέλλοντος…
Σ. Φωτεινή, Γ4

Από το ημερολόγιο του Όθωνα
3 Σεπτεμβρίου 1843
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   τι νύχτα πέρασα… Σωστός εφιάλτης! Από τα μεσάνυχτα ως τις πρώτες πρωινές ώρες όλο και περισσότεροι πολίτες συγκεντρώνονταν μαζικά στον χώρο μπροστά στα ανάκτορα, συνοδευόμενοι από τη φρουρά της Αθήνας, απαιτώντας σύνταγμα! Δεν περίμενα πως ο ελληνικός λαός, στον οποίο ήρθα με καλές προθέσεις για να κυβερνήσω δίκαια, θα στρεφόταν έτσι εναντίον μου…
   Πρέπει όμως να το παραδεχτώ, φαίνεται πως οι Έλληνες κουράστηκαν από την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα. Τα οικονομικά των αγροτών ολοένα και χειροτερεύουν, η ληστεία αναπτύσσεται στην ύπαιθρο, ενώ οι Δυνάμεις μας επέβαλαν οικονομικό έλεγχο και περικοπή των κρατικών δαπανών, καθώς αδυνατούσαμε να πληρώσουμε τα δάνειά μας… Και σαν να μην έφταναν αυτά, οι πολιτικοί και των τριών κομμάτων έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση, καλώντας τον κόσμο να αντιδράσει.
   Κατά τη διάρκεια της νύχτας μέσα στο παλάτι επικρατούσε χάος. Οι σύμβουλοί μου διαφωνούσαν ως προς την απόφαση που θα έπρεπε να ληφθεί. Αρχικά, ήμουν κατηγορηματικά αντίθετος όσον αφορά την παραχώρηση συντάγματος. Καθώς όμως το πλήθος των συγκεντρωμένων μεγάλωνε και οι φωνές τους αντηχούσαν στο παλάτι, δεν άργησα να αντιληφθώ πως, αν αρνιόμουν, μπορεί να ακολουθούσε αιματοχυσία. Έτσι, με βαριά καρδιά, αλλά και με την ελπίδα να επανέλθει η ειρήνη, υποχρεώθηκα τελικά να υποχωρήσω και να αποδεχτώ το αίτημά τους…
   Μέσα στις επόμενες εβδομάδες θα προκηρυχθούν εκλογές για τη σύγκλιση εθνοσυνέλευσης. Η Ελλάδα θα αποκτήσει για πρώτη φορά σύνταγμα. Ωστόσο, θα φροντίσω να έχω και πάλι εγώ τον πρώτο λόγο όσον αφορά και τις τρεις εξουσίες, ώστε να τις ελέγχω. Βέβαια, προς το παρόν θα πρέπει να περιμένω να δω πώς θα εξελιχθούν οι εκλογές. Ξέρω πως, για να διατηρήσω την εξουσία μου, θα χρειαστώ έναν έμπιστο άνθρωπο στη θέση του πρωθυπουργού, ο οποίος θα είναι πρόθυμος να συνεργαστεί μαζί μου…
Π. Αλέξανδρος, Γ4

Ψ. Γιάννης, Γ4

Σκέψεις του Δημήτριου Καλλέργη
   Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη νύχτα... Η πόλη κοιμόταν, μα η καρδιά της Ελλάδας ξυπνούσε! Το σχέδιο ήταν καλά οργανωμένο. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, αξιωματικοί και στρατιώτες ξεσηκώθηκαν, και μαζί με τον Μακρυγιάννη προχωρήσαμε προς τα ανάκτορα. Ήταν η ώρα να απαιτήσουμε από τον βασιλιά Όθωνα σύνταγμα. Η υπομονή του λαού είχε εξαντληθεί. Ήταν ένα κίνημα για ελευθερία. Ζητούσαμε να πάψει ο Όθων να κυβερνά απολυταρχικά. Να ακούσει, επιτέλους, τη φωνή του λαού.
   Ήμασταν αποφασισμένοι, και ο κόσμος μας ακολούθησε. Όταν φτάσαμε μπροστά στο παλάτι, πλήθος πολιτών άρχισε να συγκεντρώνεται για να ενωθεί με τον στρατό. Άντρες και γυναίκες, με ελπίδα στα μάτια… Φώναζαν: «Ζήτω το Σύνταγμα!» και «Κάτω η απολυταρχία!». Όλοι μαζί διεκδικήσαμε τα δικαιώματά μας ειρηνικά, αλλά ανυποχώρητα.
   Ο Όθωνας ξύπνησε αναστατωμένος. Είδε τα στρατεύματα και τον λαό συγκεντρωμένους μπροστά στο παλάτι του. Κατάλαβε ότι δεν υπήρχε πια επιστροφή... Υπό την πίεση της κατάστασης, αναγκάστηκε τελικά να δεσμευτεί ότι θα παραχωρήσει σύνταγμα.
   Ήταν μια νίκη για τον ελληνικό λαό και είμαι περήφανος που συμμετείχα σ’ αυτό το κίνημα. Πιστεύω ότι τώρα αρχίζει μια νέα εποχή για την πατρίδα μας!
Ζ. Γκεράλντα, Γ1

Φ. Χριστίνα, Γ4

Σκέψεις του Όθωνα κατά την έξωσή του
   Η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου… Ενώ λείπαμε με τη βασίλισσα σε περιοδεία στις επαρχίες, ο λαός της Αθήνας εξεγέρθηκε και ο στρατός έχει ταχθεί με τους επαναστάτες.
   Ίσως να έκανα λάθη. Ίσως να μην κατάλαβα τον ελληνικό λαό, παρά το ότι είμαι ο βασιλιάς του εδώ και σχεδόν τριάντα χρόνια… Πρέπει λοιπόν να φύγω. Δεν έχω άλλη επιλογή…
   Η βασίλισσα Αμαλία είναι συντετριμμένη. Προσπαθώ να παραμείνω δυνατός, για εκείνη, για την αξιοπρέπειά μου. Αφήνω πίσω μου ένα κομμάτι της καρδιάς μου. Την Ελλάδα, το βασίλειό μου, το σπίτι μου…
… Αναχωρούμε. Κοιτάζω για τελευταία φορά την Αθήνα, τον Παρθενώνα, τα βουνά. Δάκρυα τρέχουν από τα μάτια μου. Αντίο Ελλάδα, αντίο Έλληνες… Ελπίζω να βρείτε έναν καλύτερο ηγέτη, κάποιον που θα σας οδηγήσει στην ευημερία και την ειρήνη. Εγώ, ο Όθωνας, ο πρώτος σας βασιλιάς, φεύγω βαθιά πληγωμένος, αλλά πάντα θα αγαπώ την Ελλάδα, την πατρίδα σας που έγινε και δική μου πατρίδα…
Β. Άγγελος, Γ1

