Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Ο Βάνκας

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του διηγήματος του Άντον Τσέχωφ "Ο Βάνκας" οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ Γυμνασίου έφτιαξαν το πορτρέτο του Βάνκα και της μητέρας του...

Βάνκας
Α. Γιάννης, Α1

Χ. Θοδωρής, Α3

Πελαγία
Κ. Αφροδίτη, Α1

Και μια πρόταση για το εξώφυλλο του διηγήματος...

Λ. Κώστας, Α1

Άλλοι/ες προτίμησαν να δώσουν ένα άλλο τέλος στο διήγημα, επεκτείνοντας την ιστορία του Βάνκα. 

…Την ώρα που ο Βάνκας τελείωνε το γράμμα, ακούστηκε ένα χτύπημα στο παράθυρο. Ο μικρός ξαφνιάστηκε. Έτρεξε γρήγορα να δει ποιος είναι. Αναγνώρισε τον Γιούρι, τον φίλο του παππού. Είχε έρθει στη Μόσχα για δουλειές και ο παππούς του παρήγγειλε να περάσει να δει τον εγγονό του, να μάθει τι κάνει και να του δώσει τις ευχές του, που ήταν μέρες Χριστουγέννων. Η χαρά του Βάνκα ήταν απερίγραπτη. Αφού έμαθε τα νέα του παππού του, ευχαρίστησε τον Γιούρι και τον παρακάλεσε να δώσει το γράμμα στον παππού του μόλις επιστρέψει στο χωριό. Ο Βάνκας ήταν τώρα ήρεμος και ευτυχισμένος. Ο παππούς θα λάμβανε σίγουρα το γράμμα! Έκλεισε τα μάτια του και αποκοιμήθηκε. Στον ύπνο του είδε τον εαυτό του με τον παππού να πηγαίνουν να διαλέξουν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο…
Σκ. Ιουλία, Α3

   Ξημερώματα Χριστουγέννων. Ο Βάνκας ξύπνησε και πάλι από το κλάμα του μωρού. Έπρεπε να το φροντίσει, για να μην ξυπνήσουν τα αφεντικά του και τον δείρουν. Πήρε στα χέρια του το μωρό και το κουνούσε, ώσπου να το πάρει ο ύπνος. Μπορεί να κατάφερε να κοιμήσει το μωρό, αλλά αυτόν δεν τον ξαναέπιανε ο ύπνος όσο και να προσπαθούσε. Ήταν πολύ νωρίς. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο τις κατάλευκες νιφάδες χιονιού που έπεφταν στο πεζούλι, ενώ το κρύο αργά αργά θόλωνε τα τζάμια. Το μάτι του πήρε τον ταχυδρόμο που έμενε ακριβώς απέναντι και είχε βγει έξω για να ετοιμάσει την τρόικα για το μοίρασμα των γραμμάτων. Ο Βάνκας θυμήθηκε τις γλυκές ελπίδες του. Ήταν σίγουρος πως, με το που θα λάμβανε ο παππούς του το γράμμα που του έστειλε, τα βάσανά του θα τελείωναν. 
   Καθώς ο Βάνκας ονειρευόταν την επιστροφή του στο χωριό, άκουσε μια απότομη φωνή και ταράχτηκε. Ήταν το αφεντικό του που τον ήθελε να ετοιμάσει το μωρό για την επίσκεψή τους στο σπίτι κάτι γνωστών. Το χαμόγελο του Βάνκα σβήστηκε με μιας. Υπάκουσε όμως για να μην υποστεί τις συνέπειες. Τα αφεντικά έφυγαν και άφησαν τον Βάνκα μόνο του στο τσαγκαράδικο, αφού του έδωσαν την εντολή να καθαρίσει και να τακτοποιήσει.
   Είχε σχεδόν βραδιάσει όταν επέστρεψαν τα αφεντικά... Ο αφέντης και η κυρά συζητούσαν και ο Βάνκας άκουσε κάτι που έκανε το αίμα του να παγώσει. Μιλούσαν για ένα γράμμα που ήθελαν να στείλουν και έλεγαν κάτι για γραμματόσημα και οδούς. Τότε το μικρό αγόρι συνειδητοποίησε πως δεν είχε συμπεριλάβει τίποτα από όλα αυτά στο γράμμα που έγραψε για τον παππού του. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα εκείνη τη στιγμή… Αν μάθαιναν τα αφεντικά του ότι είχε στείλει κρυφά γράμμα για να σωθεί, θα έτρωγε τη μεγαλύτερη τιμωρία της ζωής του. Ένα δάκρυ κύλησε αργά από τα μάτια του. Απελπισμένος, δεν μπορούσε να κοιμηθεί όλο το βράδυ από τη στενοχώρια του. 
   Ξημερώματα πάλι, μόλις που τον είχε πάρει ο ύπνος όταν ξύπνησε από τον θόρυβο που έκανε πάντα ο ταχυδρόμος όταν έφευγε. Τότε του ήρθε ξαφνικά μια ιδέα! Ντύθηκε γρήγορα και βγήκε έξω να τον προλάβει. Ήθελε να τον παρακαλέσει να παραδώσει το γράμμα του χωρίς γραμματόσημο και να του πει πού ακριβώς να το δώσει. Έβαλε όλη τη δύναμη του για να τρέξει και να τον προφτάσει, αλλά και προσέχοντας να μην ξυπνήσει κανέναν. Καθώς έτρεχε όμως γλίστρησε στο χιόνι και δεν πρόλαβε τον ταχυδρόμο. Απογοητευμένος, ο μικρός γύρισε ήσυχα σπίτι για να μην τον πάρουν είδηση τα αφεντικά του. 
   Άλλη μια δύσκολη μέρα σκληρής δουλειάς και πείνας ξεκίνησε για τον Βάνκα. Αλλά τη στιγμή που γυάλιζε ένα ζευγάρι παπούτσια μπήκε ξαφνικά μέσα στο μαγαζί ένας ηλικιωμένος άνδρας με πολλά γένια που κάλυπταν το πιγούνι του, μαύρη κάπα και ψηλό μαύρο καπέλο. Ο Βάνκας τον πλησίασε και τον ρώτησε ευγενικά πώς θα μπορούσε να τον εξυπηρετήσει. Ο άντρας, κοιτάζοντάς τον με σοβαρό ύφος, του είπε:
- Αυτό το γράμμα είναι δικό σου; Το βρήκα κάτω στον δρόμο. Μάλλον θα έπεσε από την τρόικα του ταχυδρόμου το πρωί... 
   Ο Βάνκας γούρλωσε τα μάτια του και πήρε το γράμμα από τα χέρια του άντρα. Αναγνώρισε αμέσως τα γράμματά του. Ο άντρας ξαναμίλησε:
- Ώστε εσύ είσαι ο εγγονός του Κωσταντή Μακάριτς! Ονομάζομαι Άνζορ Μπορίσοφ και είμαι παλιός φίλος του παππού σου. Δεν είχα ιδέα ότι ο εγγονός του βρίσκεται εδώ και μάλιστα βασανίζεται έτσι! Ναι, διάβασα το γράμμα σου…
   Ο Βάνκας είχε μείνει σύξυλος. Ξαφνικά θυμήθηκε!
- Ω, ναι! Ο παππούς μου σας έχει αναφέρει πολλές φορές. 
- Αγόρι μου, θα σε πάρω από ‘δω και θα σε πάω πίσω στο χωριό. Θέλω να μαζέψεις τα πράγματά σου αμέσως τώρα!
   Η συγκίνηση παππού και εγγονού όταν ο Βάνκας επέστρεψε στο χωριό δεν περιγράφεται! Ο παππούς συγκινήθηκε και που ξαναείδε τον παλιό του φίλο, τον οποίο ευχαρίστησε θερμά για τη σωτήρια παρέμβασή του. Έτσι, ο Βάνκας επέστρεψε στην ευτυχισμένη ζωή που θυμόταν, με τον παππού του, τα σκυλιά του και την αγαπημένη του Όλγα Ιγκνάτιεβνα, που χάρηκε κι αυτή πολύ για τον γυρισμό του!
Σ. Κωνσταντίνα, Α3

1. Ο Βάνκας έριξε το γράμμα του στο κουτί, αλλά πριν προλάβει να πάρει ανάσα και να γυρίσει στο τσαγκαράδικο είδε με την άκρη του ματιού του τα αφεντικά του να έρχονται από την εκκλησία. Πανικοβλήθηκε... Αν πήγαινε στο μαγαζί, θα τον έβλεπαν να ανοίγει την πόρτα και θα έβρισκε σίγουρα τον μπελά του. Αλλά τι άλλο μπορούσε να κάνει; Στάθηκε για λίγο ακίνητος. Σκέφτηκε πως του δινόταν μια ευκαιρία να ελευθερωθεί από την άθλια ζωή που ζούσε. Χωρίς να διστάσει πια, πήγε στην εκκλησία, εκεί όπου θα έβρισκε καταφύγιο από τη σκληρότητα των ανθρώπων. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να παρακαλέσει τον Θεό να τον βοηθήσει να βρει τον παππού του. Αλλά ο ιερέας της ενορίας, που δεν είχε φύγει ακόμα από την εκκλησία, είδε το δυστυχισμένο παιδί και το πλησίασε. Ο μικρός, με δάκρυα στα μάτια, του διηγήθηκε τα βάσανά του. Του είπε πόσο όμορφα ζούσε στο χωριό και πόσο αβάσταχτη ήταν η ζωή του στη Μόσχα. Του είπε επίσης ότι ήταν ορφανός και ότι ήταν μεγάλη ανάγκη να βρει τον παππού του. Ο παπάς συγκινήθηκε με την ιστορία του Βάνκα. Τον πήρε μαζί του για να φάει και να ξεκουραστεί και του υποσχέθηκε πως θα τον βοηθήσει. Ο μικρός έκλεισε τα ματάκια του και ονειρεύτηκε τον παππού... Ήταν ο πιο γλυκός ύπνος που έκανε ποτέ!

