Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Ζώντας με την οικογένεια

Στο πλαίσιο της συζήτησης για την οικογένεια και τη σημασία της οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ Γυμνασίου καταθέτουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους…

Τι σημαίνει για μένα «οικογένεια»
   Η οικογένεια για μένα είναι ό,τι πιο σημαντικό έχω στη ζωή μου. Είναι οι άνθρωποι που με αγαπούν πάντα, ακόμα και όταν δεν έχω καλή διάθεση ή όταν κάνω λάθη. Μαζί τους νιώθω ασφάλεια και σιγουριά. Ξέρω ότι μπορώ να τους εμπιστευτώ και να ζητήσω βοήθεια όταν κάτι με δυσκολεύει.
   Στην οικογένειά μου γελάμε, μιλάμε και περνάμε χρόνο μαζί, ακόμα κι αν μερικές φορές τσακωνόμαστε για μικρά πράγματα. Όμως στο τέλος τα βρίσκουμε, γιατί αγαπιόμαστε. Οι γονείς μου με συμβουλεύουν και με στηρίζουν στα μαθήματα και στα όνειρά μου. Τα αδέρφια μου είναι οι πρώτοι μου φίλοι.
   Πιστεύω ότι χωρίς οικογένεια η ζωή θα ήταν πιο δύσκολη και πιο μοναχική. Η οικογένεια είναι το στήριγμά μου και το μέρος όπου νιώθω ότι ανήκω.
Κ. Έκτορας, Β1

Α. Έλενα, Β1

   Οικογένεια δε σημαίνει τέλειες σχέσεις. Σημαίνει να αγαπάς τον άλλον πέρα από τις ατέλειές του και τις διαφωνίες σας, και να τον αποδέχεσαι έτσι όπως είναι.
   Δε χρειάζεται να έχεις συγγένεια μέσω αίματος με κάποιον για να είναι οικογένειά σου. Μπορεί να είναι κάποιος που νιώθεις άνετα μαζί του, που τον νοιάζεσαι και σε νοιάζεται κι αυτός. Η οικογένεια είναι για μένα αυτοί που αγαπάς και εμπιστεύεσαι.
   Όλες οι οικογένειες είναι διαφορετικές. Κάποιες είναι αλλιώτικες από τις άλλες, αλλά αυτό δεν τις κάνει λιγότερο οικογένειες…
Γ. Βασιλική, Β1

Οικογένεια, μια πάντα ανοιχτή αγκαλιά
   Για μένα, η οικογένεια είναι σαν ένα λιμάνι. Ένα μέρος όπου μπορείς να γυρίσεις κουρασμένος, μπερδεμένος ή χαρούμενος, και να νιώσεις ότι ανήκεις. Δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που έχουν το ίδιο αίμα· είναι εκείνοι που σε ξέρουν πραγματικά, που βλέπουν τις αδυναμίες σου και μένουν δίπλα σου. Η οικογένεια είναι το τραπέζι που γεμίζει φωνές και γέλια, αλλά και οι σιωπές που δεν είναι βαριές. Είναι οι μικρές καθημερινές στιγμές - ένα «πώς πήγε η μέρα σου;», ένα βλέμμα κατανόησης, μια αγκαλιά χωρίς λόγια.
Α. Μίλτος, Β1