Ήμουν κι εγώ εκεί... στις πρώτες εκλογές που έγιναν στην Ελλάδα
   Ήταν Φεβρουάριος του 1844 κι εγώ ήμουν 25 χρονών. Ήταν η πρώτη φορά που θα ψηφίζαμε στην Ελλάδα. Μετά από τις διαμαρτυρίες του λαού, ο βασιλιάς Όθωνας έδωσε σύνταγμα και έτσι έγιναν οι πρώτες εκλογές για να φτιάξουμε Βουλή.
   Στο χωριό μας υπήρχε μεγάλη αναστάτωση… Όλοι μιλούσαν για τους υποψήφιους και τα κόμματα. Άλλοι υποστήριζαν το ρωσικό κόμμα, άλλοι το γαλλικό και άλλοι το αγγλικό. Οι καβγάδες στο καφενείο έδιναν και έπαιρναν!
   Την ημέρα των εκλογών πήγα στο σχολείο του χωριού, όπου γινόταν η ψηφοφορία. Εκεί φώναζαν τα ονόματά μας και ένας-ένας μπαίναμε να ψηφίσουμε. Η ψήφος γινόταν με μια μικρή μεταλλική μπίλια, που τη ρίχναμε σε ένα κιβώτιο, την κάλπη, διαφορετική για κάθε υποψήφιο. Αυτή ήταν χωρισμένη σε δύο χώρους, έναν για το ΝΑΙ, που είχε χρώμα άσπρο, και έναν για το ΟΧΙ, που είχε χρώμα μαύρο, ανάλογα με το αν ήθελες να ψηφίσεις ή να «μαυρίσεις» τον υποψήφιο αυτόν. Πίσω από την κάλπη, η οποία ήταν κατασκευασμένη έτσι που να μην μπορεί κανείς να δει σε ποιο χώρο της έριχνε το σφαιρίδιό του ο ψηφοφόρος, στεκόταν ο αντιπρόσωπος του υποψηφίου.
   Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να ψηφίσουμε; Άντε εγώ, τα ήξερα τα γραμματάκια μου, αλλά οι περισσότεροι συγχωριανοί μου ήταν αναλφάβητοι. Ήξερε όμως καλά ο καθένας ποιον ήθελε να ψηφίσει… Είδα μάλιστα κάποιους φανατικούς ψηφοφόρους να δαγκώνουν τον μολυβένιο βόλο και να αφήνουν τα ίχνη των δοντιών τους, για να δηλώσουν την αφοσίωσή τους στον υποψήφιο που επέλεγαν.
   Ένιωθα περήφανος που συμμετείχα. Ήταν κάτι πολύ σημαντικό για όλους μας. Μπορεί να υπήρχαν δυσκολίες και προβλήματα, αλλά ήταν ένα πρώτο βήμα προς τη δημοκρατία στην Ελλάδα.
   Ήμουν κι εγώ εκεί, στις πρώτες εκλογές. Και θα το θυμάμαι για πάντα…
Σ. Φαίη, Γ4

Γ. Άννα, Γ3

Δύο πολίτες συζητούν μετά από την ανακοίνωση της πτώχευσης της χώρας
Τόπος: Αθήνα, κοντά στη Βουλή
Χρόνος: Απόγευμα, λίγο μετά την ανακοίνωση του Τρικούπη, Δεκέμβριος 1893
Γιώργος: (πίνει καφέ νευρικά) Το άκουσες, Νίκο; Το είπε ξεκάθαρα στη Βουλή: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν»! Δεν μπορώ ακόμα να το πιστέψω…
Νίκος: Το άκουσα, το άκουσα… Σαν μαχαιριά ήταν! Ποιος να το φανταζόταν ότι θα φτάναμε σε τέτοιο σημείο; Ο Τρικούπης προσπαθούσε, αλλά φαίνεται πως τα χρέη μας έπνιξαν.
Γιώργος: Και τώρα; Τι θα γίνει τώρα με τον λαό; Οι φόροι μας είχαν ήδη επιβαρύνει πολύ. Και αυτοί οι δανειστές μας δεν έχουν έλεος… Πού πήγαν όλα αυτά τα δάνεια που πήραμε;
Νίκος: Πήγαν σε έργα, δρόμους, σιδηροδρόμους… Πήγαν και στις τσέπες ορισμένων, μην κρυβόμαστε. Αλλά και να μην είχαν πάει, πώς να πληρώσεις όλους αυτούς τους τόκους που κάθε χρόνο γίνονταν και πιο πολλοί;
Γιώργος: Ο κόσμος είναι απελπισμένος. Έβλεπα πριν λίγο στο Σύνταγμα, κάποιοι έκλαιγαν. Λες και χάσαμε τον πόλεμο…
Νίκος: Είναι σαν να χάσαμε, Γιώργο. Μόνο που αυτή η ήττα είναι διαφορετική. Πέφτουν σπίτια και κλείνουν μαγαζιά. Ο κόσμος πεινάει και θα πεινάσει περισσότερο...
Γιώργος: Αναρωτιέμαι αν θα συνέρθουμε ποτέ από αυτό. Πόσο πίσω θα μας πάει… Και τι θα γίνει με τον Τρικούπη τώρα;
Νίκος: Ίσως τον ρίξουν. Ίσως φύγει μόνος του. Αλλά τουλάχιστον μίλησε με ειλικρίνεια. Άλλος στη θέση του θα έλεγε ψέματα, θα κοιτούσε να αποποιηθεί την ευθύνη...
Γιώργος: Αυτό είναι αλήθεια. Είπε την πιο σκληρή κουβέντα που μπορούσε να πει ηγέτης. Και την είπε καθαρά. Μόνο που το τίμημα θα το πληρώσει πάλι ο λαός…
Νίκος: Πάντα έτσι γίνεται, φίλε μου… Πάντα εμείς πληρώνουμε. Αλλά να θυμάσαι, η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει! Μπορεί να γονατίζει, αλλά σηκώνεται και πάλι.
Γιώργος: Μακάρι να έχεις δίκιο, Νίκο. Εύχομαι να έρθουν καλύτερες μέρες για μας και τα παιδιά μας…
Κ. Γιάννης, Γ1

Η πτώχευση της Ελλάδας (1893) από την οπτική γωνία ενός δημοσίου υπαλλήλου
   Σήμερα ανακοινώθηκε επίσημα κάτι που πολλοί από εμάς φοβόμασταν εδώ και καιρό. Ο πρωθυπουργός, ο Χαρίλαος Τρικούπης, δήλωσε στη Βουλή πως η Ελλάδα πτώχευσε. Όταν άκουσα την ανακοίνωση της πτώχευσης, πάγωσα, κι ας το υποπτευόμουν μέρες τώρα. Το μόνο που ένιωσα ήταν ένα βάρος στο στήθος, σαν να με τράβηξε κάποιος στον βυθό.
   Στη δουλειά, στο Υπουργείο, η ατμόσφαιρα ήταν ψυχρή και άβολη. Όλοι σιωπηλοί, με βλέμματα χαμένα, σαν να χάσαμε κάτι πιο πολύτιμο κι από το μισθό μας. Μισθός… Χα! Ποιος μισθός; Μας είπαν πως μέχρι νεότερης ενημέρωσης δεν υπάρχει χρήμα να πληρωθούμε. Και πώς θα πάω σπίτι εγώ να κοιτάξω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μας στα μάτια; Τι θα τους πω;
   Η μικρή Ελένη χρειάζεται καινούρια παπούτσια, ο Νικολάκης αρρωσταίνει εύκολα, και τα φάρμακα κοστίζουν όσο το μισό μας μηνιάτικο. Η γυναίκα μου κρατάει γερά, δεν παραπονιέται. Προσπαθεί να είναι δίπλα μου, να με στηρίζει. Μα βλέπω στο βλέμμα της τον φόβο - τον ίδιο που έχω κι εγώ, μόνο που ο δικός μου γυρνάει σε βαθύ θυμό.
   Οργίζομαι με τον Τρικούπη. Μας μιλούσε για πρόοδο, για σιδηρόδρομους, για έργα και για ανάπτυξη. Και τώρα; Τώρα εμείς, οι μικροί, οι καθημερινοί, πληρώνουμε τα κατορθώματα των μεγάλων. Ωστόσο, εκείνοι θα συνεχίσουν να τρώνε στα καλά σπίτια και να μιλούν για την "ανάπτυξη", ενώ εμείς θα κόβουμε το ψωμί στη μέση.
   Και όμως, μέσα σ’ όλη αυτή τη μαυρίλα, δε θέλω να χάσω την ελπίδα μου. Είμαστε ένας λαός που πέρασε πολλά και πάντα είχε το κουράγιο να σταθεί στα πόδια του. Ίσως και τώρα τα πράγματα να αλλάξουν. Ελπίζω, λοιπόν, μια μέρα τα παιδιά μου να ζήσουν σε μια Ελλάδα πιο ισχυρή και δίκαιη, χωρίς φτώχεια και χωρίς ψέματα.
Κ. Ελένη, Γ1