2. Ο ύπνος πήρε γλυκά τον μικρό Βάνκα… Ονειρεύτηκε την αγαπημένη του μητέρα, την Πελαγία. Του ψιθύριζε στο αυτί το όνομα του χωριού και τη διεύθυνση του σπιτιού όπου δούλευε ο παππούς του. Ξύπνησε αναστατωμένος και σκέφτηκε πως έπρεπε να συμπληρώσει στο γράμμα τα στοιχεία που είδε στο όνειρό του. Κοίταξε το ξύλινο ρολόι που κρεμόταν στον τοίχο του τσαγκαράδικου και παρατήρησε πως ήταν πολύ νωρίς. Ο όρθρος δε θα είχε τελειώσει ακόμα! Αφού βεβαιώθηκε πως δεν είχαν γυρίσει τα αφεντικά του, άρπαξε την πένα, άνοιξε δισταχτικά τη βαριά εξώθυρα και γλίστρησε στον δρόμο σαν σκιά. Έτρεξε γρήγορα προς το κουτί όπου είχε ρίξει το γράμμα. Ευτυχώς, το λεπτό χεράκι του χωρούσε στη χαραμάδα και τα γράμματα που είχε μέσα το κουτί δεν ήταν πολλά. Ο Βάνκας κατάφερε να βρει το δικό του γράμμα, το ακούμπησε στο γόνατό του και έγραψε τη διεύθυνση και το όνομα του χωριού. Ύστερα φίλησε το γράμμα και το ξαναέριξε μέσα στο σιδερένιο ταχυδρομικό κουτί…
Π. Ελένη, Α3

Στη μηχανή του χρόνου - Βαλκανικοί πόλεμοι

Η μηχανή του χρόνου οδηγεί τους μαθητές και τις μαθήτριες της Γ΄ Γυμνασίου στην εποχή των βαλκανικών πολέμων... Αναλαμβάνοντας ρόλο αφανούς ήρωα ή αυτόπτη μάρτυρα, γράφουν σελίδες ημερολογίου, επιστολές ή αφηγήσεις - "μαρτυρίες" για τα συνταρακτικά ιστορικά γεγονότα εκείνης της ταραγμένης ιστορικής περιόδου.

Από το ημερολόγιο ενός στρατιώτη
Αγαπητό μου ημερολόγιο, 
   Βρίσκομαι στην όμορφη Θεσσαλονίκη, που είναι επιτέλους ελεύθερη! 
Βέβαια, τα πράγματα δεν ήταν εύκολα… Προηγήθηκε μια έντονη διαφωνία ανάμεσα στον αρχιστράτηγό μας, τον διάδοχο Κωνσταντίνο, και στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Κωνσταντίνος πίστευε ότι ο στρατός θα έπρεπε να κινηθεί προς το Μοναστήρι, ενώ ο Βενιζέλος έβλεπε τον κίνδυνο να μπουν πρώτοι οι Βούλγαροι στη Θεσσαλονίκη, κάτι που θα δημιουργούσε εξαιρετικά αρνητικά δεδομένα για την Ελλάδα. 


   Ευτυχώς, παρά τις αντιρρήσεις του Κωνσταντίνου, τελικά υπερίσχυσε η άποψη του Βενιζέλου και κινηθήκαμε προς τη Θεσσαλονίκη. Μετά από διαπραγματεύσεις, οι Τούρκοι μας παρέδωσαν την πόλη. Η είσοδός μας ήταν πανηγυρική. Βιώσαμε αξέχαστες και συγκλονιστικές στιγμές!
   Ωστόσο τώρα, στον απόηχο των γεγονότων, μπορώ να πω πως τα συναισθήματά μου είναι ανάμεικτα. Από τη μια νιώθω χαρούμενος και περήφανος που συμμετέχω σ’ αυτές τις ιστορικές στιγμές, αλλά από την άλλη θα ήθελα να τελείωναν πλέον οι πόλεμοι και να ξαναγυρίσω κοντά στην οικογένειά μου. Ελπίζω να μην ξεσπάσει και άλλος πόλεμος σύντομα. Αλλά δυστυχώς, κανείς δεν ξέρει τι επιφυλάσσει το μέλλον…

Χ. Αλέξανδρος, Γ1

27 Οκτωβρίου 1912
16:00 μ.μ.
   Είναι τέσσερις το απόγευμα και περιμένουμε μαζεμένοι σε μια αλάνα έξω από την όμορφη Θεσσαλονίκη. Ένας απλός στρατιώτης κι εγώ, σε έναν λόχο που σε λίγο θα νιώσει τη χαρά της απελευθέρωσης της πόλης. Έναν λόχο που αποτελείται από παλικάρια που πολέμησαν σκληρά και αγωνίστηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό… Από στιγμή σε στιγμή θα δοθεί το πρόσταγμα να ξεκινήσουμε την πορεία προς την πόλη!
19:00
   Μια από τις πιο συγκινητικές εμπειρίες της ζωής μου… Ο παραλιακός δρόμος στην υπέροχη προκυμαία της Θεσσαλονίκης ήταν πλημμυρισμένος από χιλιάδες κόσμου, που φώναζαν «ΖΗΤΩ!», «Ζήτω τα παλικάρια μας!», «Ζήτω η Θεσσαλονίκη μας!». Παιδάκια παντού, με σημαίες στα χέρια. Μπορεί αυτά τα παιδιά να μην το καταλαβαίνουν τώρα, όμως κάποτε θα καταλάβουν τι σημαίνει αυτή η μεγάλη μέρα όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη, αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα. Όλοι εμείς οι στρατιώτες, εμείς που συμμετείχαμε σ’ αυτή τη ηρωική προσπάθεια της πατρίδας μας, είμαστε περήφανοι και νιώθουμε ότι οι θυσίες μας δικαιώθηκαν! Τέρμα τα πολλά λόγια, εγώ αυτό που ξέρω είναι ένα: η Θεσσαλονίκη είναι πια και θα είναι στο εξής ελεύθερη και ελληνική!

Γ. Ζήνων, Γ1

Γράμμα ενός στρατιώτη προς τη μητέρα του 
Θεσσαλονίκη, 30/10/1912 
Αγαπημένη μου μητέρα,
   Πώς να σου περιγράψω τη χαρά μου; Η 26η Οκτώβρη ήταν η σημαντικότερη μέρα για την πόλη της Θεσσαλονίκης. Ο Αι Δημήτρης με τη χάρη και την ευλογία του μας βοήθησε να απελευθερώσουμε την πόλη από τους Οθωμανούς. Κάναμε αγώνα δρόμου να προλάβουμε τους Βούλγαρους, που κινούνταν απειλητικά προς τη Θεσσαλονίκη, για να μπουν εκείνοι πρώτοι. Αν το κατάφερναν, η πόλη θα ήταν τώρα στην κατοχή τους! 
   Αλλά να σου εξιστορήσω τα πράγματα από την αρχή. Όλοι οι στρατιώτες, μάνα, ξεπεράσαμε τον εαυτό μας! Μ’ όλη την κούραση και την ταλαιπωρία που είχαμε, κάμψαμε κάθε αντίσταση που βρέθηκε στον δρόμο μας. Αναγκάσαμε τους Τούρκους συνεχώς να υποχωρούν, ενώ εμείς προχωρούσαμε καταλαμβάνοντας τις πόλεις της Μακεδονίας. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, βλέποντας πως η Ελλάδα μπορεί να χάσει τη σημαντικότερη πόλη της Μακεδονίας, ανάγκασε με αυστηρή διαταγή τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο να αλλάξει πορεία και να μην κινηθεί προς τα βόρεια, για να προλάβει τους Βούλγαρους. Παρά τη διαφωνία και τη δυσαρέσκειά του, ευτυχώς ο διάδοχος υπάκουσε τελικά. Μετά από δύο μέρες σκληρής μάχης, κατά την οποία χάσαμε κι εμείς και ο εχθρός πολλούς άντρες, μπήκαμε στα Γιαννιτσά. Βροχή, κρύο, πείνα, πόνος, ξεχάστηκαν όλα κι έμεινε μόνο η ανυπομονησία για τη νικηφόρο πορεία μας προς την πόλη, για την οποία ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός… Είχα την τύχη, μάνα, να είμαι στο στρατιωτικό σώμα που εκείνο το βροχερό βράδυ συνόδεψε τους Τούρκους αξιωματικούς στο ελληνικό στρατηγείο, όπου έγιναν οι διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης. Τελικά ο Τούρκος διοικητής Χασάν Ταξίν Πασάς δέχτηκε να μας παραδώσει τη Θεσσαλονίκη άνευ μάχης.


   Έτσι, μανούλα μου, την επομένη της γιορτής του Αγίου Δημητρίου, του πολιούχου της, σαν από θαύμα ο ελληνικός στρατός μπήκε στη Θεσσαλονίκη. Χαρά, συγκίνηση, υπερηφάνεια πλημμύρισαν τις καρδιές μας. Δυο μέρες μετά, στις 29 του μήνα, ολόκληρη η πόλη διακοσμήθηκε πλούσια και εορταστικά και, παρά τη δυνατή βροχή, ο ενθουσιασμένος λαός γέμισε τους δρόμους πανηγυρίζοντας. Εκεί έκαναν την επίσημη είσοδό τους στην πόλη και ο βασιλιάς Γεώργιος με τον διάδοχο Κωνσταντίνο, σφραγίζοντας θριαμβευτικά την απελευθέρωσή της. Ο καλπασμός των αλόγων κατά μήκος της παραλίας σκέπαζε τον ήχο των κυμάτων της θάλασσας, ενώ το σύμβολο της πόλης, ο Λευκός Πύργος, έστεκε μάρτυρας σ’ αυτές τις ιστορικές στιγμές…


   Όπως ακούγεται, μάνα, όλα θα αλλάξουν στην πόλη. Όλες οι κοινότητες, ανεξάρτητα από το θρήσκευμά τους, θα γίνουν δεκτές από τις ελληνικές αρχές και θα αντιμετωπιστούν με σεβασμό, πνεύμα δικαιοσύνης και ισονομία.
   Αυτά για την ώρα. Θα σου ξαναγράψω σύντομα από την όμορφη Θεσσαλονίκη, που είναι πλέον δική μας!
Καλή αντάμωση,
ο γιος σου Χαράλαμπος.
Ν. Μορφούλα, Γ3