Ε. Μελίνα, Β1

Ένας άνθρωπος που γεννήθηκε σε ένα σπίτι που καιγόταν, νομίζει ότι όλος ο κόσμος είναι στις φλόγες
   Όταν σκέφτομαι αυτόν τον τίτλο, νιώθω ότι μιλάει για την δική μου οικογένεια. Δεν εννοώ ότι το σπίτι μου καιγόταν στ’ αλήθεια, αλλά πολλές φορές ένιωθα σαν να υπήρχε φωτιά μέσα του. Φωτιά από φωνές, παρεξηγήσεις και λόγια που πονούσαν. Και επειδή γεννήθηκα μέσα σ' αυτό, νόμιζα πως έτσι είναι όλα τα σπίτια.
   Θυμάμαι να κλείνομαι στο δωμάτιο μου και να βάζω μουσική για να μην ακούω τους καυγάδες. Πίστευα ότι σε κάθε οικογένεια οι άνθρωποι μιλάνε μόνο με θυμό. Ότι η αγάπη είναι κάτι σπάνιο και ότι η ηρεμία κρατάει λίγο. Έτσι άρχισα να βλέπω τον κόσμο έξω σαν ένα μέρος γεμάτο ένταση. Δεν εμπιστευόμουν εύκολα και πάντα περίμενα ότι κάτι κακό θα συμβεί.
   Κάποιες φορές ζήλευα όταν έβλεπα φίλους μου να γελάνε με τους γονείς τους ή να μιλάνε ήρεμα. Μου φαινόταν παράξενο, σχεδόν ψεύτικο. Σαν να μη μπορούσα να πιστέψω ότι υπάρχουν σπίτια που δεν καίγονται. Και αυτό με έκανε να νιώθω μόνη, σαν να κουβαλάω μέσα μου μια μικρή φωτιά που δε σβήνει.
   Όμως μεγαλώνοντας άρχισα να καταλαβαίνω κάτι σημαντικό. Το ότι γεννήθηκα σε ένα ‘‘σπίτι που καιγόταν’’ δε σημαίνει ότι όλος ο κόσμος είναι φωτιά. Υπάρχουν άνθρωποι ήρεμοι, καλοί, που δε φωνάζουν για να ακουστούν. Υπάρχουν στιγμές γαλήνης που δεν τις ήξερα πριν. Και σιγά σιγά μαθαίνω ότι δε χρειάζεται να ζω συνέχεια σε άμυνα.
   Η οικογένεια μου με πλήγωσε, αλλά με έκανε πιο ευαίσθητη. Μου έμαθε να καταλαβαίνω τον πόνο των άλλων. Και ίσως μια μέρα, όταν φτιάξω την δική μου οικογένεια, να επιλέξω να μην υπάρχει φωτιά, αλλά φως. Γιατί τώρα ξέρω πως, ακόμα κι αν γεννηθείς μέσα στις φλόγες, μπορείς να μάθεις ότι ο κόσμος δεν καίγεται παντού.
Γ. Νικολέτα, Β1

Π. Αλέξανδρος, Β3

Άλλοι/ες προτίμησαν να γράψουν, με κέφι και χιούμορ, διαλόγους ανάμεσα σε γονείς και παιδιά εφηβικής ηλικίας για διάφορα θέματα της καθημερινότητας.

Το κινητό υπό διαπραγμάτευση
Μαμά: Πάλι με το κινητό στο χέρι; Δεν το άφησες ούτε στο φαγητό!
Κόρη: Δε χαζεύω απλώς! Μιλάω με την ομάδα για την εργασία της Ιστορίας.
Μπαμπάς: Και το βιντεάκι με τις γάτες βοηθάει στην Ιστορία;
Κόρη: Φυσικά! Μετά από τόση μελέτη χρειάζομαι ένα… μορφωτικό διάλειμμα.
Μαμά: Μας ανησυχεί ο χρόνος που περνάς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Χάνεις ώρες που θα μπορούσες να διαβάζεις ή να ξεκουράζεσαι.
Κόρη: Μα εκεί επικοινωνώ με τους φίλους μου και ενημερώνομαι. Αν δεν έχω κινητό, θα είμαι εκτός παρέας. Σήμερα όλα κανονίζονται online.
Μπαμπάς: Ναι, αλλά υπάρχουν και κίνδυνοι. Δεν ξέρεις πάντα ποιος είναι πίσω από μια οθόνη.
Κόρη: Συμφωνώ, γι’ αυτό προσέχω τι ανεβάζω και ποιους αποδέχομαι. Δεν είμαι μικρό παιδί…
Μαμά: Δε λέμε ότι είσαι μικρή. Απλώς θέλουμε να υπάρχουν όρια.
Κόρη: Ωραία, να βάλουμε όρια μαζί. Μία ώρα την ημέρα και μετά διάβασμα;
Μπαμπάς: Και χωρίς κινητό στο τραπέζι.
Κόρη: Εντάξει… Αλλά κι εσείς να μην κοιτάτε ειδήσεις στο δικό σας!
Μαμά: Εεε… Χτύπημα κάτω από τη ζώνη!
Μπαμπάς: Σύμφωνοι. Οικογενειακή συμφωνία.
Κόρη: Τέλεια! Και τώρα… να στείλω μήνυμα ότι κέρδισα τη διαπραγμάτευση!
Μαμά: Πρώτα φάε.
Κόρη: Οκ, οκ! Η επανάσταση μπορεί να περιμένει πέντε λεπτά!
Κ. Βαγγέλης, Β1