Η πτώχευση της Ελλάδας από την οπτική γωνία ενός απλού πολίτη
   Στις 10 Δεκεμβρίου του 1893 ο πρωθυπουργός μας, ο Χαρίλαος Τρικούπης, είπε στη Βουλή δυο λόγια που συγκλόνισαν όλο τον ελληνικό λαό: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν.». Είναι αλήθεια πως τα προβλήματα είχαν συσσωρευτεί από καιρό. Η κυβέρνηση είχε δανειστεί πολλά λεφτά από το εξωτερικό. Όμως τα χρήματα δε χρησιμοποιήθηκαν σωστά… Πολλά από αυτά σπαταλήθηκαν σε κάθε είδους ρουσφέτια. Οι απλοί άνθρωποι ζοριζόμασταν πολύ οικονομικά. Οι φόροι ήταν μεγάλοι και τα προϊόντα στο παζάρι ακρίβαιναν συνέχεια. Ο κόσμος άρχισε να θυμώνει και να χάνει την υπομονή του. Δεν ήταν δίκαιο να πληρώνουμε εμείς τα λάθη των άλλων… Ωστόσο, κανείς δεν ήθελε να πιστέψει ότι η χώρα μας θα έφτανε σε αυτήν την ταπείνωση.
   Το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή. Όταν περπατούσες στους δρόμους της Αθήνας, το μόνο που έβλεπες σε όλα τα πρόσωπα ήταν απογοήτευση, θυμός και φόβος. Πολλοί έμποροι έβαζαν λουκέτα στα μαγαζιά τους και οι άνθρωποι στα καφενεία μιλούσαν με κατεβασμένα τα κεφάλια. Άλλοι έριχναν την ευθύνη στους ξένους και άλλοι στους δικούς μας πολιτικούς. Το βάρος της πτώχευσης απλώνονταν σε όλους, σαν ένα σύννεφο που σκέπαζε το μέλλον μας. Κανείς δεν ήξερε τι θα γινόταν την επόμενη μέρα. Τα χρέη της χώρας ήταν μεγάλα και δεν μπορούσαμε πλέον να πληρώνουμε τους τόκους στους ξένους δανειστές…
   Όλα όσα είχαμε χτίσει με τόσο κόπο, τα μεγάλα έργα, μαζί και οι ελπίδες μας για μια καλύτερη ζωή έμοιαζαν τώρα σαν μία κλωστή που είχε σπάσει. Είχαμε κάνει τόσο αγώνα για να κατακτήσουμε την ελευθερία μας και τώρα βλέπαμε τα όνειρά μας να γκρεμίζονται και πάλι. Εμείς, ο απλός λαός, ξέραμε πως οι μέρες που έρχονταν θα ήταν ακόμα πιο δύσκολες, αλλά μέσα μας υπήρχε και ένα πείσμα πως ό,τι και να έρθει εμείς θα το αντέξουμε, και θα ορθοποδήσουμε για άλλη μια φορά…
Μ. Αθηνά, Γ4

Σκέψεις του Χαρίλαου Τρικούπη
   Όταν αποφάσισα να εγκαταλείψω τη διπλωματική μου καριέρα και να γυρίσω στην Ελλάδα για να μπω στον στίβο της πολιτικής, ήξερα ποια κατάσταση θα συναντήσω. Η διοίκηση της χώρας ήταν άναρχη, τα οικονομικά σε κακή κατάσταση και η πολιτική σκηνή διχασμένη, υποταγμένη σε προσωπικά συμφέροντα και αυλές. Δεν μπορούσα να μείνω αμέτοχος… Είχα χρέος απέναντι σε αυτόν τον τόπο. Το 1874 δημοσίευσα το περίφημο άρθρο μου «Τις πταίει;» στην εφημερίδα Καιροί, κατηγορώντας ανοιχτά τον βασιλιά Γεώργιο Α΄ ότι αγνοούσε τη λαϊκή βούληση, επιλέγοντας πρωθυπουργούς που δεν είχαν τη δεδηλωμένη υποστήριξη της Βουλής. Αυτό ήταν ριψοκίνδυνο - φυλακίστηκα προσωρινά - αλλά αναγκαίο. Ήθελα να βάλω τα θεμέλια μιας πιο σύγχρονης, δημοκρατικής διακυβέρνησης.
   Ως πρωθυπουργός προσπάθησα να φέρω μεταρρυθμίσεις. Έβαλα στόχο την ανάπτυξη των υποδομών: χιλιάδες χιλιόμετρα δρόμων κατασκευάστηκαν, το σιδηροδρομικό δίκτυο επεκτάθηκε και το έργο ζωής μου - η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου - έγινε πραγματικότητα. Ήθελα να φέρω την Ελλάδα πιο κοντά στην Ευρώπη.
   Αλλά η πρόοδος είχε κόστος… Δανεισμοί από το εξωτερικό και κακοδιαχείριση των οικονομικών οδήγησαν τη χώρα στο χείλος της χρεοκοπίας. Το Δεκέμβριο του 1893 στάθηκα στο βήμα της Βουλής και, με πόνο ψυχής, πρόφερα τη φράση που με ακολουθεί μέχρι σήμερα: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Δεν το είπα με ευκολία. Ήταν η πικρή αλήθεια… Ήταν η ευθύνη που όφειλα να αναλάβω απέναντι στον ελληνικό λαό.
   Παρά τις απογοητεύσεις, δε μετανιώνω. Πίστευα και πιστεύω ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει ισχυρή, εφόσον επενδύσει στην παιδεία, τη διαφάνεια και την ανάπτυξη. Αν η Ιστορία με θυμάται αυστηρά, ας το κάνει. Εγώ προσπάθησα…
Α. Χρύσα, Γ3

Λ. Ηλιάνα, Γ3

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2025

Στη μηχανή του χρόνου - Καποδίστριας

Σε ένα ταξίδι στον χρόνο, οι μαθητές και οι μαθήτριες της Γ΄ Γυμνασίου μεταφέρονται στην εποχή του Καποδίστρια και, σε ρόλο αυτόπτη μάρτυρα ή πρωταγωνιστή, γράφουν σελίδες ημερολογίου, επιστολές και αφηγήσεις - "μαρτυρίες" για σημαντικά ιστορικά γεγονότα της πολυτάραχης εκείνης ιστορικής περιόδου...

'Ημοπυν κι εγώ εκεί... στην άφιξη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο
6 Ιανουαρίου 1828
   Σήμερα έζησα ένα ιστορικό γεγονός! Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, έφτασε στο Ναύπλιο. Ξύπνησα πριν καλά-καλά ανατείλει ο ήλιος για να βρεθώ στο λιμάνι. Από νωρίς το πρωί η πόλη ήταν στολισμένη με σημαίες και γεμάτη κόσμο. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και όλοι είχαν ένα βλέμμα ανυπομονησίας στα μάτια τους. Στο λιμάνι γινόταν χαμός… Δύσκολα έβλεπες ανάμεσα από όλα αυτά τα κεφάλια.
   Όταν ο Καποδίστριας έφτασε επιτέλους και πάτησε το πόδι του στο έδαφος του Ναυπλίου, κανονιοβολισμοί ακούστηκαν και το πλήθος άρχισε να ζητωκραυγάζει. Ήταν ντυμένος κομψά αλλά λιτά, με σοβαρή έκφραση στο πρόσωπό του και αρχοντικό περπάτημα. Τον υποδέχτηκαν ο Κολοκοτρώνης, ο Μιαούλης και άλλοι οπλαρχηγοί και πολιτικοί.
   Από εκεί, τον συνόδευσαν στον ναό του Αγίου Γεωργίου όπου ακολούθησε δοξολογία. Τόσο κόσμο μαζεμένο ποτέ δεν έχω ξαναδεί! Ο κυβερνήτης φίλησε το Ευαγγέλιο και ορκίστηκε να υπηρετήσει την πατρίδα. Συγκινήθηκα βλέποντάς τον… Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια αγώνων, η πατρίδα μας βρήκε έναν άξιο ηγέτη.
   Μου έκανε εντύπωση που ο κόμης Καποδίστριας έβαλε στην άκρη τη βολή του για να έρθει εδώ στο Ναύπλιο και να αναλάβει μια τόσο δύσκολη αποστολή. Τα συναισθήματά μου είναι ανάμεικτα… Νιώθω χαρά, αλλά και αγωνία για το μέλλον. Πιστεύω ότι ο κυβερνήτης μας θα αναλάβει δράση και ελπίζω για το καλύτερο!