Γράμμα ενός Εβραίου της Θεσσαλονίκης προς την αδελφή του
Αγαπητή μου Έλντα,
   Σου γράφω με μεγάλη χαρά! Η Θεσσαλονίκη είναι πλέον υπό την κατοχή των Ελλήνων!
   Ωραία, θα πεις, γιατί να είμαι χαρούμενος γι’ αυτό; Μα, ξέρεις, πολλά άλλαξαν και μάλιστα προς το καλύτερο. Τον θυμάσαι τον Νταβίντ, το αφεντικό μου; Μας έλεγε πως δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε τις ελληνικές αρχές, πως δε νοιάζονται για μας τους Εβραίους. Έτσι κι εγώ, ένας απλός άνθρωπος, ένας χαμάλης, δεν πίστευα στην αρχή πως θα βλέπαμε καλό από τους Έλληνες. Αλλά το αφεντικό είχε άδικο! Τώρα, σύμφωνα με τον νόμο, δουλεύω το πολύ οκτώ ώρες. Έχω πλέον αρκετό χρόνο για να ξεκουράζομαι και αν θέλω μπορώ να κάνω και τη βόλτα μου στην πόλη! 
   Α! Δε σου είπα! Έγινα μέλος μιας ομάδας. Λέγεται «Εργατικό Σωματείο Αχθοφόρων». Μαζί με πολλούς άλλους συναδέλφους παλεύουμε για καλύτερες συνθήκες εργασίας. Ποτέ δεν πίστευα πως μπορούσα να κάνω κάτι που θα αλλάξει την άθλια δουλειά μου. Αλλά τώρα, τώρα που βλέπω πόσοι είμαστε, είμαι πιο αισιόδοξος... 
   Βέβαια, κάνω κι άλλα σχέδια για το μέλλον… Τον φίλο μου τον Γκαλ τον θυμάσαι; Έγινε αγρότης και δε χρειάζεται πια να δουλεύει για ένα αφεντικό. Ζει με την οικογένειά του λίγο έξω από την πόλη. Κι εγώ σκέφτομαι να κάνω το ίδιο. Να παρατήσω επιτέλους τα λιμάνια. Αν με το καλό παντρευτώ τη Ραφαέλα, (την κόρη του σιδηρουργού, του Αβραάμ, που έχει το σιδηρουργείο στον Βαρδάρη), θα γίνω κι εγώ αγρότης!
   Πες μου όμως κι εσύ, πώς είναι τα πράγματα εκεί στην Αμερική; Ο Χένρι, ο άντρας σου, πώς τα πάει; Κάνατε την τύχη σας;
Περιμένω με ανυπομονησία νέα σου, 
ο αδελφός σου Σόλομον.
Π. Γιάννης, Γ3

Συνέντευξη ενός πολίτη που παρακολούθησε από κοντά τη δολοφονία του βασιλιά Γεώργιου
Δημοσιογράφος: Βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη. Είμαι ο Παύλος Καλημέρης και δίπλα μου έχω έναν αυτόπτη μάρτυρα του γεγονότος που συντάραξε όλη την Ελλάδα, της δολοφονίας του βασιλιά Γεώργιου, η οποία έγινε στις 5 Μαρτίου 1913.
Πείτε μας, κύριε Δημήτρη, τι ακριβώς είδατε; 
Αυτόπτης μάρτυρας: Μόλις είχα τελειώσει τη δουλειά μου στο μαγαζί και επέστρεφα στο σπίτι μου, όταν είδα τον βασιλιά Γεώργιο συνοδευόμενο από τον υπασπιστή του. Κάποιο άτομο τους πλησίασε και από μικρή απόσταση πυροβόλησε τον βασιλιά μία φορά. Έπειτα προσπάθησε να πυροβολήσει και τον υπασπιστή του, αλλά εκείνος πρόλαβε και τον αφόπλισε.


Δημοσιογράφος: Εσείς πώς αντιδράσατε;
Αυτόπτης μάρτυρας: Για μερικά δευτερόλεπτα πάγωσα, τα έχασα… Μετά άρχισα να φωνάζω για βοήθεια. Τελικά ο βασιλιάς Γεώργιος μεταφέρθηκε στο ιατρείο του Παπάφειου Ιδρύματος, αλλά οι γιατροί δεν μπόρεσαν να του προσφέρουν καμιά βοήθεια, καθώς ήταν ήδη νεκρός. Παράλληλα, ο δολοφόνος του, ο Αλέξανδρος Σχινάς, μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα Φαλήρου Θεσσαλονίκης.
Δημοσιογράφος: Μόλις ανακοινώθηκε ότι ο βασιλιάς έφυγε από τη ζωή, πώς αντέδρασαν οι κάτοικοι της πόλης;
Αυτόπτης μάρτυρας: Η θλίψη κυριάρχησε, τα καταστήματα έκλεισαν, ενώ μόλις νύχτωσε τα φώτα των δρόμων και των κατοικιών παρέμειναν σβηστά και άρχισαν οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες από τις εκκλησίες. Στις 21 Μαρτίου, σε έκτακτη συνεδρίαση της Βουλής, ο διάδοχος Κωνσταντίνος ορκίστηκε ως νέος βασιλιάς.
Δημοσιογράφος: Και ο δολοφόνος τι απέγινε;
Αυτόπτης μάρτυρας: Παρέμεινε κρατούμενος, όμως στις 22 Απριλίου διέφυγε της προσοχής των χωροφυλάκων και αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το παράθυρο.
Δημοσιογράφος: Ποιες υποψίες υπάρχουν για τα αίτια αυτής της δολοφονίας;
Αυτόπτης μάρτυρας: Ακούγονται πολλά και διάφορα, χωρίς όμως να έχει αποδειχτεί τίποτε. Λέγεται ότι πίσω από αυτή τη δολοφονία βρίσκεται η Γερμανία, που ήθελε την άνοδο στον θρόνο του γερμανόφιλου διαδόχου Κωνσταντίνου, γιατί ο βασιλιάς Γεώργιος ήταν αγγλόφιλος.
Δημοσιογράφος: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε Δημήτρη!
Αυτόπτης μάρτυρας: Παρακαλώ, γεια σας!
Α. Έφη, Γ1

Αλλά κι ένα κολάζ για τους βαλκανικούς πολέμους...

Ντ. Στέλλα - Μ. Κατερίνα, Γ3

Όπως και το πορτρέτο του αδιαφιλονίκητου πρωταγωνιστή των γεγονότων της εποχής!

Ελευθέριος Βενιζέλος
Γκ. Δημήτρης, Γ1

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Αποξένωση - βίντεο

Ένα έξυπνο βίντεο με θέμα την αποξένωση των ανθρώπων στις σύγχρονες πόλεις.


Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του αποσπάσματος από το πεζογράφημα της Μαρίας Ιορδανίδου "Η αυλή μας" με τίτλο "Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας", οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ Γυμνασίου έγραψαν μια σελίδα στο ημερολόγιο ενός από τα πρόσωπα...

Από το ημερολόγιο της Παναγιώτας, της καθαρίστριας
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   Φαντάζομαι ότι κάθε πολυκατοικία έχει τα δικά της… Έτσι και στην οικοδομή που καθαρίζω έχουμε μια προβληματική οικογένεια. Πρόκειται για το ζευγάρι των τραπεζικών που ζουν εδώ δύο χρόνια μαζί με το κοριτσάκι τους στο μικρό διαμέρισμα στον τρίτο. Ε, δε βρίσκουμε ησυχία! Από το διαμέρισμά τους συνεχώς ακούγονται φωνές, τσιρίδες και κλάματα. Από όσα μαθαίνω από τις γειτόνισσες και ιδιαίτερα από τη διπλανή του ζευγαριού στον τρίτο, την κυρία Μαρία, η μητέρα δεν ξέρει πώς να διαπαιδαγωγήσει το παιδί της και φαίνεται πως το δέρνει. Ειδικά το πρωί, που προσπαθεί να ντύσει τη μικρή για να πάει στο σχολείο, γίνεται χαμός! 
   Σήμερα, ενώ καθάριζα τη σκάλα, ακούω πάλι φασαρία από το διαμέρισμά τους. Αλλά και η κυρία Μαρία, η γειτόνισσά τους, φαίνεται πως αγανάκτησε πια! Άρχισε να φωνάζει από το παράθυρο του μπάνιου στη μητέρα να σταματήσει να μαλώνει και να απειλεί το παιδί, αλλά να το αφήσει να ντυθεί μόνο του. Αυτή όμως ήταν μες στα νεύρα… Δε θέλησε να ακούσει την κυρία Μαρία και, ούτε λίγο ούτε πολύ, της είπε να μην ανακατεύεται.
   Ευτυχώς έμαθα πως ετοιμάζονται για διακοπές και θα αφήσουν το κοριτσάκι στη γιαγιά του. Έτσι θα ησυχάσουμε λίγο το καλοκαίρι! Ελπίζω να μην έχουμε πάλι τα ίδια από το φθινόπωρο, αν και πήρε το αυτί μου ότι θα αγοράσουν δικό τους σπίτι και θα μετακομίσουν σύντομα…
Γ. Στέλιος, Β1

Τρίτη 28 Μαρτίου 1980
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
   Πάλι καλά που έχω κι εσένα, να λέω κάπου τον πόνο μου! Δεν αντέχω άλλο, έχε χάρη που χρειάζομαι τη δουλειά… Εδώ και πέντε χρόνια κάνω μεγάλη υπομονή. Δεν το αντέχω άλλο το κακομαθημένο του τρίτου, ούτε και την υστερική τη μάνα του. Το καλό είναι πως αγόρασαν δικό τους διαμέρισμα και μάλιστα σήμερα έμαθα πως σε λίγες μέρες φεύγουν οριστικά. Βέβαια, τα προβλήματά μου δε θα τελειώσουν έτσι απλά… Το τι τραβάω και με όλη την υπόλοιπη πολυκατοικία μόνο εγώ το ξέρω. Ο καθένας με το μακρύ του και το κοντό του… Πολλές είναι οι φορές που παίρνω την απόφαση να φύγω, αλλά μετά σκέφτομαι πως δεν είναι εύκολο να βρεις δουλειά τη σήμερον ημέρα. Και μήπως αλλού θα είναι καλύτερα; Εδώ τουλάχιστον κάθε μέρα τα ξημερώματα, πριν ξυπνήσουν όλοι, συναντιέμαι με την καθαρίστρια της απέναντι πολυκατοικίας και ανταγωνιζόμαστε η μία την άλλη ποια θα πει τα περισσότερα κουτσομπολιά! Αύριο θα έχω πολλά να της πω για την κυρά-Μαρία, που πήγε να ορμήσει στη μητέρα του παιδιού, αλλά και για τα ευχάριστα πως αυτή η ανυπόφορη οικογένεια θα μας αδειάσει τη γωνιά!
Α. Ελισάβετ, Β1

Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   Πάλι είχαμε φασαρίες στον τρίτο μ’ αυτή την ανυπόφορη οικογένεια… Και οι δυο γονείς, νομίζω, είναι τραπεζικοί υπάλληλοι κι έχουν ένα μικρό κοριτσάκι περίπου 6 χρονών. Ε λοιπόν, το πρωί η μητέρα προσπαθεί να ντύσει το παιδί για το σχολείο, κι αυτό, αγουροξυπνημένο, αμύνεται. Η μητέρα του, που δε διακρίνεται για την υπομονή της και αγχώνεται να πάει στη δουλειά της, αντί να προσπαθήσει να το ηρεμήσει, του φωνάζει και καμιά φορά το δέρνει. Είναι σαν να γίνεται πόλεμος! Κάθε μέρα ακούω το κοριτσάκι να ουρλιάζει και να κλαίει και σπαράζει η καρδιά μου… Θα ήθελα να επέμβω, αλλά φοβάμαι μη μου βάλει κι εμένα τις φωνές αυτή η υστερική γυναίκα. Ορίστε, σήμερα η κυρία Μαρία, η γειτόνισσά τους στον τρίτο, μάλλον δεν άντεξε κι αυτή να ακούει τι γίνεται και προσπάθησε ευγενικά να δώσει τη συμβουλή της. Και ποιο το αποτέλεσμα; Η μητέρα βγήκε εκτός εαυτού και, ούτε λίγο ούτε πολύ, της είπε να κοιτάει τη δουλειά της. Ευτυχώς, έμαθα πως σε λίγο θα φύγουν για διακοπές και θα ησυχάσουμε για λίγες μέρες…
Α. Σωτηρία, Β1

Από το ημερολόγιο ενός γείτονα
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   Πάλι δεν κοιμήθηκα καλά το βράδυ, και στη σχολή, αντί να παρακολουθώ το μάθημα,  κουτουλούσα από τη νύστα… 
   Στο σπίτι μου, όπου θέλω να φάω, να διαβάσω και να κοιμηθώ με την ησυχία μου, έχω να αντιμετωπίσω αυτή την εκνευριστική οικογένεια και το κακομαθημένο παιδί της. Στο διαμέρισμά τους έχει να γίνει ησυχία από τότε που έλειπαν για διακοπές! Το χειρότερο όμως είναι ότι κάθε πρωί ξυπνάω από τα χαράματα με τις σπαραχτικές φωνές του παιδιού. Η μητέρα του προσπαθεί να το ντύσει, φωνάζοντας: «Σήκω, ντύσου, θα αργήσεις στο σχολείο κι εγώ στη δουλειά!». Έχω ακούσει από την κυρα-Παναγιώτα την καθαρίστρια πως οι γονείς είναι τραπεζικοί υπάλληλοι και έχουν αυστηρά ωράρια. Το παιδάκι πάλι κλαίει, τσιρίζει και… πάει ο ύπνος! Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, μάλλον τρώει και ξύλο… 
   Δεν πάει άλλο! Ελπίζω να μετακομίσει σύντομα η φωνακλάδικη οικογένεια σε κάποιο άλλο σπίτι, όπως λέει η κυρα-Παναγιώτα, αλλιώς μάλλον θα πρέπει να μετακομίσω εγώ…
Κ. Δημήτρης, Β2

Σκέψεις της μικρής του διπλανού διαμερίσματος
7.00 π. μ.
Ντριιιν!
Το ξυπνητήρι πάλι… όπως κάθε πρωί. Δεν μπορώ να το ακούω. Βρίσκω τη δύναμη να σηκωθώ να το κλείσω. Ξανακοιμάμαι όμως…
«ΑΚΟΜΑ ΔΕ ΣΗΚΩΘΗΚΕΣ;;», φωνάζει η μητέρα μου. 
Δεν αντέχω άλλο! Κάθε πρωί σηκώνομαι με φωνές και ξύλο. Κάθε πρωί πηγαίνω στο σχολείο με τα μάγουλά μου κοκκινισμένα από τις μπάτσες. Ορίστε, πάλι τις έφαγα στην προσπάθεια της νευρικής μητέρας μου να με ντύσει. Είναι να μην αρχίσω κι εγώ τις τσιρίδες; Η γειτόνισσα από το διπλανό διαμέρισμα φωνάζει στη μαμά μου πως είμαι σε ηλικία να μάθω να ντύνομαι μόνη μου και να με αφήσει να ηρεμήσω. Άγια γυναίκα. Μπορεί να μην την ξέρω, αλλά νιώθω πως με καταλαβαίνει...
Τοοουτ!
Η κόρνα του αυτοκινήτου του σχολείου. Ευτυχώς, ώρα να φύγω από δω μέσα. Τι κρίμα που δε θα κρατήσει παρά μόνο για εφτά ώρες…

2.30 μ. μ. 
Μεσημέριασε και είμαι πάλι σπίτι. Τρώω αμίλητη με τους γονείς μου. Μετά κλείνομαι όπως πάντα στο δωμάτιό μου. Παίζω ή παριστάνω πως διαβάζω. Αχ κι αυτό το διάβασμα… Δεν το μπορώ και μου φωνάζουν όλη μέρα γι’ αυτό. Βασικά για οτιδήποτε φωνάζουν. Για τα πάντα κατηγορούν εμένα. Για τα πάντα φταίω εγώ!
Πού θα πάει, δε θα μεγαλώσω;
Κ. Γιώργος, Β2

Άλλοι/ες κατέθεσαν τον προβληματισμό τους για τον σύγχρονο τρόπο ζωής στα αστικά κέντρα ή παρουσίασαν τα επιχειρήματά τους υπέρ της ζωής σε μονοκατοικία ή πολυκατοικία (απ' ό,τι φαίνεται, όλοι βρίσκουν προτιμότερη τη ζωή σε μονοκατοικία!).

Μήπως να ανησυχήσουμε; 
  • Απομακρυνθήκαμε από τη φύση και στοιβαχτήκαμε μέσα σε τσιμεντένια κλουβιά! 
  • Ασχολούμαστε με τα υλικά αγαθά, αγοράζουμε ό,τι καινούριο κυκλοφορεί, αλλά παραμελούμε το πνεύμα και την επικοινωνία μεταξύ μας! 
  • Διστάζουμε να βοηθήσουμε και αντιμετωπίζουμε τους συνανθρώπους μας με καχυποψία! 
  • Δε γνωρίζουμε πια τους γείτονες μας! Ένοικοι της ίδιας πολυκατοικίας πολλές φορές δε χαιρετιούνται, ούτε τυπικά έστω, όταν συναντιούνται στην είσοδο της οικοδομής ή στο ασανσέρ… 
  • Λειτουργούμε «ρομποτικά» στον  χώρο της εργασίας μας, χωρίς ουσιαστική επαφή με τους συναδέλφους μας. Η εργασία έχει γίνει καταναγκασμός και δεν υπάρχει δημιουργικότητα. 
  • Δεν επικοινωνούμε με τα παιδιά μας, ο χρόνος μας επιβάλλεται, το άγχος μας κυριεύει και όλα γίνονται με το ρολόι! 
  • Τα παιδιά μας για να παίξουν πρέπει να πληρώσουμε (βλέπε γηπεδάκια) και ο καθένας για να εκφραστεί πρέπει να έχει οικονομική άνεση (βλέπε ψυχολόγοι)! 
  • Δεν ψυχαγωγούμαστε με τρόπους που μας εκφράζουν πραγματικά, αλλά επιλέγουμε μόνο ό,τι είναι in! 
  • Απέχουμε από την ενασχόληση με τα κοινά, γιατί πολύ απλά κοιτάμε τη δουλειά μας...
…και ποια είναι η δουλειά μας τελικά; 
Χάνουμε τον εαυτό μας, χάνουμε τον Άνθρωπο! 
Α. Γρηγόρης , Β1

Πολυκατοικία ή μονοκατοικία;

Vs

   Προτιμώ τη μονοκατοικία από την πολυκατοικία, επειδή πιστεύω ότι προσφέρει καλύτερη ποιότητα ζωής για διάφορους λόγους.
   Καταρχήν, στη μονοκατοικία κατοικείς μονάχα εσύ και η οικογένειά σου και δεν έχεις πάνω, κάτω, δεξιά και αριστερά σου τα διαμερίσματα των άλλων ενοίκων. Κυριαρχεί μια καταπληκτική ηρεμία και γαλήνη, χωρίς να υπάρχουν ενοχλητικοί θόρυβοι από τους γείτονες. Ιδιαίτερα τις Κυριακές, που θέλει κανείς να χαλαρώσει και να κοιμηθεί λίγο παραπάνω το πρωί, σε πολυκατοικίες με μικρά παιδιά αυτό μπορεί να μην είναι πάντα εφικτό…
   Επιπλέον, στη μονοκατοικία δεν ενοχλείς κι εσύ κανέναν! Μπορείς, για παράδειγμα, κάθε στιγμή της ημέρας να παίξεις πιάνο ή να οργανώσεις ένα πάρτι με τέρμα τη μουσική, και κανείς δε θα σου κάνει παράπονα ότι τον ξύπνησες ή ότι τον ενοχλείς. 
   Άλλος ένας λόγος για τον οποίο προτιμώ τη μονοκατοικία είναι ότι συνήθως υπάρχει μια αυλή, όπου μπορείς να φυτέψεις τα αγαπημένα σου λουλούδια και δέντρα, αλλά και να έχεις το κατοικίδιό σου.
   Τέλος, αν ζεις σε μονοκατοικία, δεν είσαι υποχρεωμένος τους χειμωνιάτικους μήνες να θερμαίνεις τον χώρο σου με βάση τις ανάγκες και τις επιθυμίες των άλλων. Μπορείς να διαλέξεις τον τρόπο θέρμανσης και τα ωράρια που σε βολεύουν και εξυπηρετούν τις δικές σου ανάγκες.
   Γενικά, πιστεύω πως η μονοκατοικία σου δίνει τη δυνατότητα να διαμορφώνεις το δικό σου πρόγραμμα και να έχεις τον δικό σου τρόπο ζωής, πολύ περισσότερο από ό,τι η πολυκατοικία.
Ε. Αγγελική, Β1