40 λεπτά ηρεμίας
- Μαμά, θα βγω έξω για λίγο.
- Μάλιστα… Με ποιους και για ποιον λόγο;
- Με τον Γιώργο και τον Κώστα. Θέλω να περπατήσω λίγο, η γυμναστική είναι καλή άλλωστε…
- Και ο ύπνος καλός είναι, αλλά χτες κοιμήθηκες στις 12 το βράδυ βλέποντας τηλεόραση.
- Βλέποντας τους φίλους μου θα ανέβει η διάθεσή μου και δε θα σου γκρινιάζω.
- Και αν γράψεις χάλια στο διαγώνισμα αύριο θα πέσει η διάθεσή σου, γι’ αυτό στρώσου στο διάβασμα.
- Αν βγω έξω, θα ξεκουραστεί το μυαλό μου και θα επιστρέψω πιο συγκεντρωμένος στο διάβασμα.
- Από προσωπική εμπειρία, οπότε γυρνάς από βόλτα, είσαι πιο κουρασμένος και χρειάζεσαι «άλλα 5 λεπτά ξεκούρασης», τα οποία θα καταλήξουν να γίνουν μία ώρα.
- Ναι, αλλά σκέψου ότι αν βγω, έστω και για 40 λεπτά, δε θα σε πρήζει κανένας όλη αυτήν την ώρα.
- Σωστό… Αφού το θέτεις έτσι, μπορείς να βγεις για 40 μόνο λεπτά.
- Αλήθεια; Είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου!
- Ναι, αφού βέβαια πρώτα λύσεις 2 ασκήσεις Φυσικής…
- Μα αυτό δεν ήταν ποτέ στη συμφωνία!
- Ήταν τα «ψιλά γράμματα», πάντα να τα διαβάζεις!
Ζ. Δημήτρης, Β1

Π. Μάρκελος, Β3

Μικρή ή μεγάλη;
ΜΑΜΑ: Τι ώρα είναι αυτή; Πάλι τα ίδια, τόσες φορές σε πήρα τηλέφωνο!
ΚΟΡΗ: Το ξέρω, μαμά, αλλά περνούσα καλά και είπα να κάτσω λίγο παραπάνω… Δεν έγινε και τίποτα.
ΜΑΜΑ: Το λίγο παραπάνω είναι να έρχεσαι έντεκα και μισή στο σπίτι, ενώ σου έχω πει να είσαι εδώ μια ώρα νωρίτερα;
ΚΟΡΗ: Έλεος πια... Ό,τι ώρα θέλω θα έρχομαι! Ολόκληρη κοπέλα έχω γίνει!
ΜΑΜΑ: Ολόκληρη κοπέλα δεκατεσσάρων χρονών μικρό κοριτσάκι; Ακόμα δε βγήκες από το αβγό, έχεις και άποψη…
ΚΟΡΗ: Αν είμαι μικρό κοριτσάκι, γιατί με αφήνεις να βγαίνω βόλτα;
ΜΑΜΑ: Πολύ καλή ερώτηση. Τέλος οι βόλτες, δε θα ξαναβγείς μέχρι να βάλεις μυαλό!
ΚΟΡΗ: Αυτό τώρα είναι εντελώς άδικο!!
Τ. Νίκη, Β3

Συμπάθειες και αντιπάθειες
Μαμά: Μάθατε τους βαθμούς του διαγωνίσματος σήμερα;
Κόρη: Ναι… τους μάθαμε.
Μαμά: Και; Θα μιλήσεις ή να αρχίσω να μαντεύω;
Κόρη: Καλά, δεν είναι και καταστροφή… Πήρα 12.
Μαμά: 12 στα Μαθηματικά;!
Κόρη: Ε, τουλάχιστον είναι διψήφιος αριθμός. Πρόοδος!
Μαμά: Μη μου το παρουσιάζεις και σαν μετάλλιο. Τι έγινε;
Κόρη: Μπερδεύτηκα στις ασκήσεις. Η Άλγεβρα έχει κάτι μαζί μου, στο λέω.
Μαμά: Εσύ δε διάβασες αρκετά… Η Άλγεβρα δεν έχει τίποτα μαζί σου.
Κόρη: Δεν ξέρεις εσύ… Το κάνει ύπουλα.
Μαμά: Και στην Ιστορία που πήρες 18; Αυτή δεν είναι ύπουλη;
Κόρη: Απλώς με συμπαθούν οι χρονολογίες.
Μαμά: Δε σου ζητάω να παίρνεις πάντα 20, αλλά να διαβάζεις το ίδιο σε όλα τα μαθήματα, πέρα από συμπάθειες και αντιπάθειες, για να μη φέρνεις 12κάρια.
Κόρη: Μα διαβάζω! Απλώς καμιά φορά το μυαλό μου κάνει διάλειμμα πριν από μένα.
Μαμά: Δεν το ακούω…. Από αύριο, λιγότερο διάλειμμα το μυαλό και περισσότερη προσπάθεια.
Κόρη: Εντάξει… Θα προσπαθήσω να τα βρω με την Άλγεβρα και να γράψω κι εκεί 18.
Μαμά: Γράψε εσύ καλά, κι εγώ θα της στείλω και ευχαριστήριο γράμμα!
Σ. Νεκταρία, Β3