Δ. Βασιλική, Γ1

Λόγος του Ιωάννη Καποδίστρια στον λαό μετά την άφιξή του
Αγαπητοί μου συμπολίτες,
   Σήμερα, όταν έφτασα στο Ναύπλιο, η καρδιά μου γέμισε με προσδοκία και ελπίδα. Αυτός ο τόπος, που υπήρξε μάρτυρας των αγώνων και των θυσιών του λαού μας, τώρα μας καλεί να εργαστούμε για την αναγέννησή του. Η Ελλάδα, μετά από χρόνια σκλαβιάς, αναδύεται από τις στάχτες της και χρειάζεται τη στήριξη όλων μας.
   Εδώ, στο Ναύπλιο, θα οικοδομήσουμε τις βάσεις ενός νέου κράτους. Η σωστή διοίκηση και η ασφάλεια είναι τα πρώτα μας μελήματα. Επιβάλλεται να διασφαλίσουμε την ειρήνη και την τάξη, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν το νεοσύστατο κράτος μας. Κάθε πολίτης έχει ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Η συνεργασία μας είναι κρίσιμη.
   Η παιδεία, η δικαιοσύνη και η ανάπτυξη της οικονομίας είναι οι πυλώνες που θα στηρίξουν την Ελλάδα μας. Οι νέες γενιές πρέπει να εκπαιδευτούν ώστε να οδηγήσουν τη χώρα σε ένα καλύτερο μέλλον. Η γνώση είναι το όπλο μας και η μόρφωση το κλειδί για την πρόοδο.
   Ας ενωθούμε όλοι μαζί, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης ή καταγωγής. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να πιστεύουν στο όραμά μας και να είναι έτοιμοι να αγωνιστούν γι’ αυτό. Η ελευθερία μας αποκτήθηκε με αίμα και θυσίες. Ας διασφαλίσουμε ότι οι θυσίες αυτές δε θα είναι μάταιες. Ας χτίσουμε ένα κράτος που θα είναι αντάξιο των προσδοκιών και των ονείρων μας!
Μ. Κατερίνα, Γ4

Κ. Κώστας, Γ4

Από το ημερολόγιο του Καποδίστρια
Αγαπητό ημερολόγιο,
   η άφιξή μου στην Ελλάδα με έχει γεμίσει με συγκίνηση, αλλά ταυτόχρονα και με βαθιά ανησυχία. Αντίκρισα μια τραγική κατάσταση... Θα έπρεπε μάλλον να το περιμένω, ωστόσο η εικόνα που είδα αποβιβαζόμενος στο λιμάνι της Αίγινας ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Ένας σωρός ερειπίων! Με ελπίδα στα μάτια με υποδέχτηκε ο τόσο εξαντλημένος και φτωχός ελληνικός λαός. Νιώθω πως έχω το ιερό καθήκον να βοηθήσω τη χώρα μου να ορθοποδήσει…
   Είναι αλήθεια πως τα προβλήματα που έχω να αντιμετωπίσω είναι πολλά. Ληστές και πειρατές ασκούν τη δική τους εξουσία και ελέγχουν μεγάλες περιοχές, καταπατώντας τον νόμο, ενώ ακόμα παραμένει αιγυπτιακός στρατός στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο και τουρκικός στη Στερεά Ελλάδα. Σχεδιάζω λοιπόν να αναστείλω το σύνταγμα της Τροιζήνας και να συγκεντρώσω όλες τις εξουσίες στα χέρια μου. Είναι ο μόνος τρόπος για να διαχειριστώ την επείγουσα κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα και να οργανώσω ένα κράτος από το μηδέν. Αυτό φοβάμαι ότι θα προκαλέσει αντιδράσεις… Θα ζητήσω την κήρυξη εθνοσυνέλευσης, για να επικυρωθούν οι αποφάσεις μου. Πρέπει όμως να ασχοληθώ και με τη συγκρότηση των ενόπλων δυνάμεων για να απαλλάξω την Ελλάδα από τα εχθρικά στρατεύματα, αλλά και να αντιμετωπίσω την κακιά πληγή της ληστείας και της πειρατείας.
   Ένα άλλο μεγάλο θέμα είναι η οικονομία. Αλλά… ποια οικονομία; Ούτε ένα νόμισμα δεν έχει το ταμείο! Το σχέδιο λοιπόν είναι να δημιουργήσω ένα πρώτο κρατικό ταμείο, που θα στηριχθεί σε συνεισφορές Ελλήνων του εξωτερικού και φιλελλήνων. Α! Και φίλος μου ο Εϋνάρδος μπορεί να με βοηθήσει να κόψω νέο νόμισμα και να ιδρύσω την πρώτη τράπεζα στην Ελλάδα. Βέβαια, πρέπει να σκεφτώ το όνομα του νομίσματός μας… Δεν έχω καταλήξει ακόμα, αλλά σκέφτομαι τον φοίνικα, για να συμβολίζει την αναγέννηση της Ελλάδας από τις στάχτες. Ωστόσο, για να έχουν αποτέλεσμα όλα αυτά είναι απαραίτητο να γίνουν και κάποιες περικοπές στις δαπάνες… Σίγουρα δε θα είναι εύκολο να γίνουν αποδεκτοί αυτοί οι περιορισμοί.
   Εννοείται πώς θα πρέπει να γίνει κάτι και για την εκπαίδευση. Σκοπεύω να ιδρύσω αλληλοδιδακτικά σχολεία. Αυτός, κατά τη γνώμη μου, είναι ο καλύτερος τρόπος μάθησης κάτω από τις παρούσες συνθήκες. Μας χρειάζονται σίγουρα και επαγγελματικά σχολεία, όπως και μια Γεωργική Σχολή. Πάνω απ’ όλα, τη δεδομένη στιγμή η εκπαίδευση πρέπει να παρέχει βασικές γνώσεις και επαγγελματική κατάρτιση. Εννοείται πως θα υπάρχουν και σχολεία γι’ αυτούς που θέλουν να σπουδάσουν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, αλλά για δικό μας πανεπιστήμιο δεν είναι ακόμα καιρός. Πώς να προχωρήσω στην ίδρυση πανεπιστημίου, όταν στην πλειοψηφία τους οι Έλληνες είναι αναλφάβητοι;
   Το ξέρω ότι αυτό το πλάνο που έχω στο μυαλό μου θα είναι εξαιρετικά δύσκολο στην υλοποίησή του, αλλά δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να κάνει πίσω. Έχω αποφασίσει ότι θα κάνω ό,τι μπορώ για την πατρίδα και θα παλέψω όσο χρειαστεί για να μην απογοητεύσω τον πολύπαθο λαό μου. Ίσως να μην προλάβω να δω την Ελλάδα όπως την ονειρεύομαι, αλλά κάποιος πρέπει να βάλει τα θεμέλια…
Λ. Σόνια, Γ1

Λ. Ηλιάνα, Γ3

Δύο επιστολές του Ιωάννη Καποδίστρια
Αγαπητέ Εϋνάρδε,
   έφτασα στο Ναύπλιο και η εικόνα που αντίκρισα είναι αποκαρδιωτική. Η χώρα μου, η Ελλάδα, έχει υποστεί τεράστιες καταστροφές από τον πολύχρονο πόλεμο. Οι άνθρωποι είναι φτωχοί, κουρασμένοι και διχασμένοι, σημαδεμένοι από τις κακουχίες και τις απώλειες. Η αβεβαιότητα και η καχυποψία κυριαρχούν παντού, δηλητηριάζοντας τις σχέσεις και δυσχεραίνοντας κάθε προσπάθεια για πρόοδο. Νιώθω την τεράστια ευθύνη που έχω αναλάβει να βαραίνει τους ώμους μου…
   Οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης, που παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Ελλάδα, ενδιαφέρονται περισσότερο για τα δικά τους συμφέροντα παρά για την ευημερία του ελληνικού λαού. Οι πολιτικές τους σκοπιμότητες και οι ανταγωνισμοί τους περιπλέκουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση, αφήνοντας την Ελλάδα ευάλωτη και εκτεθειμένη.
   Παρά τις δύσκολες συνθήκες, δεν μπορώ να επιτρέψω στην απελπισία να με καταβάλει. Βλέπω ακόμα σπίθες ελπίδας στα μάτια των ανθρώπων που συναντώ. Έχουν κουραστεί από τον πόλεμο, την ακυβερνησία και την αδικία, και διψούν για μια σταθερή και δίκαιη κυβέρνηση που θα τους προσφέρει ασφάλεια και προοπτικές για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτή η λαχτάρα τους για αλλαγή και πρόοδο μου δίνει δύναμη και κουράγιο να συνεχίσω.
   Είμαι αποφασισμένος να αφιερώσω όλες μου τις δυνάμεις για να βοηθήσω τους Έλληνες να χτίσουν ένα καλύτερο μέλλον για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Γνωρίζω ότι η δουλειά που έχω μπροστά μου είναι πολλή και γεμάτη προκλήσεις, αλλά με τη βοήθεια του Θεού και των φίλων μου, όπως εσύ, πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε μια Ελλάδα ισχυρή, δίκαιη και ευημερούσα. Ξέροντας ότι όλα αυτά απαιτούν χρόνο, συνεργασία και αφοσίωση είμαι σίγουρος πως στο πρόσωπό σου θα βρω έναν πολύτιμο σύμμαχο.
Με φιλικούς χαιρετισμούς,
Ιωάννης Καποδίστριας
Β. Άγγελος, Γ1