   Οι περισσότεροι άνθρωποι, κυρίως στις μεγάλες πόλεις, είναι αναγκασμένοι να ζουν σε πολυκατοικίες. Ωστόσο, η ζωή σε μονοκατοικία είναι αναμφίβολα προτιμότερη.
   Καταρχήν, όταν ζεις σε μια μονοκατοικία δεν ενοχλείσαι από τους θορύβους των διπλανών διαμερισμάτων, αλλά και δεν ενοχλείς ο ίδιος. Έτσι, μπορείς να ακούσεις ελεύθερα μουσική, να διασκεδάσεις, να διαβάσεις και να ζήσεις τη ζωή σου όπως θέλεις. Επίσης, ο χώρος συνήθως είναι πιο άνετος σε μια μονοκατοικία από ό,τι στα τυπικά διαμερίσματα μιας πολυκατοικίας, που μοιάζουν με κλουβιά. Επιπλέον, μπορεί κανείς να διαμορφώσει τον χώρο του όπως αυτός θέλει, σύμφωνα με τις ανάγκες του. Ως ένα ακόμη πολύ σημαντικό πλεονέκτημα της μονοκατοικίας θεωρώ την ύπαρξη του κήπου. Τα παιδιά μπορούν να παίζουν έξω ελεύθερα χωρίς να κινδυνεύουν από τα αυτοκίνητα, όπως τα παιδιά των πολυκατοικιών που αναγκάζονται να παίζουν σε δρόμους και πεζοδρόμια. Αλλά και οι μεγαλύτεροι μπορούν να ασχοληθούν με την κηπουρική, να απολαύσουν την επαφή τους με τη φύση και να αισθανθούν πιο ελεύθεροι. Τέλος, είναι πιο εύκολη η επικοινωνία με τους γείτονες κι έτσι οι άνθρωποι κοινωνικοποιούνται και είναι πιο ανοιχτοί, σε αντίθεση με τους ενοίκους των πολυκατοικιών που φοβούνται τον άγνωστο γείτονα.
   Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι η ζωή σε μια μονοκατοικία είναι πιο ήρεμη, πιο ανθρώπινη και έχει πολλές θετικές πλευρές. Πιστεύω ότι ο κόσμος θα ήταν λίγο καλύτερος αν υπήρχε η δυνατότητα να ζούμε όλοι σε μονοκατοικίες, ακόμα και στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Κ. Πελαγία, Β2

   Κατά τη γνώμη μου, η ζωή σε μονοκατοικία είναι καλύτερη από τη ζωή σε πολυκατοικία για πολλούς λόγους. Καταρχήν, ζεις σε ένα σπίτι στο οποίο μπορείς να λες και να κάνεις ό,τι θέλεις, να φωνάξεις ή να διασκεδάσεις, χωρίς να έχεις το άγχος μήπως αυτά που θα πεις τα ακούσει ο από πάνω, ο από κάτω ή ο διπλανός και μήπως ενοχλήσεις τους άλλους. Με άλλα λόγια, όταν ζεις σε μονοκατοικία, δε φοβάσαι πως κάποιος ξένος θα παραβιάσει την ιδιωτικότητά σου. Ακόμα, δεν ακούς κι εσύ τους καβγάδες, τις φωνές και τη γκρίνια κάποιων ενοχλητικών ίσως γειτόνων, ούτε παρακολουθείς άθελά σου τη ζωή τους. Τέλος, μια μονοκατοικία μπορεί να τη διαμορφώσει ο ιδιοκτήτης όπως θέλει και βάλει την προσωπική του σφραγίδα στον χώρο του, ενώ στα διαμερίσματα όλα είναι τυποποιημένα και προκαθορισμένα από τον αρχιτέκτονα. 
   Θα προτιμούσα, λοιπόν, να ζω σε μονοκατοικία και όχι σε πολυκατοικία!
Κ. Απόστολος, Β2


Και ένα ποίημα!

Τόσο κοντά, κι όμως ξένοι…

Ξένοι στο ίδιο μας το σπίτι
Οι ώρες που περνάμε εκεί λιγοστές
Ξένοι στην ίδια μας την πόλη
Τα πρόσωπα των διπλανών μας
τσιμεντένια και οι πόρτες τους κλειστές

Ξένοι στο ίδιο μας το σπίτι
Με έπιπλα δανεικά κι απλίκες ασημί
Ξένοι μέσα στην πολυκατοικία
Η διπλανή σε ξυπνά το πρωί
Το παιδί να χαρεί δεν μπορεί

Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας
Όλοι δίπλα δίπλα, χαμένοι, ξένοι
Μες στο πλήθος εξορισμένοι


Μες στην καρδιά μου έχω ένα σπίτι
Ένα μικρό σπιτάκι με λουλούδια στην αυλή
Και στην καρδιά μου έναν όμορφο φεγγίτη 
να χαιρετάω τα αστέρια το πρωί

Α. Χάρης – Α. Μενέλαος, Β1

Τα κόκκινα λουστρίνια

Με αφορμή το διήγημα της Ειρήνης Μάρρα "Τα κόκκινα λουστρίνια", οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ Γυμνασίου ζωγράφισαν...

Τα κόκκινα λουστρίνια
Κ. Μαριάννα, Α1

Τσ. Μαρία, Α3

Η κόρη του δασκάλου
Κ. Μαριάνθη, Α1

Η κόρη του δασκάλου και η αδελφή του ήρωα
Μ. Μανιώ, Α2

Το δίλημμα
Α. Λευτέρης, Α1

Τ. Ολυμπία, Α3

Η ανατροπή
Μ. Τζωρτζίνα, Α2

Έγραψαν μια σελίδα στο ημερολόγιο του νεαρού τσαγκάρη ή της αδελφής του...

Από το ημερολόγιο του ήρωα
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
   Σήμερα βρέθηκα σε ένα μεγάλο δίλημμα και πήρα μια σημαντική απόφαση. Τα κόκκινα λουστρινένια γοβάκια που έφτιαχνα τόσον καιρό τα έδωσα στην αδελφή μου και όχι στον έρωτά μου, την κόρη του δασκάλου.
   Σκέφτηκα πως, αν της τα έδινα, θα εκτιμούσε την πράξη μου και θα χαιρόταν, όμως για λίγο… Από τη στιγμή που θα μπουν στην ντουλάπα με τα υπόλοιπα παπούτσια της, θα τα ξεχάσει. Άλλωστε, εγώ μπροστά της δεν είμαι τίποτα, παρά μόνο ένας απλός βοηθός τσαγκάρη. Σίγουρα οι γονείς της έχουν μεγαλύτερες προσδοκίες για τον μέλλοντα γαμπρό τους. Οπότε, άδικος κόπος…
   Αντίθετα, όταν έδωσα το δώρο στην αδελφή μου, η έκπληξη και η χαρά της ήταν τόσο μεγάλη! Χάρηκε, η καημένη η αδελφούλα μου, και επειδή δεν έχει καλά παπούτσια και, κυρίως, επειδή της τα έδωσε ο απόμακρος αδελφός της...
   Πιστεύω πως έκανα την καλύτερη επιλογή που έδωσα τελικά τα κόκκινα λουστρίνια σ’ αυτήν… Είμαι σίγουρος πως θα θυμάται το δώρο μου για μια ζωή. Εξάλλου, τα αξίζει! 
Κ. Δόμνα, Α1

Παρασκευή 17 Απριλίου 
   Σήμερα βρήκα επιτέλους την ευκαιρία! Το αφεντικό μού έδωσε λεφτά για να πάω να πάρω τα δέρματα απ’ τον ταμπάκη, μιας και πάντα πετυχαίνω τις καλύτερες προσφορές. Μόλις έφτασα στο μαγαζί, έβγαλα με διακριτικότητα τα χρήματα που είχα κρύψει στο παπούτσι μου και τα έδωσα στον ταμπάκη. Με λίγα παζάρια, δέχτηκε να μου δώσει σε καλή τιμή το κόκκινο λουστρίνι που είχα βάλει στο μάτι. Όλο το απόγευμα τριγύρισα στους δρόμους της αγοράς ψάχνοντας, είχα απ’ την αρχή στον νου μου ένα σχέδιο και διάλεξα το ωραιότερο! Όταν γύρισα στο τσαγκαράδικο και αφού το αφεντικό με κέρασε καφέ, ευχαριστημένο από τις αγορές που έκανα, του ζήτησα να δουλέψω μόνος μου για μερικές μέρες, με τη δικαιολογία πως είχε μαζευτεί πολλή δουλειά. Βέβαια, αυτό το ψέμα έκρυβε μια αλήθεια, καθώς χρειάζομαι χρόνο, όπως και τα εργαλεία της δουλειάς, για να φτιάξω τα παπούτσια. Αυτή τη στιγμή σκέφτομαι πόσο χαρούμενη και ευτυχισμένη θα είναι εκείνη όταν της τα δώσω… Από ένα φτωχοπαίδι που δουλεύει στο τσαγκαράδικο θα γίνω ο ήρωάς της και θα είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο!
Σάββατο 1 Μαΐου 
   Όλο το βράδυ χτες δούλευα πάνω στα γοβάκια, κουραστικό και δύσκολο, αλλά τι είναι ο κόπος μπροστά στην αγάπη που θα μου δείξει; Το πρωί ζήτησα απ’ το αφεντικό να μην ξαναδουλέψω νυχτερινή βάρδια, τάχα πως κουράστηκα. Σημασία έχει πως τέλειωσα τα γοβάκια και είμαι πολύ ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα. Τώρα περιμένω πώς και πώς τη στιγμή που θα της τα δώσω… Ανυπομονώ να δω τη χαρά στο όμορφο πρόσωπό της και την εκτίμησή της για μένα στα μάτια της. Γιατί όχι και την αγάπη της;
Παρασκευή 20 Μαΐου 
   Ήρθε η κρίσιμη μέρα. Δεν είχα όρεξη, κάθε μπουκιά έχανε τη νοστιμιά της μέσα στο στόμα μου. Ενώ περίμενα να κοιμηθούν τα μικρά και να σηκωθεί το τραπέζι για να τα συμφωνήσω με τη μάνα, παρατήρησα την αδερφή μου. Πόσο ξέθωρη ήταν σε σύγκριση με την αγαπημένη μου! Τα μαλλιά της δεν έπεφταν σγουρά στους ώμους, είχε μια ίσια πλεξούδα που την είχε δέσει μ’ ένα λαστιχάκι των πακέτων. Ούτε καμαρωτά περπατούσε, είχε μάθει να κοιτάει μόνιμα χάμω και κανένας δεν έβλεπε το χρώμα των ματιών της. Αλήθεια, τι χρώμα είχανε τα μάτια της; Φορούσε ξώφτερνα παπούτσια, για να έχει τα καλά της σκολιανά. Μέσα σε μια στιγμή σκέφτηκα πως εκείνη θα’ χε πολλά ζευγάρια που θα τ’ άφηνε να σκονίζονται… Αν της έδινα τα γοβάκια που έφτιαξα, θα μ’ έλεγε φχαριστώ, αλλά τελικά θα είχαν την ίδια μοίρα με τα υπόλοιπα. Δεν τ’ άξιζε αυτή, αλλά τ’ άξιζε η αδερφή μου. Έτσι, της τα έδωσα και μέσα σε μία στιγμή η όψη της άλλαξε, όπως μία σκηνή αλλάζει μέσα σ’ ένα καρέ! Τα κόκκινα γοβάκια φωτίσανε το ξέθωρο φουστάνι της και το γέλιο και η ευτυχία γέμισαν το σπίτι…
Στ. Θοδωρής, Α3