Κ. Μία, Β1

Τριήμερη εκδρομή
Πρόσωπα: Μαμά, μπαμπάς, κόρη (Δανάη)
Δανάη: Μαμά, μπαμπά πρέπει να συζητήσουμε κάτι!
Μπαμπάς: Τι έγινε;
Δανάη: Όλοι έχουν ήδη δηλώσει για την τριήμερη στον Βόλο. Εμείς όχι ακόμα… Δε θα μπορέσω να πάω αν δεν πάω τη δήλωση μέχρι την Τετάρτη!
Μαμά: Δανάη μου, δεν είμαστε σίγουροι αν θα σε αφήσουμε τελικά...
Δανάη: ΤΙ; Μα γιατί; Μιλάω γι’ αυτή την εκδρομή από την Α΄ Γυμνασίου, και τελευταία στιγμή μου λέτε όχι; Τι σας έκανα πια; Δε με εμπιστεύεστε;
Μπαμπάς: Δεν είναι ότι δε σε εμπιστευόμαστε, απλά γίνονται πολλά σε τέτοιες εκδρομές…
Δανάη: Μα θα πάει όλη η τάξη! Θα συνοδεύουν καθηγητές και θα μας προσέχουν!
Μαμά: Αν γίνει κάτι, δε θα είμαστε κοντά σου και δε θα μπορέσουμε να σε βοηθήσουμε.
Δανάη: Και όταν φύγω για σπουδές, τι θα κάνετε τότε; Ε; Μεγαλώνω, πάρτε το απόφαση!
Μπαμπάς: Έχεις τα δίκια σου κι εσύ… Αν λοιπόν συμφωνήσουμε να πας, θα μας υποσχεθείς κάποια πράγματα;
Δανάη: Τι; Ό,τι θέλετε!
Μπαμπάς: Θα ακούς τους καθηγητές σου και θα μας παίρνεις κάθε μέρα τηλέφωνο.
Δανάη: Ναι. Υπόσχομαι. Ευχαριστώ πολύ! Θα δείτε, δε θα σας απογοητεύσω…
Γ. Μαριάννα, Β1

Και ένα ποίημα!

Η οικογένεια για μένα
Η οικογένεια για μένα
είναι σαν μια ομάδα που παίζει πάντα μαζί
Μπορεί να μην κερδίζουμε κάθε φορά
Μπορεί να τσακωνόμαστε για το ποιος φταίει
αλλά δεν αλλάζουμε ποτέ ομάδα

Είναι η φωνή που με φωνάζει από την κουζίνα
Είναι το «μπράβο» όταν τα καταφέρνω
Το «δεν πειράζει» όταν δεν τα καταφέρνω
Είναι τα βράδια με ταινίες στον καναπέ
Ποπ κορν που πέφτει κάτω
και γέλια ασταμάτητα

Μερικές φορές λέω
πως κανείς δε με καταλαβαίνει
Αλλά μέσα μου νιώθω
πως αυτοί με ξέρουν καλύτερα απ’ όλους

Η οικογένειά μου δεν είναι τέλεια
Είναι όμως δική μου
Και, όταν σκέφτομαι το μέλλον,
ξέρω πως, όπου κι αν πάω,
θα κουβαλάω ένα κομμάτι της
Μαζί μου
Π. Διονύσης, Β3

Τ. Τριαντάφυλλος, Β3

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Το πιο γλυκό ψωμί

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του λαϊκού παραμυθιού "Το πιο γλυκό ψωμί" οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ τάξης ζωγράφισαν...
Ο βασιλιάς
Μ. Ελένη, Α2