Αγαπημένε μου Αυγουστίνε,
   η καρδιά μου είναι βαριά και το μυαλό μου γεμάτο σκέψεις. Με πίστη και αγάπη για το έθνος μας, δέχθηκα να αναλάβω τη διακυβέρνηση της Ελλάδας. Ήξερα πως δε θα ήταν εύκολο, όμως το χρέος μου με καλούσε. Από την ημέρα που πάτησα το πόδι μου στο Ναύπλιο, αφιέρωσα κάθε μου σκέψη στην ανόρθωση της πατρίδας. Μιας πατρίδας που έβγαινε τραυματισμένη από την επανάσταση και ζητούσε ελπίδα.
   Πήρα δύσκολες αποφάσεις. Περιόρισα τις τοπικές εξουσίες, προσπάθησα να φέρω πειθαρχία και ενότητα. Ήξερα πως θα προκαλέσω αντιδράσεις, αλλά το έκανα γιατί πάνω απ’ όλα με ενδιαφέρει το καλό του έθνους. Το κράτος μας είναι νέο, γεμάτο πληγές και ανεπάρκειες. Πιστεύω πως αυτό που χρειάζεται είναι μια ισχυρή κεντρική εξουσία. Η ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς σταθερότητα…
   Κάποιοι με είδαν ως αυταρχικό… Τοπικοί προύχοντες αντιδρούν γιατί θίγω τα συμφέροντά τους και δεν εξυπηρετώ τις επιδιώξεις τους, αλλά το κοινό συμφέρον. Διανοούμενοι με φιλελεύθερες ιδέες, όπως ο κάποτε φίλος μου Αδαμάντιος Κοραής, με κατηγορούν πως θέλω να γίνω τύραννος. Αλλά εγώ δεν έχω καμία προσωπική φιλοδοξία για εξουσία. Θέλω μόνο να σώσω την Ελλάδα από το χάος και να την οδηγήσω στον δρόμο της εξέλιξής της σε ένα κράτος σύγχρονο, ευρωπαϊκό.
   Νιώθω πια τον κίνδυνο γύρω μου. Όσοι είχαν εξουσία πριν με βλέπουν σαν εμπόδιο. Οι Μαυρομιχαλαίοι με απειλούν, η Ύδρα βράζει. Δε φοβάμαι για μένα. Φοβάμαι για το έργο που θα μείνει μισό, αν φύγω…
   Αν κάτι μου συμβεί, σε παρακαλώ να συνεχίσεις εσύ. Μην αφήσεις την Ελλάδα να γυρίσει πίσω στο σκοτάδι.
Με αδελφική αγάπη,
Ιωάννης 
Α. Άγγελος, Γ3

Π. Τζέσικα, Γ4

Ήμουν κι εγώ εκεί... στη δολοφονία του κυβερνήτη
   Ήμουν εκεί, το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο… Ο ήλιος είχε μόλις ανεβεί πάνω από τα σπίτια της πόλης και είχε ακόμα δροσιά. Ο κόσμος ήταν λίγος και η ατμόσφαιρα γαλήνια. Όλα έμοιαζαν ήσυχα, τίποτα δεν προμήνυε αυτό που ερχόταν…
   Είδα τον κυβερνήτη, τον Ιωάννη Καποδίστρια, να πλησιάζει με σταθερό βήμα. Ερχόταν να παρακολουθήσει κι αυτός τη λειτουργία, όπως έκανε κάθε Κυριακή. Τον ξεχώριζες εύκολα, καθώς φορούσε το σκούρο του πανωφόρι και κρατούσε το καπέλο του στο χέρι. Το βλέμμα του ήταν σοβαρό και σκεπτικό, όπως πάντα. Μόνο ο μονόχειρας σωματοφύλακάς του τον ακολουθούσε διακριτικά.
   Λίγο πριν μπει στην εκκλησία, αντίκρισε τον Γεώργιο και τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Προς στιγμήν στάθηκε… Ίσως θυμήθηκε τις προειδοποιήσεις των συνεργατών του πως κάποιοι από την αντιπολίτευση σχεδίαζαν να τον δολοφονήσουν, αποφάσισε όμως να μην οπισθοχωρήσει. Όταν όμως ο Καποδίστριας πλησίασε τους Μαυρομιχαλαίους, έγινε το κακό! Ο Κωνσταντίνος σήκωσε το πιστόλι του και πυροβόλησε τον άτυχο κυβερνήτη στο κεφάλι. Εκείνος έκανε ένα βήμα προς την πόρτα, σαν να ήθελε να κρατηθεί, αλλά λύγισε. Έπεσε βαριά πάνω στο πέτρινο πλακόστρωτο. Το καπέλο του κύλησε πιο πέρα και ένα ρυάκι αίματος άρχισε να απλώνεται δίπλα του. Ο Γεώργιος έτρεξε και τον μαχαίρωσε, για να είναι βέβαιος πως δε θα σηκωθεί…
   Ο κυβερνήτης μας ξεψύχησε μπροστά μου, χωρίς να μπορώ να αντιδράσω. Όλα έγιναν μέσα σε μια στιγμή! Για ένα ατελείωτο λεπτό όλοι στέκονταν ακίνητοι και μουδιασμένοι. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει τι είχε γίνει… Μετά πολλοί έβαλαν τις φωνές και επικράτησε πανικός. Άκουσα τον σωματοφύλακα του Καποδίστρια να πυροβολεί. Κάποιοι όρμησαν να κυνηγήσουν τους δολοφόνους, που είχαν φύγει τρέχοντας, ενώ άλλοι προσπάθησαν να βοηθήσουν τον κυβερνήτη. Ήταν όμως αργά…
   Γύρισα στο σπίτι μου συγκλονισμένος… Σκεφτόμουν πως η φυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ήταν σίγουρα η αφορμή για να ξεκινήσει το σχέδιο της δολοφονίας του κυβερνήτη μας. Αλλά και η Αγγλία και η Γαλλία τον δεν τον είχαν πάρει με καλό μάτι, γιατί υποπτεύονταν ότι είναι όργανο της Ρωσίας. Πολλοί τον κατηγόρησαν και τον πολέμησαν, αλλά ο Καποδίστριας αγωνίστηκε για την Ελλάδα, και η Ελλάδα τον πλήρωσε με αίμα.
   Ήμουν εκεί και είδα με τα μάτια μου τον θάνατο ενός σπουδαίου ανθρώπου. Ήταν μια μέρα που σημάδεψε τη μοίρα του τόπου μας και θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου για πάντα…
Γ. Γιώργος, Γ1