Από το ημερολόγιο της αδελφής του ήρωα
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
   Δεν μπορώ να περιγράψω τη χαρά μου! Σήμερα ο αδερφός μου μου χάρισε τα πιο υπέροχα παπούτσια. Είναι κατακόκκινα, από καλής ποιότητας λουστρίνι. Και να φανταστείς πως είχα μόνο ένα ζευγάρι, κι αυτό ήταν τρύπιο… Είμαι ενθουσιασμένη! Όταν τα φοράω αισθάνομαι όμορφη, ξεχωριστή… Πόση ευτυχία μπορεί να σου χαρίσει ένα δώρο! 
   Το μόνο που σκέφτομαι συνεχώς και με προβληματίζει είναι πώς θα μπορέσω να του το ανταποδώσω, αφού δεν έχω λεφτά… Ίσως να του μαγείρευα το αγαπημένο του φαγητό και να το βρει μόλις γυρίσει από τη δουλειά… Θα του το έχω ζεστό και σερβιρισμένο! Θα καταφέρω άραγε να του εκφράσω την αγάπη και την ευγνωμοσύνη μου;
   Το ελπίζω…
Κ. Μαριάννα, Α1

Αγαπητό μου ημερολόγιο,   
   Σήμερα μου συνέβη κάτι το αναπάντεχο. Ο αδερφός μου μου χάρισε ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρίνια! Στην αρχή ξαφνιάστηκα γιατί δεν το περίμενα, αλλά μετά ενθουσιάστηκα και χάρηκα πολύ. Από τη στιγμή που μου έδωσε τα παπούτσια, συναισθήματα αδελφικής αγάπης γέμισαν την καρδιά μου. Κατάλαβα πόσο πολύ μ’ αγαπάει και νοιάζεται για μένα. Ενώ δουλεύει πολλές ώρες και κουράζεται τόσο, κατάφερε να βρει χρόνο για να φτιάξει μόνος του αυτό το υπέροχο δώρο!
   Με την πράξη του αυτή ο αδερφούλης μου μου έδωσε μεγάλη χαρά και θα ήθελα να μπορούσα κι εγώ να του κάνω ένα δώρο, για να του ανταποδώσω την αγάπη του… Αυτή είναι μια απ’ τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου και τον ευχαριστώ απ’ τα βάθη της ψυχής μου! 
Τσ. Ευαγγελία, Α3

Άλλοι/ες προτίμησαν να δώσουν μια άλλη εξέλιξη στο διήγημα.

...Επιτέλους ήρθε η κρίσιμη μέρα, η μέρα που ο νεαρός τσαγκάρης θα πήγαινε τα γοβάκια στην αγαπημένη του. Μάζεψε λοιπόν το θάρρος του και χτύπησε την πόρτα της. Του άνοιξε η ίδια. Αν και ξαφνιασμένη, τον δέχτηκε κι αυτός της πρόσφερε το δώρο του. Μόλις το ξετύλιξε από το χάρτινο περιτύλιγμά του, η κόρη του δασκάλου εντυπωσιάστηκε. Δεν είχε δει ποτέ τέτοια παπούτσια στη ζωή της. Είχε μείνει άφωνη και τα μάτια της έλαμπαν! Εκείνη όμως τη στιγμή μπήκε ο πατέρας της, ο αυστηρός δάσκαλος. Θυμωμένος που είδε την κόρη του με τον γιο της υπηρέτριάς τους, την έστειλε στο δωμάτιό της και είπε στον νεαρό τσαγκάρη: «Μην ξοδεύεις τον χρόνο σου άδικα. Νομίζεις πως θα αφήσω την κόρη μου να κάνει παρέα με παιδιά σαν κι εσένα; Δεν πρόκειται να πέσει σε τόσο χαμηλό επίπεδο… Πάρε τα παπούτσια σου και φύγε!». Ο νεαρός αναγκάστηκε να φύγει σαστισμένος και απογοητευμένος. Οι ελπίδες του συντρίφτηκαν από τη σκληρή πραγματικότητα…
Ν. Μαρία, Α2

...Έδιωξε κάθε άλλη σκέψη από το μυαλό του… Αποφάσισε εκπληρώσει την αρχική του επιθυμία, να δώσει τα λουστρίνια στην κόρη του δασκάλου που τόσο αγαπούσε. Έβγαλε τα παπούτσια από την κρυψώνα. Η αδελφή του είδε το κουτί...
- Τι είναι αυτό, αν επιτρέπεται;
- Εεεε τίποτα, δεν είναι τίποτα!
- Εντάξει, συγγνώμη…
- Βασικά… είναι κάτι… είναι ένα δώρο…
- Για κάποιο κορίτσι να φανταστώ;
- Ν… ναι…
- Είμαι σίγουρη ότι είναι πολύ ωραίο και ότι θα της αρέσει…
   Η μητέρα τους τους διέκοψε:
- Τι λέτε εσείς οι δυο;
- Έλα, μάνα, να σου πω…
- Αχ, παιδί μου, πες μου τι θες γρήγορα, γιατί πρέπει να πάω και στον δάσκαλο. Να ‘ρθεις και συ μαζί μου να με βοηθήσεις με τα πλυμένα ρούχα.
Ούτε παραγγελιά να το ‘χα, σκέφτηκε ο νεαρός τσαγκάρης.
- Φυσικά, μητέρα, είμαι και ξεκούραστος σήμερα και θα χαρώ πολύ να σε βοηθήσω!
- Τόσο πρόθυμος, πρώτη φορά…
   Ο μικρός δεν την άκουγε πια… Ονειροπολούσε. Σκεφτόταν την κόρη του δασκάλου… Σκεφτόταν πώς θα της έδινε το δώρο του, τα κατακόκκινα λουστρίνια… Τι θα σκεφτόταν άραγε η αγαπημένη του; 
   Όταν έφτασαν στο σπίτι του δασκάλου, την είδε να κάθεται στο μπαλκόνι του δωματίου της. Άφησε τα ρούχα στη μητέρα του και με το δώρο του στα χέρια πήγε κοντά της… 
- Θα ήθελα να σου δώσω κάτι… Ορίστε. Αυτά είναι για σένα! 
   Της έδωσε το κουτί με τα γοβάκια.
- Αχ, είναι πολύ ωραία, ευχαριστώ…
   Η κοπέλα πήρε τα κόκκινα λουστρίνια, άνοιξε ένα τεράστιο ντουλάπι και τα έβαλε μέσα. Ο νεαρός τσαγκάρης έμεινε άφωνος. Δεκάδες ακόμα λουστρινένια γοβάκια σε διάφορα χρώματα! Σε μια στιγμή κατάλαβε πολλά και μετάνιωσε που αποφάσισε να χαρίσει τα παπούτσια στην κόρη του δασκάλου και όχι στην αδελφή του. Δεν μπορούσε όμως πια να αλλάξει τα γεγονότα… 
   Έφυγε με σκυμμένο κεφάλι χωρίς να τη χαιρετήσει. Ένιωθε μικρός και ανώριμος…
Μ. Δανάη, Α2

   Την κρίσιμη μέρα ο νεαρός τσαγκάρης τύλιξε τα λουστρίνια, τα πήρε μαζί του και περίμενε να μιλήσει στη μάνα του για το σχέδιό του. Ήθελε πρώτα να κοιμηθούν τα άλλα παιδιά, ώστε κανείς να μην τους δει να μιλάνε. Όταν πια άνοιξε την καρδιά του στη μητέρα του, δεν μπορούσε να περιμένει να έρθει το πρωί…
   Σε κάποια στιγμή τον πήρε ο ύπνος και είδε ένα κακό όνειρο: έβρεχε, λέει, τα λουστρίνια είχαν βραχεί και αυτός, όταν πήγε να τα δώσει στην κόρη του δασκάλου, έγινε ρεζίλι. Ξύπνησε καταϊδρωμένος, αλλά καθησυχάστηκε με τη σκέψη ότι δεν ήταν παρά ένα όνειρο…
   Το πρωί ξεκίνησε μαζί με τη μητέρα του για το σπίτι του δασκάλου. Στη διαδρομή όμως άρχισε να βρέχει πολύ δυνατά, όπως είδε στο όνειρό του! Το κουτί που είχε τα λουστρίνια πότισε από τα νερά κι έτσι τα παπούτσια έγιναν μούσκεμα και λερώθηκαν. Όταν επιτέλους έφτασαν, χτύπησε την πόρτα και τους άνοιξε η κόρη του δασκάλου. Ο νεαρός τσαγκάρης της είπε ότι έχει ένα δώρο γι’ αυτήν και της έτεινε το κουτί, που ήταν σε κακή κατάσταση. Μόλις το άνοιξε, αντί να χαρεί, η κόρη του δασκάλου δυσαρεστήθηκε πολύ, γιατί είδε ότι τα γοβάκια ήταν μουσκεμένα και λερωμένα, του έδωσε ένα χαστούκι και τους έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Από τότε δεν του ξαναμίλησε ποτέ… Ο ήρωάς μας πέταξε τα κόκκινα λουστρίνια στον κάδο των σκουπιδιών και ήταν για πολύ καιρό θλιμμένος…
Ν. Λεωνίδας, Α2