Η ανορεξία του βασιλιά
Π. Ισμήνη, Α4

Α. Θοδωρής, Α1

Β. Δωροθέα, Α4

Ο βασιλιάς καλεί τους φουρνάρηδες του παλατιού
Δ. Κατερίνα, Α4

Ο βασιλιάς και ο γέροντας
Μ. Αντώνης, Α2

Η καλύβα του γέροντα και ο μύλος
Ψ. Λεωνίδας, Α2

Η δοκιμασία του βασιλιά
Μ. Τηλέμαχος, Α2


Γ. Βασιλική, Α1

Ο βασιλιάς ζυμώνει το πιο γλυκό ψωμί
Τ. Δημήτρης, Α3

Από την ανορεξία στο πιο γλυκό ψωμί
Λ. Θεοδώρα, Α2

Άλλοι/ες πάλι προτίμησαν να δώσουν τη συνέχεια του παραμυθιού ή, με έμπνευση "Το πιο γλυκό ψωμί", να γράψουν τις δικές τους ιστορίες και παραμύθια.

   …Μετά από μέρες σκληρής δουλειάς δίπλα στον γέροντα, ο βασιλιάς επιτέλους κρατούσε στα χέρια του το ψωμί που είχε φτιάξει ο ίδιος με τον ιδρώτα του και τον κόπο του. Με το που το έφερε στο στόμα του, ένιωσε μια γλυκιά ζεστασιά στην καρδιά του. Το ψωμί του φάνηκε τόσο νόστιμο, που τα μάτια του γέμισαν δάκρυα… Κατάλαβε μεμιάς πόσο γλυκό γίνεται κάτι αν το έχεις φτιάξει μόνος σου.  
   Ευχαρίστησε θερμά τον γέροντα και γύρισε στο παλάτι του σοφότερος. Έκανε την αυτοκριτική του και είδε καθαρά πως πριν τη δοκιμασία του ήταν ένας τεμπέλης και κακός βασιλιάς που τα περίμενε όλα έτοιμα από τους άλλους, χωρίς να νοιάζεται για τον λαό του. Έτσι, πήρε τις αποφάσεις του και ανακοίνωσε στο συμβούλιό του: «Από σήμερα κανείς στο βασίλειό μου δε θα μείνει χωρίς δουλειά και χωρίς ψωμί. Όλοι θα έχουν την ευκαιρία να εργάζονται, να προσφέρουν και να ζουν με αξιοπρέπεια. Κι εγώ θα δουλεύω κάθε χρόνο κάποιες μέρες μαζί τους στα χωράφια, για να θυμάμαι πάντα τι σημαίνει εργασία και ευτυχία».  
   Όχι μόνο ο βασιλιάς, αλλά και το βασίλειο άλλαξε. Η εργασία όλων μεταμόρφωσε τον τόπο, ο λαός ευημερούσε, και ο βασιλιάς έγινε πλέον γνωστός όχι μόνο για τα πλούτη του, αλλά και για την καλοσύνη του.
Ρ. Νίκος, Α4

Το καλύτερο παιχνίδι
   Ήταν κάποτε ένα δωδεκάχρονο αγόρι, ο Αντώνης, που ζούσε στη Θεσσαλονίκη και τα μόνα παιχνίδια με τα οποία ασχολούνταν ήταν αυτά που κατέβαζε στο tablet του. Ωστόσο, αν και έπαιζε όλη την ώρα, ήταν συνέχεια βαριεστημένος και κακοδιάθετος.
   Τα Χριστούγεννα ο παππούς του του έκανε δώρο ένα κουτί LEGO. Η εικόνα στο κουτί έδειχνε έναν ολόκληρο σιδηροδρομικό σταθμό με τα τρενάκια του, πολύ εντυπωσιακό, αλλά, όταν το άνοιξε ο Αντώνης, είδε μόνο πλήθος τουβλάκια και εξαρτήματα. Στην αρχή απογοητεύτηκε, γιατί τα κομμάτια ήταν πολλά και μικρά και βαριόταν να τα συναρμολογήσει. Όμως, μέρα με τη μέρα ξεκίνησε να δοκιμάζει, να σκέφτεται, να κάνει λάθη και να ξαναπροσπαθεί. Το μυαλό του άρχισε να λειτουργεί διαφορετικά και η κατασκευή γινόταν όλο και πιο γρήγορα κι εύκολα. Αυτό του έδινε μεγάλη ικανοποίηση, χαρά και αυτοπεποίθηση. Έτσι συνέχιζε με περισσότερη όρεξη και ενθουσιασμό.
   Όταν τελείωσε και δεν είχε μείνει πια ούτε ένα τουβλάκι που να μην το χρησιμοποιήσει, στάθηκε και κοίταξε με προσοχή το αποτέλεσμα. Ο σιδηροδρομικός σταθμός που είχε φτιάξει του φάνηκε πολύ πιο ωραίος από εκείνον που έβλεπε στο κουτί. Σιδηροδρομικές γραμμές, τρένα, υπόστεγα, σκάλες, φώτα, όλα ήταν υπέροχα! Τρελάθηκε από τη χαρά του!
   Κάλεσε τους φίλους του, τους έδειξε περήφανος το έργο του και αυτοί ενθουσιάστηκαν. Έπαιζαν ασταμάτητα και το θαύμαζαν. Όλοι τον ρωτούσαν αν θα κατασκεύαζε κι άλλο καινούριο παιχνίδι και πότε.
   Έτσι, ο Αντώνης κατάλαβε ότι το καλύτερο παιχνίδι δεν ήταν αυτό που κατέβαζε από το διαδίκτυο, αλλά εκείνο που είχε φτιάξει μόνος του, με κόπο και υπομονή. Από τότε, οτιδήποτε δημιουργούσε με τη δική του προσπάθεια, του φαινόταν πιο πολύτιμο και τον έκανε ευτυχισμένο.
Ρ. Αγγελίνα, Α3

Ο διψασμένος άρχοντας
   Μια φορά και ένα καιρό, έξω από ένα μακρινό χωριό ζούσε ένας άρχοντας, που δεν του έλειπε τίποτα. Ήταν πολύ τεμπέλης, όλη μέρα δεν έκανε τίποτα και τα έβρισκε όλα έτοιμα. Ο άρχοντας είχε πάντα τους πιο δροσιστικούς χυμούς, τα πιο εκλεκτά κρασιά, που έπινε από τα πιο όμορφα και ακριβά ποτήρια. Αλλά είχε μια ανικανοποίητη δίψα και το στόμα του το ένιωθε ξερό.
   Μια μέρα, καθώς έκανε βόλτα στο χωριό, άκουσε ένα κοριτσάκι να λέει ενθουσιασμένο στους φίλους του ότι είχε ανεβεί ψηλά στο βουνό και βρήκε εκεί μια πηγή με το πιο καθαρό και δροσιστικό νερό που είχε πιει ποτέ. Αμέσως ο άρχοντας ρώτησε το κορίτσι πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η πηγή, με την ελπίδα ότι το νερό της θα έσβηνε επιτέλους τη δίψα του.
   Την επόμενη μέρα ο άρχοντας διέταξε τους υπηρέτες του να πάνε να του φέρουν νερό από αυτή την πηγή. Κατά το βράδυ επέστρεψαν με το νερό. Ο άρχοντας, αμέσως άρπαξε την κανάτα και το ήπιε μονορούφι, άλλα τίποτα! Ίδιο του φάνηκε με κάθε άλλο…
   Πήγε λοιπόν και βρήκε το κοριτσάκι, και το ρώτησε γιατί είπε τόσο καλά λόγια για το νερό της πηγής, που ζήτησε να του φέρουν οι υπηρέτες του, μα δεν του φάνηκε να είναι τίποτε το ξεχωριστό. Το κορίτσι του αποκρίθηκε: «Άρχοντα μου, οι υπηρέτες σου δε φαίνονται τόσο έξυπνοι όσο εσύ. Μήπως σου έφεραν νερό από άλλη πηγή; Καλύτερα να πας μόνος σου να τη βρεις και θα δεις ότι όντως αξίζει τα καλά μου λόγια και ότι το νερό της θα σε ξεδιψάσει.».
   Το άλλο πρωί ο άρχοντας και ένας από τους υπηρέτες του πήραν τον δρόμο για την πηγή. Κατά το απόγευμα, μετά από πολύ κόπο, σκαρφάλωμα και πολλή κούραση και ζέστη, έφτασαν επιτέλους στην κορυφή του βουνού. Ο άρχοντας ήταν λαχανιασμένος και έσταζε ιδρώτα. Τότε είδε την πηγή! Έτρεξε να πιεί νερό γεμάτος λαχτάρα και, μόλις το δοκίμασε, είπε με ικανοποίηση στον υπηρέτη του: «Αυτό μάλιστα! Δροσίστηκα και ξεδίψασα, όπως το έλεγε το κοριτσάκι. Από πού μου φέρατε εσείς νερό;». Ο υπηρέτης, παραξενεμένος, του απάντησε: «Μα, άρχοντά μου, το νερό σας το φέραμε από αυτήν ακριβώς την πηγή…».
   Αμέσως κατάλαβε ο άρχοντας ότι δεν ήταν το νερό αυτό που τον ικανοποίησε, αλλά η προσπάθειά του για να το αποκτήσει. Από τότε άρχισε να είναι πιο δραστήριος και απέκτησε ένα χόμπι, την ορειβασία!
Π. Θάνος, Α3

Η μηλιά και το μήλο
   Κάποτε σε ένα μικρό χωριό ζούσε ένα αγόρι. Δεν του άρεσε να κουράζεται. Τα ήθελε όλα έτοιμα στο χέρι και ό,τι κι αν του ζητούσαν, πάντα έλεγε: «Βαριέμαι… θα το κάνω αργότερα.».
   Μια μέρα, εκεί που έκανε βόλτα στον κήπο του παππού του, είδε μια τεράστια μηλιά γεμάτη μήλα. Τα λιμπίστηκε και δοκίμασε να κόψει ένα, αλλά ο παππούς του δεν τον άφησε και του είπε: «Τα μήλα δεν είναι έτοιμα… Αν θέλεις μήλο, πρώτα πρέπει να ποτίσεις τη μηλιά!». Το αγόρι νευρίασε, αλλά τελικά έκανε αυτό που του ζήτησε ο παππούς. Την επόμενη μέρα πήγε πάλι στον κήπο για να φάει το μήλο του, πιστεύοντας πως το δικαιούται, αλλά πάλι ο παππούς του είπε: «Όχι ακόμα… Τώρα θα καθαρίσεις τα ξερά φύλλα!».
   Μέρα με τη μέρα το αγόρι άρχισε να περιποιείται τη μηλιά και να πηγαίνει στον κήπο γι’ αυτό και μόνο. Απλά χαιρόταν που την έβλεπε να γίνεται όλο και πιο όμορφη και τα μήλα της να κοκκινίζουν. Ήρθε επιτέλους η στιγμή που ο παππούς του είπε: «Τώρα τα μήλα είναι έτοιμα, όπως κι εσύ!». Όταν το αγόρι έκοψε ένα μήλο και το έφαγε, χαμογέλασε. Του φάνηκε πως ήταν το πιο νόστιμο μήλο που είχε φάει ποτέ και κατάλαβε πως ό,τι αποκτάς με τον κόπο σου έχει μεγαλύτερη αξία.
Τ. Γιάννης, Α3

Η ιστορία του Παύλου
   Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα αγόρι, ο Παύλος, που ήταν στην ηλικία μας και πήγαινε στην Α΄ Γυμνασίου. Κάθε μέρα, όταν γυρνούσε από το σχολείο, αντί να κάνει τα μαθήματά του, κατευθείαν έπαιρνε το κινητό και έπαιζε. Έπαιζε ώρες πολλές, και κάποιες φορές ξεχνούσε ακόμη και να φάει ή έτρωγε οτιδήποτε ανθυγιεινό. Στο σχολείο ήταν απομονωμένος και οι μόνοι του φίλοι ήταν αυτοί με τους οποίους έπαιζε στο διαδίκτυο. Οι γονείς του ανησυχούσαν γι’ αυτόν…
   Μια μέρα, καθώς πήγαινε στο σχολείο, του έπεσε το κινητό και, πριν προλάβει να το πάρει, το πάτησε ένα αυτοκίνητο. Είχε καταστραφεί! Δεν μπορούσε να το πιστέψει… Ένιωσε ότι η ζωή του δεν είχε νόημα χωρίς αυτό και ζήτησε από τους γονείς του να του πάρουν ένα καινούριο. Αυτοί αρνήθηκαν να του το αγοράσουν άμεσα και του ανακοίνωσαν ότι, αν το θέλει τόσο πολύ, θα έπρεπε να δουλέψει γι’ αυτό. Ο Παύλος, απελπισμένος όπως ήταν, δέχτηκε χωρίς να φέρει αντίρρηση. Αυτό που θα έπρεπε να κάνει, του είπαν οι γονείς του, ήταν να γίνει πιο υπεύθυνος στο σχολείο, αλλά και στο σπίτι. Ο Παύλος ήθελε τόσο πολύ το κινητό, που άρχισε να διαβάζει περισσότερο. Οι βαθμοί του ανέβηκαν. Σιγά σιγά άρχισε να γνωρίζει καινούριους φίλους και να περνάει καλύτερα. Με τους φίλους του πολύ συχνά έπαιζε έξω μπάλα και ξεχνούσε ότι δεν είχε κινητό. Άρχισε να ασχολείται και με τις δουλειές του σπιτιού… Οι γονείς του δεν πίστευαν στα μάτια τους!
   Τελικά οι γονείς του του έδωσαν τα χρήματα για να αγοράσει ένα νέο κινητό, το οποίο όμως χρησιμοποιούσε με μέτρο. Ήταν πιο υγιής, καλύτερος μαθητής και έγινε κοινωνικός. Κατάλαβε ότι η «δοκιμασία» που είχε περάσει είχε φτιάξει έναν Παύλο που και ο ίδιος δεν ήξερε ότι υπάρχει!
Φ. Σωτηρία, Α3