Λ. Σόνια, Γ1

Σκέψεις του Γεώργιου Μαυρομιχάλη
27 Σεπτεμβρίου 1831
   Σήμερα το χέρι μου έσταξε αίμα. Το αίμα του Κυβερνήτη… Δε χαίρομαι, μα νιώθω πως έπραξα το καθήκον μου.
   Ο Ιωάννης Καποδίστριας, με όλη του τη μόρφωση και τις καλές προθέσεις, δεν ήρθε να κυβερνήσει. Ήρθε να επιβληθεί... Παραμέρισε τους αγωνιστές και φυλάκισε τον πατέρα μου, τον Πετρόμπεη, που τόσες θυσίες έκανε για την επανάσταση του γένους. Μας αφαίρεσε τη φωνή μας! Αγνόησε τους τοπικούς θεσμούς και αυτούς που έδωσαν το αίμα τους στον αγώνα. Δεν είδε ανθρώπους. Είδε εμπόδια στο όραμά του. Μα αυτή η χώρα δεν είναι Ευρώπη και ούτε θα γίνει σε μια στιγμή με το έτσι θέλω ενός ανθρώπου…
   Δεν πιστεύω πως σκότωσα έναν σωτήρα. Σκότωσα έναν άνθρωπο που ξέφυγε από τον ρόλο του. Ας με κρίνει η ιστορία… Εγώ έπραξα για την ελευθερία, όπως την καταλαβαίνουμε εμείς οι Μανιάτες,
Γ. Αθανασία, Γ1

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

Στη μηχανή του χρόνου - Ελληνική επανάσταση

Η μηχανή του χρόνου ταξιδεύει τους μαθητές και τις μαθήτριες της Γ΄ Γυμνασίου στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης. Σε ρόλο πρωταγωνιστή ή αφανούς ήρωα, γράφουν σελίδες ημερολογίου, επιστολές ή αφηγήσεις - "μαρτυρίες" για σημαντικά γεγονότα της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου.

Από το ημερολόγιο του Ρήγα Φεραίου


Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   ήμουν πάντα ονειροπόλος… Πάντα πίστευα ότι η ελευθερία είναι δικαίωμα όλων των λαών. Και οι λαοί της Βαλκανικής διψούν για δικαιοσύνη, για ανεξαρτησία, για μια νέα αρχή.
   Η «Χάρτα της Ελλάδος» που έφτιαξα δεν είναι απλά και μόνο ένας χάρτης. Είναι το όνειρό μου για μια ελεύθερη Ελλάδα, για έναν κόσμο όπου όλοι θα είναι ίσοι. Κάθε φορά που την κοιτάζω, νιώθω πως το όνειρο αυτό μπορεί μια μέρα να γίνει πραγματικότητα. Με μεγάλη χαρά μαθαίνω πως ο Θούριός μου έγινε τραγούδι γεμάτο ελπίδα και επανάσταση, ένα τραγούδι που έχει περάσει από στόμα σε στόμα και τραγουδιέται παντού.
   Ξέρω βέβαια πως οι κίνδυνοι είναι πολλοί. Οι Τούρκοι με παρακολουθούν και δεν αποκλείεται κάποιος να με προδώσει. Αλλά δε φοβάμαι… Με προειδοποίησαν να σταματήσω, να προστατέψω τη ζωή μου. Μα πώς μπορώ να σταματήσω; Η ελευθερία δεν έρχεται χωρίς θυσίες. Και αν η θυσία μου γίνει σπίθα που θα ανάψει τη φωτιά της επανάστασης, τότε θα αξίζει.
   Το μόνο που θέλω είναι να δω την Ελλάδα ελεύθερη. Αλλά ακόμα κι αν δεν το ζήσω εγώ, ξέρω πως οι ιδέες μου θα βοηθήσουν τους άλλους να το πετύχουν. Μπορεί ο δρόμος να είναι δύσκολος, αλλά η φλόγα της ελευθερίας καίει δυνατά μέσα μου!
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή...
Γ. Βιολέτα, Γ3

Μ. Στέλλα, Γ4

Σκέψεις ενός νέου που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία
Φεβρουάριος 1820
   Από πέρυσι που άρχισα τις σπουδές μου στο Βουκουρέστι έχω έρθει κοντά με δύο συμφοιτητές μου, τον Δημήτριο Θέμελη και τον Ιάκωβο Τομπάζη. Αυτοί μου μίλησαν για τη μεγάλη εξέγερση που ετοιμάζεται, την επανάσταση των Ελλήνων για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Αποφάσισα λοιπόν να συμμετέχω κι εγώ ενεργά σ’ αυτή την προσπάθεια και μυήθηκα στη Φιλική Εταιρεία.
   Τη στιγμή που είπα «Το εστοχάστηκα και το στέργω» ένιωσα να με κατακλύζει η συγκίνηση και η υπερηφάνεια. Γιατί; Γιατί πλέον έχω έναν στόχο και έναν σκοπό στη ζωή μου και είμαι αποφασισμένος γι’ αυτόν να τη θυσιάσω: την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ο Ρήγας δείχνει τον δρόμο με τα έργα του και το παράδειγμά του...
Π. Δημήτρης, Γ4

Από το ημερολόγιο του Αλέξανδρου Υψηλάντη
21 Φεβρουαρίου 1821
Αγαπητό ημερολόγιο,
   η καρδιά μου είναι γεμάτη από συναισθήματα που δύσκολα περιγράφονται... Όταν ανέλαβα την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας, ήξερα ότι το βάρος ήταν τεράστιο, αλλά ήμουν αποφασισμένος να το σηκώσω. Και τώρα ήρθε η στιγμή, η μεγάλη ώρα! Η πρώην κραταιά Οθωμανική αυτοκρατορία αντιμετωπίζει σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, ενώ για σημαντικό τμήμα του ελληνισμού είναι πλέον ώριμο αίτημα η δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
   Αύριο, ξεκινώντας από ρωσικό έδαφος, θα περάσω με τους συντρόφους μου τον ποταμό Προύθο και θα κατευθυνθώ προς το Ιάσιο της Μολδοβλαχίας. Οι ηγεμόνες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών είναι Έλληνες Φαναριώτες και ξέρω καλά ότι εκεί, σύμφωνα με παλαιότερες ρωσοτουρκικές συνθήκες, δεν υπάρχει τουρκικός στρατός. Για να μην αναφέρω ότι λίγο βορειότερα βρίσκεται ρωσικός στρατός, ο οποίος ελπίζω ότι θα εισβάλει στις Ηγεμονίες για να βοηθήσει το κίνημά μας.


   Είμαι σίγουρος ότι θα υπάρξουν δυσκολίες, αλλά η απόφαση είναι πλέον αμετάκλητη. Δεν υπάρχει γυρισμός… Ο σκοπός είναι ιερός και η επιθυμία για ελευθερία μας ενώνει!
Κ. Νίκος, Γ3

Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   Η κατάσταση είναι πιο δύσκολη από όσο φανταζόμουν… Οι πλούσιοι Έλληνες των Ηγεμονιών, στους οποίους ελπίζαμε για οικονομική στήριξη, δεν ανταποκρίνονται όπως περιμέναμε. Φοβούνται, φαίνεται, μήπως χάσουν τα προνόμια και τα πλούτη τους… Αλλά και η στρατολόγηση προχωρά με αργούς ρυθμούς. Οι άντρες που έχουμε στη διάθεσή μας είναι λίγοι και δεν έχουν καμία πολεμική εμπειρία. Στον Ιερό Λόχο, το στρατιωτικό σώμα που ίδρυσα στη Φωξάνη, έχουν καταταγεί εθελοντές σπουδαστές των ελληνικών παροικιών της Μολδοβλαχίας και της Οδησσού. Είναι γεμάτοι φλόγα και ενθουσιασμό, αλλά είναι και πολύ νέοι, σχεδόν παιδιά…
   Σαν να μην έφταναν αυτά, οι μεγάλες δυνάμεις μάς γύρισαν την πλάτη τους. Ο τσάρος, τον οποίο θεωρούσα σύμμαχο, αποκήρυξε την επανάσταση και, το χειρότερο, επέτρεψε την είσοδο του οθωμανικού στρατού στις Ηγεμονίες για την καταστολή της. Πόσο πικρή ήταν αυτή η διάψευση για μένα!
   Κι έπειτα, ο Βλαδιμηρέσκου... Ο ίδιος άντρας που μας διαβεβαίωνε ότι θα πολεμήσει στο πλευρό μας, σύντομα έγινε φανερό ότι δεν είναι διατεθειμένος να δεσμευτεί πλήρως στον αγώνα. Έχω την υποψία ότι παίζει διπλό παιχνίδι και δεν τον εμπιστεύομαι.
   Παρόλα αυτά, δε χάνω το κουράγιο, το θάρρος και τις ελπίδες μου. Ο Θεός θα μας βοηθήσει στον δύσκολο αγώνα μας. Αλλά ακόμα κι αν αποτύχουμε, θα έχουμε κάνει το καθήκον μας απέναντι στην πατρίδα, κι αυτό είναι πάνω απ’ όλα.

   Δε θυμάμαι πόσος καιρός έχει περάσει, το κελί μου είναι κρύο και σκοτεινό, και οι ειδήσεις που άκουσα πριν από λίγο δεν είναι ευχάριστες... Έμαθα πως ο επίλογος της επανάστασης στις Ηγεμονίες γράφτηκε στη Μονή Σέκκου. Εκεί οι τελευταίοι αγωνιστές μας εγκλωβίστηκαν και έπεσαν ηρωικά πολεμώντας, μέχρι ενός. Πώς να δεχτώ ότι όλα τελείωσαν έτσι; Ότι τόσοι κόποι, τόσα όνειρα, τόσοι νέοι χάθηκαν;
   Όχι, δε θα το δεχτώ! Η θυσία τους δεν είναι μάταιη. Το μήνυμα της επανάστασης πέρασε στην Ελλάδα, ξεσηκώνοντας τον λαό για τη μεγάλη στιγμή της ανεξαρτησίας. Η πατρίδα μας θα απελευθερωθεί. Ίσως χρειαστούν χρόνια αγώνα, αλλά η μέρα που θα αποκτήσουμε την ελευθερία μας θα έρθει. Το πιστεύω με όλη μου την καρδιά, η οποία θα ανήκει πάντα στην Ελλάδα!
Γ. Μαριάννα, Γ1

Γ. Αντιγόνη, Γ1

Ήμουν κι εγώ εκεί... στη σφαγή της Χίου
15 Απριλίου 1822
Πολυαγαπημένη μου μάνα,
   σου γράφω για να σε καθησυχάσω μετά από όσα σίγουρα θα έμαθες για την καταστροφή της Χίου και να σου ζητήσω να προσεύχεσαι μέχρι να ξανανταμώσουμε στον Μοριά. Ο Πανάγαθος Θεός με φύλαξε σώο!
   Η Χίος… Τα μυροβόλα περιβόλια με τα εσπεριδοειδή, τα κυπαρίσσια και τις καστανιές, τα δαντελωτά ακρογιάλια με τα πιο περίεργα βότσαλα που έχω δει ποτέ μου! Το νησί που απολάμβανε σημαντικά προνόμια λόγω της καλλιέργειας των μοναδικών στον κόσμο μαστιχόδεντρων που βρίσκονταν υπό την προστασία της αδερφής του σουλτάνου, Εσμέ, η οποία έπαιρνε τα έσοδα από την πώληση αυτού του ιδιαίτερου και ξεχωριστού προϊόντος. Πολλοί έρχονταν να βρουν δουλειά εδώ, ανάμεσά τους κι εγώ, για να βοηθήσουν οικονομικά την οικογένειά τους. Βέβαια, κι εδώ υπήρχε τουρκική καταπίεση, αλλά σε γενικές γραμμές η κατάσταση ήταν πιο καλή για τους υπόδουλους. Αυτός ο ευλογημένος τόπος μπορούσε όλους να τους θρέψει και δεν έμοιαζε η ζωή εδώ με αυτή των υπόλοιπων ραγιάδων.


   Γι’ αυτό η άρχουσα τάξη του νησιού ήταν απρόθυμη να πάρει μέρος η Χίος στην ελληνική επανάσταση, φοβούμενη την απώλεια της ασφάλειας και της ευημερίας. Πίστευαν ότι μια εξέγερση μόνον κακό θα τους έφερνε. Όμως, στις 10 Μαρτίου ο Λυκούργος Λογοθέτης με 2.500 Σαμιώτες αποβιβάστηκε στο νησί και προσπάθησε να ξεσηκώσει τον κόσμο. Η ανταπόκριση που βρήκαν οι επαναστάτες δεν ήταν αυτή που περίμεναν. Κανείς από τους δημογέροντες δε βγήκε να τους καλοδεχτεί, τα μαγαζιά έμειναν κλειστά και μόνο κάποιοι ναυτικοί και χωρικοί ενώθηκαν μαζί τους. Η περιορισμένη δύναμη των Τούρκων, τρομοκρατημένη, κλείστηκε βιαστικά στο κάστρο της πόλης περιμένοντας βοήθεια, που δεν άργησε να φτάσει…
   Από τον Ελλήσποντο ήρθε η αρμάδα του Καρά Αλή κι από απέναντι, από τη Μικρά Ασία, φανατισμένα κι εξαγριωμένα μπουλούκια περίμεναν να πάρουν οδηγίες και να έρθουν στο νησί. Δεν ξέραμε τι να σκεφτούμε… Από τη μια βλέπαμε τη θάλασσα να γεμίζει τουρκικά πλοία κι από την άλλη λίγοι εξεγερμένοι να προσπαθούν να δουν πώς θα οργανωθούν. Ο απλός κόσμος κι οι δημογέροντες έλπιζαν ότι το πολύ πολύ θα φύγουν οι επαναστάτες, βλέποντας τον όγκο του τουρκικού στρατού, κι όλα θα αποκατασταθούν ήρεμα, από τη στιγμή που η συντριπτική πλειονότητα του νησιού δεν έκανε τίποτε για να προκαλέσει την οργή των Τούρκων, αφού δε συμμετείχε στην εξέγερση κατά του σουλτάνου.
   Αλλά στις 30 Μαρτίου, ανήμερα Μεγάλης Πέμπτης, μαζί με την παράδοση του Χριστού για τη Σταύρωση ήρθε και η σταύρωση της Χίου από άγρια κι ανόσια χέρια. Ένα έργο ανθρωπόμορφων τεράτων που ξεχύθηκαν μανιασμένα και, χωρίς σχεδόν αντίσταση, προχώρησαν σε λεηλασίες, εμπρησμούς, αρπαγές, σφαγές... Καπνοί, μαυρίλα και φωτιά, κανονιές, κουμπουριές, κλαγγή από σπαθιά… Στα αυτιά μου ακόμα αντηχούν οι ανατριχιαστικές απόκοσμες φωνές, τα βογγητά, ο θρήνος, τα κλάματα, τα παρακάλια. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν τη φρίκη… Και μετά αυτή η ατέλειωτη σειρά από κουρελιασμένα, ματωμένα γυναικόπαιδα, με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα μάτια τους και με τα γέλια των αιμοβόρων δήμιων τους να τους συνοδεύουν, υπολογίζοντας την τιμή που θα έπιανε ο κάθε δυστυχισμένος δούλος στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής…


   Μη με ρωτήσεις πώς κατάφερα να ξεφύγω. Ούτε κι εγώ το ξέρω… Ζω από καθαρή τύχη και μόνο! Μάλλον δεν είχε έρθει η ώρα μου… Σαν φάντασμα μέσα από τους καπνούς και τη σφαγή, κατάφερα να φτάσω μισοπεθαμένος στη θάλασσα, όπου επιβιβάστηκα σ’ ένα ψαριανό καΐκι, μαζί με άλλους κατατρεγμένους.
   Να ξέρεις πως μόλις συνέρθω από όσα έζησα, θα έρθω να σε βρω, Απ’ ό,τι πληροφορήθηκα, την άλλη βδομάδα ένα καράβι θα πλεύσει από τα Ψαρά προς τις Σπέτσες, οπότε θα σαλπάρω μαζί τους. Το μόνο που σκέφτομαι, μάνα, είναι να εκδικηθώ για όσους τόσο άδικα σφαγιάστηκαν… Έχω σκοπό να ενωθώ με τα παλικάρια του Κολοκοτρώνη! Καλή αντάμωση!
Σε φιλώ,
ο γιος σου Γεώργιος
Μ. Γιώργος, Γ2

   Τον καιρό της επανάστασης ήμουν 12 χρονών. Ζούσαμε στη Χίο, ήσυχα. Ο πατέρας μου ψάρευε, αλλά είχε και καφενείο. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα εξέγερσης στο νησί, επικρατούσε μια περίεργη σιωπή. Ήμουνα με τη μάνα μου στην αυλή του σπιτιού. Η μάνα ζύμωνε ψωμί κι εγώ έβγαζα νερό από το πηγάδι. Ένα σμήνος πουλιών φάνηκε στον ουρανό. «Κάτι κακό θα μας έβρει», είπε η μάνα μου, που πάντα διάβαζε το πέταγμα των πουλιών. Ξαφνικά βλέπουμε τον πατέρα να έρχεται τρέχοντας. «Άκουσα πως οι Τούρκοι μαζεύουν όλους τους άρχοντες του τόπου!». Έτρεξα στο ανώι του σπιτιού και από τα παράθυρα είδα τον τεράστιο τουρκικό στόλο που πλησίαζε… Ο πατέρας μου στα γρήγορα ετοίμασε έναν μπόγο με όσα νομίσματα είχαμε και κάποια τρόφιμα. Πήγαμε να κρυφτούμε στη σπηλιά της Παναγιάς της Αγιογαλούσαινας, μέχρι να δούμε τι θα γίνει.
   Την άλλη μέρα, 30 Μαρτίου, μόλις ξημέρωσε, οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στο νησί. Έβγαλαν τα γιαταγάνια και όρμησαν ουρλιάζοντας. Έμπαιναν στα σπίτια, έβαζαν φωτιές, έσφαζαν όσους συναντούσαν μπροστά τους. Μέχρι το καταφύγιό μας έφταναν οι σπαρακτικές φωνές των γυναικών, τα κλάματα των μικρών παιδιών… Βλέπαμε από μακριά το χωριό μας να καίγεται! Η μητέρα μου έκλαιγε, σφίγγοντας στην αγκαλιά της τη μικρή μου αδερφή. Από ένα μονοπάτι που ήξερε ο πατέρας καταφέραμε να διαφύγουμε προς τη θάλασσα. Επιβιβαστήκαμε στην ψαρόβαρκα του πατέρα μου, με σκοπό να φτάσουμε στη Σάμο. Εκεί είχαμε συγγενείς. Μας φιλοξένησαν…

...Μετά από 2 χρόνια, γύρισα με τον πατέρα μου στη Χίο, να δούμε τι είχε απογίνει. Ψάξαμε να βρούμε το καφενείο, το σπίτι μας. Δε βρήκαμε τίποτε… Παντού υπήρχαν μόνο ερείπια. Νιώθαμε ότι βρισκόμασταν σ’ έναν τόπο έρημο, ότι ποτέ δεν είχαν ζήσει άνθρωποι εκεί. Όσους δεν είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι, τους οδήγησαν σε σκλαβοπάζαρα. «Τουλάχιστον γλυτώσαμε τη ζωή μας…», είπε ο πατέρας. Ναι, γλυτώσαμε, αλλά χάσαμε τη γη όπου γεννηθήκαμε. Ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μας θάφτηκε στα ερείπια της Χίου. Γίναμε πρόσφυγες στην ίδια μας την πατρίδα…
   Ο πατέρας πήρε μια χούφτα χώμα και την τύλιξε στο μαντίλι του. «Αυτό θα μας θυμίζει το νησί μας…», είπε. Επιστρέψαμε στη Σάμο. Εκεί φτιάξαμε τη ζωή μας ξανά από την αρχή, με την ελπίδα ότι η ελευθερία της πατρίδας μας δε θ’ αργούσε.
Γ. Αστέριος, Γ2

Ήμουν κι εγώ εκεί... στο πολιορκημένο Μεσολόγγι
Αγαπημένη μου οικογένεια,
   γράφω αυτή την επιστολή με βαριά καρδιά και δάκρυα στα μάτια, καθώς οι στιγμές που ζούμε εδώ στο Μεσολόγγι είναι πέρα από κάθε περιγραφή. Η πολιορκία συνεχίζεται εδώ και μήνες. Οι Τούρκοι μας έχουν περικυκλώσει από παντού, αλλά η ψυχή μας δεν κάμπτεται. Οι κακουχίες είναι αμέτρητες. Δεν έχουμε τρόφιμα, δεν έχουμε νερό, αλλά έχουμε την πίστη μας στην ελευθερία.
   Οι μέρες και οι νύχτες περνούν με τον ήχο των κανονιών και τις κραυγές των τραυματιών. Κάθε μέρα βλέπω ανθρώπους που αγαπώ να πέφτουν. Η κατάσταση είναι απελπιστική, αλλά κανείς δεν κάνει πίσω. Όλοι είμαστε αποφασισμένοι να πολεμήσουμε μέχρι τέλους.
   Αγαπημένοι μου, αν αυτή η επιστολή φτάσει στα χέρια σας, να ξέρετε ότι σας αγαπώ και σας σκέφτομαι κάθε στιγμή. Το Μεσολόγγι είναι το τελευταίο κάστρο της ελευθερίας, κι αυτό αξίζει κάθε θυσία.
   Ελπίζω να σας ξαναδώ κάποια μέρα, αλλά αν όχι, να θυμάστε ότι θα έχω πεθάνει για μια δίκαιη υπόθεση.
Με άπειρη αγάπη, 
Δημήτριος Κ.
Κ. Νίκος, Γ3

Ήμουν κι εγώ εκεί... στην έξοδο του Μεσολογγίου
   Ήμουν κι εγώ εκεί… στο Μεσολόγγι, με τα τείχη του να αντιστέκονται στις συνεχείς επιθέσεις των Οθωμανών. Η πολιορκία ήταν σκληρή και οι κανονιοβολισμοί δε σταματούσαν· κάθε μέρα ήταν μια μάχη για επιβίωση και κάθε βράδυ μετρούσαμε τις απώλειες. Ο εχθρός είχε περικυκλώσει την πόλη, εμποδίζοντας κάθε δυνατότητα διαφυγής ή ανεφοδιασμού. Το νερό λιγόστευε, τα εφόδια εξαντλούνταν. Οι αρρώστιες και η πείνα θέριζαν, αλλά η πίστη μας στο Θεό και την ελευθερία μας έκανε πιο δυνατούς. Θυμάμαι τις γυναίκες και τα παιδιά που έφτιαχναν φυσέκια, τους γέροντες που έδιναν κουράγιο στους μαχητές…
   Όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, πήραμε τη μεγάλη απόφαση… Αποφασίσαμε την έξοδο, που θα γινόταν νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου με ξημερώματα Κυριακής των Βαΐων, μεταξύ 10ης και 11ης Απριλίου. Ήταν μια απόφαση δύσκολη, αλλά αναγκαία. Ξέραμε ότι οι πιθανότητες να βγούμε ζωντανοί ήταν ελάχιστες, αλλά η ελπίδα μάς έδινε δύναμη. Χωριστήκαμε σε τρεις ομάδες και οι υπόλοιποι μείνανε πίσω για να ανατινάξουν τις μπαρουταποθήκες. Δυστυχώς, οι Τούρκοι μας περίμεναν… Κάποιος είχε προδώσει το σχέδιό μας! Μόνο ένα ένοπλο σώμα, στο οποίο βρισκόμουν κι εγώ, μπόρεσε να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό και να ξεφύγει, ενώ οι υπόλοιποι μαζί με τα γυναικόπαιδα άρχισαν να οπισθοχωρούν.


   Οι απώλειες ήταν πολύ μεγάλες… Εγώ στάθηκα τυχερός, αλλά οι περισσότεροι από τους πολιορκημένους δεν κατάφεραν να επιβιώσουν. Όμως η θυσία τους δε θα πάει χαμένη. Το αίμα που χύθηκε εδώ στο Μεσολόγγι θα γίνει το λίπασμα για την ελευθερία της πατρίδας μας!
Α. Λάζαρος, Γ1

Άλλοι/ες ζωγράφισαν ήρωες της επανάστασης του '21.

Γεώργιος Καραϊσκάκης
Α. Χρύσα, Γ3

Μάρκος Μπότσαρης
Λ. Σόνια, Γ1

Κολοκοτρώνης - Καραϊσκάκης - Διάκος
Κ. Κώστας, Γ4