[...] Την κοίταξε προσεκτικά. Πόσο κατώτερη φάνταζε μπροστά στην άλλη! Τα μαλλιά της, το βάδισμά της δεν έμοιαζαν καθόλου μ’ αυτά της κόρης του δασκάλου. Ποτέ δεν την είχε δει να περπατάει με το κεφάλι ψηλά. Η μάνα τους την είχε μάθει από μικρή να βαδίζει με το κεφάλι σκυφτό, να κοιτάζει πάντα στο χώμα. Δε θυμάται ούτε τι χρώμα έχουν τα μάτια της. Δε θυμάται, ή μήπως δεν τα έχει προσέξει ποτέ;
   Της μίλησε και αυτή του αποκρίθηκε στρέφοντας το κεφάλι της προς αυτόν. Το χρώμα των ματιών της ήταν καφετί, συνηθισμένο, ίδιο με όλων των κοριτσιών του κόσμου. Με όλων των κοριτσιών εκτός από την αγαπημένη του! Ακόμα και τα ρούχα της ήταν παλιά και φτωχικά. Στα πόδια της φορούσε εξώφτερνα παπούτσια, ενώ η κόρη του δασκάλου θα είχε σίγουρα πολλά παπούτσια κατάλληλα για κάθε περίσταση! Πόσο περήφανος θα ένιωθε όταν θα τη συναντούσε να περπατάει καμαρωτά, φορώντας τα κόκκινα λουστρίνια που ό ίδιος έφτιαξε και επέλεξε να της χαρίσει! 
   Όταν πια επικράτησε ησυχία στο σπίτι, αποφάσισε να μιλήσει στη μητέρα του για το σχέδιό του. Φοβόταν μήπως η μάνα τον εμπόδιζε να χαρίσει το δώρο που ήθελε στην αγαπημένη του. Ωστόσο, ο ίδιος ήταν αποφασισμένος και σίγουρος πως αυτό το μοναδικό ζευγάρι παπούτσια θα έβρισκε τη θέση του όχι μόνο ανάμεσα στα άλλα παπούτσια της κόρης του δασκάλου, αλλά και στην καρδιά της. Δεν μπορεί κανένας άλλος να της έχει χαρίσει ένα τέτοιο δώρο, φτωχός ή πλούσιος.
   Η μάνα του είχε στερηθεί τόσα πολλά στη ζωή της που δεν έφερε αντίρρηση στον έρωτα του γιου της. Μάλιστα του εγγυήθηκε πως δε θα το μάθαινε κανένας άλλος, αλλά και πως θα τον βοηθούσε να φτάσει τελικά το δώρο αυτό στα χέρια της κοπέλας. Τώρα ήταν ακόμα πιο βέβαιος για την απόφασή του.
   Η κρίσιμη μέρα έφτασε και όλα ήταν κανονισμένα. Η μάνα θα τον έπαιρνε μαζί της στο σπίτι του δασκάλου όπου δούλευε, τάχα για να τη βοηθήσει. Εκείνος θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία για να χαρίσει το πανέμορφο δώρο στην κόρη της οικογένειας. 
   Έτσι κι έγινε. Ή μάλλον κάπως έτσι… Ο νεαρός τσαγκάρης άδραξε την πρώτη ευκαιρία και πήγε να μιλήσει στην κόρη του δασκάλου για τα συναισθήματα που έτρεφε γι’ αυτήν. Εκείνη ξαφνιάστηκε και του χαμογέλασε δειλά. Αυτός, ενθαρρυμένος, της έδωσε το δώρο του. Αισθανόταν πολύ σίγουρος για την εντύπωση που θα έκανε! Πράγματι, η κοπέλα χάρηκε πολύ, ευχαρίστησε τον νεαρό και τοποθέτησε τα λαμπερά κόκκινα λουστρίνια στο ράφι με τα υπόλοιπα παπούτσια της.
   Παρόλη τη σιγουριά που ένοιωθε ο νεαρός τσαγκάρης για την επιτυχία του, περίμενε καιρό για να δει το δώρο του φορεμένο στα πόδια της αγαπημένης του. Μα και όταν το είδε απογοητεύτηκε πολύ, γιατί η κόρη του δασκάλου φόρεσε τα λουστρινένια γοβάκια και βγήκε για να τη θαυμάσει όχι αυτός που τα έφτιαξε και της τα χάρισε, αλλά ο νεαρός με τον οποίο ήταν αυτή κρυφά ερωτευμένη!
Χ. Νεφέλη, Α3

...Η μέρα που ο νεαρός τσαγκάρης θα έδινε το δώρο του στην αγαπημένη του είχε έρθει. Ταραγμένος, χτύπησε την πόρτα της. Η κόρη του δασκάλου έτρεξε να ανοίξει. Έλαμπε από ομορφιά και φορούσε στα μαλλιά της ένα ωραίο λουλούδι που μοσχοβολούσε. Του χαμογέλασε γλυκά… Όταν της έδωσε το δώρο του, εντυπωσιάστηκε και φώναξε «Τι ωραία γοβάκια! Αχ, πάντα ήθελα ένα τέτοιο ζευγάρι γοβάκια… Ευχαριστώ πολύ!». Τον φίλησε στο μάγουλο…
   Η καρδιά του νεαρού τσαγκάρη γέμισε με χαρά. Μπορούσε λοιπόν να ελπίζει…
Π. Χρήστος, Α3

Και δύο διαφορετικές εκδοχές για το τέλος του διηγήματος σε μορφή διαλόγου...

Διάλογος του τσαγκαρόπουλου με την κόρη του δασκάλου
- Καλημέρα, δεσποινίς!
- Ορίστε! Θέλεις κάτι;
- Αυτό είναι για σας! Ένα δώρο…
- Δώρο; Μα δεν έχω τα γενέθλιά μου!
- Ανοίξτε το κουτί να δείτε αν σας αρέσει…
- Αχ! Ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρίνια! Μα πώς; Ένα φτωχό παιδί σαν εσένα δεν έχει χρήματα…
- Δουλεύω σε τσαγκαράδικο και τα έφτιαξα μόνος μου για σας… Θα σας πηγαίνουν τόσο πολύ!
- Η αλήθεια είναι πως μου αρέσουν! Όμως έχω τόσα πολλά παπούτσια… Δεν ξέρω ποια να πρωτοφορέσω!
- Σαν τα δικά μου παπούτσια όμως αποκλείεται να έχετε ξαναβάλει! Το σχέδιο έγινε αποκλειστικά γι’ αυτά…
- Καλά, ας είναι… Φεύγω τώρα γιατί βιάζομαι! Έχω να πάω στη μοδίστρα για πρόβα.
- Μα δε θα τα δοκιμάσετε; Να δούμε αν σας ταιριάζουν…
- Νεαρέ, το παράκανες! Άφησέ τα εκεί στη γωνία και φύγε!

Διάλογος του τσαγκαρόπουλου με την αδερφή του
- Αδερφέ μου, έλα, το τραπέζι είναι έτοιμο!
- Περίμενε, αδερφούλα! Έχω κάτι να σου δώσω…
- Μα τι είναι; Τι έχει μέσα αυτό το δέμα;
- Είναι ένα δώρο για σένα. Άνοιξέ το!
- Πω πω, τι ωραίο ζευγάρι παπούτσια! Μάνα, πατέρα, ελάτε να δείτε! Αυτά τα παπούτσια είναι δικά μου! Μα θα είναι σίγουρα πανάκριβα. Πώς τα αγόρασες;
- Τα έφτιαξα μόνος μου! Πρώτα αγόρασα το λουστρίνι με τις οικονομίες μου, έπειτα βρήκα το σχέδιο και τέλος τα κατασκεύασα. Τι νομίζεις ότι μαθαίνω τόσον καιρό στο τσαγκαράδικο;
- Αδερφούλη μου, δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω! Θα είναι τα καλά μου παπούτσια και θα τα φοράω στις γιορτές! Το ξέρεις πως δεν έχουμε χρήματα για περισσότερα…
- Σου αξίζουν, αδερφούλα, για όλα όσα κάνεις για μας. Όταν μπορέσω, θα σου φτιάξω κι άλλα!
Π. Χριστίνα, Α3

Αλλά και ένα πραγματικά εξαιρετικό ποίημα!

ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΛΟΥΣΤΡΙΝΙΑ

Κόκκινο
σαν τα φλογισμένα μάγουλα των παιδιών
σαν τον ορίζοντα του βυθισμένου απογευματινού ήλιου
σαν το αίμα στο γόνατό σου…

Τρέχω στον κόκκινο πυρωμένο δρόμο
Κόκκινες φλόγες με κυνηγούν
Κόκκινες ιδέες μου περνούν από το μυαλό
Το μαγαζί έχει βαφτεί κόκκινο βελούδο
- Πόσο κάνει; Θα το αγοράσω…

Είναι κόκκινα
τα χέρια μου κοκκινίζουν, ακτινοβολούν, με καίνε
Είναι κόκκινα σαν τα χείλη της

Χ. Ειρήνη, Α3

Ειρήνη - πόλεμος

Στα πλαίσια της συζήτησης για την ειρήνη και τον πόλεμο οι μαθητές και οι μαθήτριες του Γ3 εξέφρασαν τον προβληματισμό τους επιλέγοντας και παρουσιάζοντας αντιπολεμικά τραγούδια...

Imagine - John Lennon


Imagine there's no heaven
It's easy if you try
No hell below us
Above us only sky
Imagine all the people
Living for today

Imagine there's no countries
It isn't hard to do
Nothing to kill or die for
And no religion too
Imagine all the people
Living life in peace

You...
You may say I'm a dreamer
But I'm not the only one
I hope some day you'll join us
And the world will be as one

Imagine no possessions
I wonder if you can
No need for greed or hunger
Our brotherhood of man
Imagine all the people
Sharing all the world
And the world will live as one

Μετάφραση 
Φαντάσου πως δεν υπάρχει παράδεισος
Είναι εύκολο αν προσπαθήσεις
Καμία κόλαση κάτω από μας
Πάνω από μας μόνο ουρανός
Φαντάσου όλους τους ανθρώπους
Να ζουν για το σήμερα

Φαντάσου πως δεν υπάρχουν κράτη
Δεν είναι δύσκολο να το κάνεις
Τίποτα για το οποίο να σκοτώνεις ή να πεθαίνεις
Και καμία θρησκεία επίσης
Φαντάσου όλους τους ανθρώπους
Να ζουν τη ζωή ειρηνικά

Mπορείς να πεις πως είμαι ονειροπόλος
Αλλά δεν είμαι ο μοναδικός
Ελπίζω κάποια μέρα να έρθεις μαζί μας
Και ο κόσμος θα γίνει ένα

Φαντάσου καμία ιδιοκτησία
Αναρωτιέμαι αν μπορείς
Καμία ανάγκη για απληστία ή πείνα
Η δική μας αδελφότητα ανθρώπων
Φαντάσου όλους τους ανθρώπους
Να μοιράζονται όλο τον κόσμο
Και ο κόσμος θα ζει σαν ένα

   Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αντιπολεμικά τραγούδια όλων των εποχών είναι το Imagine του John Lennon. Στους στίχους φαίνεται καθαρά η άποψη που έχει ο τραγουδιστής για τον πόλεμο: «Φαντάσου όλους τους ανθρώπους να ζουν ειρηνικά», «Τίποτα για το οποίο να σκοτώνεις ή να πεθαίνεις», «Φαντάσου όλους τους ανθρώπους να μοιράζονται όλο τον κόσμο και ο κόσμος θα ζει σαν ένα».
   Διάλεξα το συγκεκριμένο κομμάτι, επειδή εκφράζει και την προσωπική μου άποψη. Όπως και ο δημιουργός του, είμαι κατά των πολέμων, που οδηγούν μόνο σε υλικές καταστροφές, ακόμα και μνημείων της πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας, και σε άδικους θανάτους αμέτρητων ανθρώπων.
Μ. Δήμητρα 

Rise Against - Hero Of War


He said "Son, have you seen the world?
Well, what would you say if I said that you could?
Just carry this gun and you'll even get paid."
I said "That sounds pretty good."