Η πιο νόστιμη πίτσα
   Σε μια μεγάλη πόλη ζούσε ένα αγόρι που αγαπούσε πολύ το φαγητό και κυρίως τις πίτσες! Κάθε Παρασκευή βράδυ οι γονείς του το αφήναν να παραγγείλει όποιες και όσες πίτσες ήθελε. Όμως το αγόρι δεν έμενε ποτέ ευχαριστημένο. Τη μια η πίτσα ήταν φτωχή σε υλικά, την άλλη είχε πολλά. Τη μια του φαινόταν μικρή, την άλλη υπερβολικά μεγάλη. Η μια του βρωμούσε και η άλλη του ξίνιζε. Πάντα κάτι είχε!
   Μια Παρασκευή ο μπαμπάς του του είπε ότι αυτή τη φορά δε θα παραγγείλουν την πίτσα, άλλα θα τη φτιάξουν, και μάλιστα θα έχουν καλεσμένους και αρκετούς φίλους για να τη δοκιμάσουν. Tο αγόρι δεν ξετρελάθηκε με την ιδέα, αλλά συμφώνησε, επειδή ήθελε να φάει πίτσα.
   Ξεκίνησαν λοιπόν να κάνουν μια πίτσα τεραστίων διαστάσεων! Το αγόρι έκοβε ασταμάτητα λαχανικά, τυριά κι αλλαντικά. Η μαμά ετοίμαζε τις ζύμες κι ο μπαμπάς έφτιαχνε τη σάλτσα. Μόλις ετοίμασαν όλα τα υλικά, τα έβαλαν με προσοχή πάνω στη ζύμη και πρόσθεσαν πολλά μυρωδικά για να κάνουν τη γεύση μοναδική. Τέλος, την έβαλαν στον φούρνο κι άρχισαν να πλένουν τα μαγειρικά σκεύη. Το αγόρι ήταν πια πολύ κουρασμένο. Ποτέ του δεν έκανε δουλειές στο σπίτι, όλα τα φρόντιζαν οι γονείς του. Τι ταλαιπωρία κι αυτή σήμερα… σκεφτόταν όσο έπλενε. Μετά από λίγη ώρα, οι φίλοι τους ήρθαν, η πίτσα ψηνόταν και η μυρωδιά της του είχε σπάσει τη μύτη! Με το που βγήκε επιτέλους από τον φούρνο, το αγόρι έτρεξε να τη δοκιμάσει. Μόλις έβαλε στο στόμα του την πρώτη μπουκιά, ξετρελάθηκε! «Αυτή είναι η πιο νόστιμη πίτσα του κόσμου!», φώναξε.
   Οι γονείς του στέκονταν λίγο πιο πέρα και χαμογελούσαν ικανοποιημένοι, γιατί τον βοήθησαν να καταλάβει ότι εκτιμάς μόνο όσα πράγματα αποκτάς με τον κόπο και τον ιδρώτα σου. Η προσπάθεια και η δημιουργικότητα ήταν αυτό που έκανε νόστιμη την πίτσα!
Μ. Γιάννης, Α2