Black leather boots
Spit-shined so bright
They cut off my hair but it looked alright
We marched and we sang
We all became friends
As we learned how to fight

A hero of war
Yeah that's what I'll be
And when I come home
They'll be damn proud of me
I'll carry this flag
To the grave if I must
Because it's a flag that I love
And a flag that I trust

I kicked in the door
I yelled my commands
The children, they cried
But I got my man
We took him away
A bag over his face
From his family and his friends

They took off his clothes
They pissed in his hands
I told them to stop
But then I joined in
We beat him with guns
And batons not just once
But again and again

She walked through bullets and haze
I asked her to stop
I begged her to stay
But she pressed on
So I lifted my gun
And I fired away

And the shells jumped through the smoke
And into the sand
That the blood now had soaked
She collapsed with a flag in her hand
A flag white as snow

A hero of war
Is that what they see
Just medals and scars
So damn proud of me
And I brought home that flag
Now it gathers dust
But it's a flag that I love
It's the only flag I trust

   Το τραγούδι αυτό μιλάει για έναν αμερικανό στρατιώτη. Στην αρχή μας λέει πως του υποσχέθηκαν πολλά, να γνωρίσει τον κόσμο και να πληρώνεται καλά, ενώ το μόνο που θα είχε να κάνει ήταν να κρατάει το όπλο. Συμφώνησε λοιπόν και κατατάχτηκε. Έκανε φίλους στην εκπαίδευση. Σιγά σιγά φανατίστηκε, η ιδέα ότι θα τον έβλεπαν σαν ήρωα όλοι όταν θα γύριζε πίσω στην πατρίδα του τον γέμιζε θάρρος, τόσο που θα μπορούσε να πεθάνει για τη σημαία του, μια σημαία που αγαπά και εμπιστεύεται. 
   Σε μια αποστολή απήγαγαν έναν άντρα από το ίδιο του το σπίτι, μπροστά στα παιδιά του που έκλαιγαν. Τον άντρα αυτόν τον βασάνισαν οι άλλοι στρατιώτες. Ο ήρωας μας στην αρχή αρνήθηκε να πάρει μέρος, αλλά τελικά υπέκυψε και συμμετείχε κι αυτός στον βασανισμό του ομήρου, δέρνοντάς τον ξανά και ξανά. 
   Μια μέρα στο πεδίο μάχης σκότωσε μια γυναίκα. Μια γυναίκα που, όπως διαπίστωσε όταν ήταν πλέον αργά, κρατούσε λευκή σημαία. Το γεγονός αυτό τον ταρακούνησε. Μεγάλος, βετεράνος πια, ειρωνεύεται αυτούς που τον βλέπουν ως ήρωα, έχοντας πλέον ταχτεί με τη λευκή σημαία της ειρήνης, την οποία πήρε μαζί του, και λέει πως είναι πλέον η μόνη σημαία που εμπιστεύεται. 
Π. Γιάννης

Άλλοι/ες προτίμησαν να εκφράσουν τη δική τους αντίληψη και στάση απέναντι στον πόλεμο και την ειρήνη οπτικοποιώντας τις έννοιες με εικονογραφικό υλικό που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία μιας αντιπολεμικής αφίσας και αιτιολογώντας τις επιλογές τους.


   Η εικόνα αυτή παρουσιάζει την αντίθεση ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη. Στον πόλεμο οι άνθρωποι σκοτώνουν και σκοτώνονται, επικρατεί η καταστροφή και η δυστυχία. Αντίθετα στην ειρήνη οι άνθρωποι μπορούν να χαρούν τη ζωή και επικρατεί η ελπίδα. 
   Ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο τους ηττημένους, αλλά και τους νικητές. Δεν αφήνει παρά μόνο αρνητικά. Η ειρήνη είναι καλή για όλους τους ανθρώπους, γιατί δεν είμαστε εχθροί μεταξύ μας, είμαστε αδέρφια! 
Μ. Γιώτα

Vs

   Μόνο αν βρεις τις διαφορές ανάμεσα στις δύο αυτές εικόνες θα μπορέσεις να καταλάβεις πόσο πολύτιμη είναι η ειρήνη, που σου επιτρέπει να ζήσεις με ασφάλεια και γαλήνη, και πόσο τρομερός είναι ο πόλεμος, όπου ζεις μέσα στον κίνδυνο και τον φόβο.
Μπ. Αλέξανδρος - Π. Στέλιος

 Πόλεμος: η παρακμή του πολιτισμού

Πόλεμος - Ειρήνη: δύο αντίθετοι δρόμοι...

Π. Αλέξανδρος

   Σε μια αντιπολεμική αφίσα θα χρησιμοποιούσα σαν κεντρικά πρόσωπα για το πάνω μέρος της τη μάνα, που δίνει τη ζωή, και το παιδί, που έχει καθήκον να τη συνεχίσει. Η τραγική φιγούρα της μάνας με τα πελώρια, οργισμένα μάτια από τη Γκουέρνικα του Πικάσο, η οποία κραυγάζει κρατώντας το παιδί της, που με λαχτάρα έφερε στον κόσμο και είναι πια νεκρό, αποδίδει απόλυτα τη φρίκη και την οδύνη του πολέμου. 


Δίπλα θα έβαζα ένα τρομαγμένο παιδικό πρόσωπο με κόκκινα κλαμένα μάτια, που ψάχνουν με αγωνία ανάμεσα σε ερείπια και καπνούς την αγκαλιά των γονιών του ή την παρουσία κάποιου δικού του προσώπου. Ένα παιδί που του στέρησε ο πόλεμος το όνειρο να παίξει, να γελάσει, να χαρεί… να ζήσει! Πάνω σε αυτές τις τραγικές εικόνες θα έγραφα με μεγάλα γράμματα ένα «Γ Ι Α Τ Ι;» 


   Στο κάτω μέρος της αφίσας θα παρουσίαζα τη δελεαστικά όμορφη πλευρά της ζωής όπως θα έπρεπε να είναι σε καιρό ειρήνης. Ίσως διάλεγα ένα καταπράσινο λιβάδι με λουλούδια, όπου τα παιδιά κάτω από έναν λαμπερό ήλιο πλέκουν μαγιάτικο στεφάνι, χορεύουν και τραγουδούν πιασμένα χέρι-χέρι σε κύκλο. Παιδιά με λαμπερά και φωτεινά χαμόγελα να χαίρονται τη ζωή που τους υπόσχεται απλόχερα όνειρα και αισιοδοξία, γιατί έτσι πρέπει να ζουν, σε έναν κόσμο ειρηνικό, ελεύθερα και χαρούμενα! Γι’ αυτό από κάτω θα έγραφα «ΕΧΩ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΖΗΣΩ!». 



Το αντιπολεμικό μήνυμα που θα ήθελα να μεταδώσω με την αφίσα μου είναι λοιπόν: «ΓΙΑΤΙ; ΕΧΩ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΖΗΣΩ!» 
Ν. Μορφούλα

Και δύο ποιήματα με αντιπολεμικό περιεχόμενο...

Μια σιωπή που σκοτώνει
Τη μέρα τη μαύρισε ο εχθρός
τη νύχτα υποφέρει ο λαός
Χαρά, ευτυχία άγνωστη λέξη πια
η ελπίδα είναι τώρα μακριά

Κανείς πια δεν είναι εδώ
η σιωπή επικρατεί
κι ο μόνος στόχος είσαι εσύ
δεν έχεις άλλη επιλογή

Μαύρο πέπλο σκεπάζει τη γη
όλα ξανά οδηγούν στη σιωπή
πλέον καμία ψυχή
δεν είναι ζωντανή

Μόνο ένα πουλί πετάει ελεύθερο στον μαύρο ουρανό
για να εξαγνίσει τον κόσμο από το κακό...

Μ. Δέσποινα

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ 

13η του Δεκέμβρη 
Mια βοή ακούγεται στ’ απέραντο 
Το έδαφος δονείται 
Και παρασέρνει στον εκφοβιστικό ρυθμό των μηχανών 
Τις πέτρες και τη σκόνη 

Το τρίτο Ράιχ έφτασε, έτοιμο να αποδώσει ευθύνες 
Για τους φόνους και τα εγκλήματα Ελλήνων χωρικών 
Κατά της ανώτερης Άριας φυλής 

Οι δρόμοι γεμίζουν, τα σπίτια αδειάζουν 
Τα βήματα πληθαίνουν, ο φόβος αυξάνεται 
Βαυαρικές φωνές γεμάτες μίσος 
με διάθεση καταλυτική 
Συγκεντρώνουν τον κόσμο στην πλατεία του χωριού 

Τους χώρισαν τους απομόνωσαν τους εκτέλεσαν 
Το σύνθημα είχε πέσει 
Εκατοντάδες κραυγές αντηχούν στον αέρα. 

Ηχώ νεκρικής σιωπής χτυπά τα βράχια των Καλαβρύτων 
Ένα θρόισμα νεκρών φύλλων - φίλων 
Με επαναφέρει ξανά στην ενορχήστρωση της φύσης 

Μαυροφορούσα γυναίκα σε καλώ 
Χήρα του άνδρα σου Μητέρα των παιδιών σου 
Στάσου ανώτερη των φασιστικών φονιάδων 
Μην υποκύψεις στους σίγουρους εκβιασμούς τους. 

Στάσου ανώτερη, αντάξια της εθνικής σου συνείδησης 
Μην παρασυρθείς από τις πρόσκαιρες σειρήνες 
της ναζιστικής παράταξης. 
Προσπάθησε όσο μπορείς. Όχι για σένα 
αλλά γι' αυτό που θα αφήσεις πίσω σου 

Όνομα και παιδιά.

Μ. Σοφία

Το δεύτερο ποίημα, που εκφράζει τον προβληματισμό για τα δεινά του πολέμου στο πλαίσιο ενός τραγικού γεγονότος της ελληνικής ιστορίας, συμμετείχε σε διαγωνισμό με θέμα το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων.