Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Το πιο γλυκό ψωμί

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του λαϊκού παραμυθιού "Το πιο γλυκό ψωμί" οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ τάξης ζωγράφισαν...
Ο βασιλιάς
Μ. Ελένη, Α2

Η ανορεξία του βασιλιά
Π. Ισμήνη, Α4

Α. Θοδωρής, Α1

Β. Δωροθέα, Α4

Ο βασιλιάς καλεί τους φουρνάρηδες του παλατιού
Δ. Κατερίνα, Α4

Ο βασιλιάς και ο γέροντας
Μ. Αντώνης, Α2

Η καλύβα του γέροντα και ο μύλος
Ψ. Λεωνίδας, Α2

Η δοκιμασία του βασιλιά
Μ. Τηλέμαχος, Α2


Γ. Βασιλική, Α1

Ο βασιλιάς ζυμώνει το πιο γλυκό ψωμί
Τ. Δημήτρης, Α3

Από την ανορεξία στο πιο γλυκό ψωμί
Λ. Θεοδώρα, Α2

Άλλοι/ες πάλι προτίμησαν να δώσουν τη συνέχεια του παραμυθιού ή, με έμπνευση "Το πιο γλυκό ψωμί", να γράψουν τις δικές τους ιστορίες και παραμύθια.

   …Μετά από μέρες σκληρής δουλειάς δίπλα στον γέροντα, ο βασιλιάς επιτέλους κρατούσε στα χέρια του το ψωμί που είχε φτιάξει ο ίδιος με τον ιδρώτα του και τον κόπο του. Με το που το έφερε στο στόμα του, ένιωσε μια γλυκιά ζεστασιά στην καρδιά του. Το ψωμί του φάνηκε τόσο νόστιμο, που τα μάτια του γέμισαν δάκρυα… Κατάλαβε μεμιάς πόσο γλυκό γίνεται κάτι αν το έχεις φτιάξει μόνος σου.  
   Ευχαρίστησε θερμά τον γέροντα και γύρισε στο παλάτι του σοφότερος. Έκανε την αυτοκριτική του και είδε καθαρά πως πριν τη δοκιμασία του ήταν ένας τεμπέλης και κακός βασιλιάς που τα περίμενε όλα έτοιμα από τους άλλους, χωρίς να νοιάζεται για τον λαό του. Έτσι, πήρε τις αποφάσεις του και ανακοίνωσε στο συμβούλιό του: «Από σήμερα κανείς στο βασίλειό μου δε θα μείνει χωρίς δουλειά και χωρίς ψωμί. Όλοι θα έχουν την ευκαιρία να εργάζονται, να προσφέρουν και να ζουν με αξιοπρέπεια. Κι εγώ θα δουλεύω κάθε χρόνο κάποιες μέρες μαζί τους στα χωράφια, για να θυμάμαι πάντα τι σημαίνει εργασία και ευτυχία».  
   Όχι μόνο ο βασιλιάς, αλλά και το βασίλειο άλλαξε. Η εργασία όλων μεταμόρφωσε τον τόπο, ο λαός ευημερούσε, και ο βασιλιάς έγινε πλέον γνωστός όχι μόνο για τα πλούτη του, αλλά και για την καλοσύνη του.
Ρ. Νίκος, Α4

Το καλύτερο παιχνίδι
   Ήταν κάποτε ένα δωδεκάχρονο αγόρι, ο Αντώνης, που ζούσε στη Θεσσαλονίκη και τα μόνα παιχνίδια με τα οποία ασχολούνταν ήταν αυτά που κατέβαζε στο tablet του. Ωστόσο, αν και έπαιζε όλη την ώρα, ήταν συνέχεια βαριεστημένος και κακοδιάθετος.
   Τα Χριστούγεννα ο παππούς του του έκανε δώρο ένα κουτί LEGO. Η εικόνα στο κουτί έδειχνε έναν ολόκληρο σιδηροδρομικό σταθμό με τα τρενάκια του, πολύ εντυπωσιακό, αλλά, όταν το άνοιξε ο Αντώνης, είδε μόνο πλήθος τουβλάκια και εξαρτήματα. Στην αρχή απογοητεύτηκε, γιατί τα κομμάτια ήταν πολλά και μικρά και βαριόταν να τα συναρμολογήσει. Όμως, μέρα με τη μέρα ξεκίνησε να δοκιμάζει, να σκέφτεται, να κάνει λάθη και να ξαναπροσπαθεί. Το μυαλό του άρχισε να λειτουργεί διαφορετικά και η κατασκευή γινόταν όλο και πιο γρήγορα κι εύκολα. Αυτό του έδινε μεγάλη ικανοποίηση, χαρά και αυτοπεποίθηση. Έτσι συνέχιζε με περισσότερη όρεξη και ενθουσιασμό.
   Όταν τελείωσε και δεν είχε μείνει πια ούτε ένα τουβλάκι που να μην το χρησιμοποιήσει, στάθηκε και κοίταξε με προσοχή το αποτέλεσμα. Ο σιδηροδρομικός σταθμός που είχε φτιάξει του φάνηκε πολύ πιο ωραίος από εκείνον που έβλεπε στο κουτί. Σιδηροδρομικές γραμμές, τρένα, υπόστεγα, σκάλες, φώτα, όλα ήταν υπέροχα! Τρελάθηκε από τη χαρά του!
   Κάλεσε τους φίλους του, τους έδειξε περήφανος το έργο του και αυτοί ενθουσιάστηκαν. Έπαιζαν ασταμάτητα και το θαύμαζαν. Όλοι τον ρωτούσαν αν θα κατασκεύαζε κι άλλο καινούριο παιχνίδι και πότε.
   Έτσι, ο Αντώνης κατάλαβε ότι το καλύτερο παιχνίδι δεν ήταν αυτό που κατέβαζε από το διαδίκτυο, αλλά εκείνο που είχε φτιάξει μόνος του, με κόπο και υπομονή. Από τότε, οτιδήποτε δημιουργούσε με τη δική του προσπάθεια, του φαινόταν πιο πολύτιμο και τον έκανε ευτυχισμένο.
Ρ. Αγγελίνα, Α3

Ο διψασμένος άρχοντας
   Μια φορά και ένα καιρό, έξω από ένα μακρινό χωριό ζούσε ένας άρχοντας, που δεν του έλειπε τίποτα. Ήταν πολύ τεμπέλης, όλη μέρα δεν έκανε τίποτα και τα έβρισκε όλα έτοιμα. Ο άρχοντας είχε πάντα τους πιο δροσιστικούς χυμούς, τα πιο εκλεκτά κρασιά, που έπινε από τα πιο όμορφα και ακριβά ποτήρια. Αλλά είχε μια ανικανοποίητη δίψα και το στόμα του το ένιωθε ξερό.
   Μια μέρα, καθώς έκανε βόλτα στο χωριό, άκουσε ένα κοριτσάκι να λέει ενθουσιασμένο στους φίλους του ότι είχε ανεβεί ψηλά στο βουνό και βρήκε εκεί μια πηγή με το πιο καθαρό και δροσιστικό νερό που είχε πιει ποτέ. Αμέσως ο άρχοντας ρώτησε το κορίτσι πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η πηγή, με την ελπίδα ότι το νερό της θα έσβηνε επιτέλους τη δίψα του.
   Την επόμενη μέρα ο άρχοντας διέταξε τους υπηρέτες του να πάνε να του φέρουν νερό από αυτή την πηγή. Κατά το βράδυ επέστρεψαν με το νερό. Ο άρχοντας, αμέσως άρπαξε την κανάτα και το ήπιε μονορούφι, άλλα τίποτα! Ίδιο του φάνηκε με κάθε άλλο…
   Πήγε λοιπόν και βρήκε το κοριτσάκι, και το ρώτησε γιατί είπε τόσο καλά λόγια για το νερό της πηγής, που ζήτησε να του φέρουν οι υπηρέτες του, μα δεν του φάνηκε να είναι τίποτε το ξεχωριστό. Το κορίτσι του αποκρίθηκε: «Άρχοντα μου, οι υπηρέτες σου δε φαίνονται τόσο έξυπνοι όσο εσύ. Μήπως σου έφεραν νερό από άλλη πηγή; Καλύτερα να πας μόνος σου να τη βρεις και θα δεις ότι όντως αξίζει τα καλά μου λόγια και ότι το νερό της θα σε ξεδιψάσει.».
   Το άλλο πρωί ο άρχοντας και ένας από τους υπηρέτες του πήραν τον δρόμο για την πηγή. Κατά το απόγευμα, μετά από πολύ κόπο, σκαρφάλωμα και πολλή κούραση και ζέστη, έφτασαν επιτέλους στην κορυφή του βουνού. Ο άρχοντας ήταν λαχανιασμένος και έσταζε ιδρώτα. Τότε είδε την πηγή! Έτρεξε να πιεί νερό γεμάτος λαχτάρα και, μόλις το δοκίμασε, είπε με ικανοποίηση στον υπηρέτη του: «Αυτό μάλιστα! Δροσίστηκα και ξεδίψασα, όπως το έλεγε το κοριτσάκι. Από πού μου φέρατε εσείς νερό;». Ο υπηρέτης, παραξενεμένος, του απάντησε: «Μα, άρχοντά μου, το νερό σας το φέραμε από αυτήν ακριβώς την πηγή…».
   Αμέσως κατάλαβε ο άρχοντας ότι δεν ήταν το νερό αυτό που τον ικανοποίησε, αλλά η προσπάθειά του για να το αποκτήσει. Από τότε άρχισε να είναι πιο δραστήριος και απέκτησε ένα χόμπι, την ορειβασία!
Π. Θάνος, Α3

Η μηλιά και το μήλο
   Κάποτε σε ένα μικρό χωριό ζούσε ένα αγόρι. Δεν του άρεσε να κουράζεται. Τα ήθελε όλα έτοιμα στο χέρι και ό,τι κι αν του ζητούσαν, πάντα έλεγε: «Βαριέμαι… θα το κάνω αργότερα.».
   Μια μέρα, εκεί που έκανε βόλτα στον κήπο του παππού του, είδε μια τεράστια μηλιά γεμάτη μήλα. Τα λιμπίστηκε και δοκίμασε να κόψει ένα, αλλά ο παππούς του δεν τον άφησε και του είπε: «Τα μήλα δεν είναι έτοιμα… Αν θέλεις μήλο, πρώτα πρέπει να ποτίσεις τη μηλιά!». Το αγόρι νευρίασε, αλλά τελικά έκανε αυτό που του ζήτησε ο παππούς. Την επόμενη μέρα πήγε πάλι στον κήπο για να φάει το μήλο του, πιστεύοντας πως το δικαιούται, αλλά πάλι ο παππούς του είπε: «Όχι ακόμα… Τώρα θα καθαρίσεις τα ξερά φύλλα!».
   Μέρα με τη μέρα το αγόρι άρχισε να περιποιείται τη μηλιά και να πηγαίνει στον κήπο γι’ αυτό και μόνο. Απλά χαιρόταν που την έβλεπε να γίνεται όλο και πιο όμορφη και τα μήλα της να κοκκινίζουν. Ήρθε επιτέλους η στιγμή που ο παππούς του είπε: «Τώρα τα μήλα είναι έτοιμα, όπως κι εσύ!». Όταν το αγόρι έκοψε ένα μήλο και το έφαγε, χαμογέλασε. Του φάνηκε πως ήταν το πιο νόστιμο μήλο που είχε φάει ποτέ και κατάλαβε πως ό,τι αποκτάς με τον κόπο σου έχει μεγαλύτερη αξία.
Τ. Γιάννης, Α3

Η ιστορία του Παύλου
   Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα αγόρι, ο Παύλος, που ήταν στην ηλικία μας και πήγαινε στην Α΄ Γυμνασίου. Κάθε μέρα, όταν γυρνούσε από το σχολείο, αντί να κάνει τα μαθήματά του, κατευθείαν έπαιρνε το κινητό και έπαιζε. Έπαιζε ώρες πολλές, και κάποιες φορές ξεχνούσε ακόμη και να φάει ή έτρωγε οτιδήποτε ανθυγιεινό. Στο σχολείο ήταν απομονωμένος και οι μόνοι του φίλοι ήταν αυτοί με τους οποίους έπαιζε στο διαδίκτυο. Οι γονείς του ανησυχούσαν γι’ αυτόν…
   Μια μέρα, καθώς πήγαινε στο σχολείο, του έπεσε το κινητό και, πριν προλάβει να το πάρει, το πάτησε ένα αυτοκίνητο. Είχε καταστραφεί! Δεν μπορούσε να το πιστέψει… Ένιωσε ότι η ζωή του δεν είχε νόημα χωρίς αυτό και ζήτησε από τους γονείς του να του πάρουν ένα καινούριο. Αυτοί αρνήθηκαν να του το αγοράσουν άμεσα και του ανακοίνωσαν ότι, αν το θέλει τόσο πολύ, θα έπρεπε να δουλέψει γι’ αυτό. Ο Παύλος, απελπισμένος όπως ήταν, δέχτηκε χωρίς να φέρει αντίρρηση. Αυτό που θα έπρεπε να κάνει, του είπαν οι γονείς του, ήταν να γίνει πιο υπεύθυνος στο σχολείο, αλλά και στο σπίτι. Ο Παύλος ήθελε τόσο πολύ το κινητό, που άρχισε να διαβάζει περισσότερο. Οι βαθμοί του ανέβηκαν. Σιγά σιγά άρχισε να γνωρίζει καινούριους φίλους και να περνάει καλύτερα. Με τους φίλους του πολύ συχνά έπαιζε έξω μπάλα και ξεχνούσε ότι δεν είχε κινητό. Άρχισε να ασχολείται και με τις δουλειές του σπιτιού… Οι γονείς του δεν πίστευαν στα μάτια τους!
   Τελικά οι γονείς του του έδωσαν τα χρήματα για να αγοράσει ένα νέο κινητό, το οποίο όμως χρησιμοποιούσε με μέτρο. Ήταν πιο υγιής, καλύτερος μαθητής και έγινε κοινωνικός. Κατάλαβε ότι η «δοκιμασία» που είχε περάσει είχε φτιάξει έναν Παύλο που και ο ίδιος δεν ήξερε ότι υπάρχει!
Φ. Σωτηρία, Α3

Η πιο νόστιμη πίτσα
   Σε μια μεγάλη πόλη ζούσε ένα αγόρι που αγαπούσε πολύ το φαγητό και κυρίως τις πίτσες! Κάθε Παρασκευή βράδυ οι γονείς του το αφήναν να παραγγείλει όποιες και όσες πίτσες ήθελε. Όμως το αγόρι δεν έμενε ποτέ ευχαριστημένο. Τη μια η πίτσα ήταν φτωχή σε υλικά, την άλλη είχε πολλά. Τη μια του φαινόταν μικρή, την άλλη υπερβολικά μεγάλη. Η μια του βρωμούσε και η άλλη του ξίνιζε. Πάντα κάτι είχε!
   Μια Παρασκευή ο μπαμπάς του του είπε ότι αυτή τη φορά δε θα παραγγείλουν την πίτσα, άλλα θα τη φτιάξουν, και μάλιστα θα έχουν καλεσμένους και αρκετούς φίλους για να τη δοκιμάσουν. Tο αγόρι δεν ξετρελάθηκε με την ιδέα, αλλά συμφώνησε, επειδή ήθελε να φάει πίτσα.
   Ξεκίνησαν λοιπόν να κάνουν μια πίτσα τεραστίων διαστάσεων! Το αγόρι έκοβε ασταμάτητα λαχανικά, τυριά κι αλλαντικά. Η μαμά ετοίμαζε τις ζύμες κι ο μπαμπάς έφτιαχνε τη σάλτσα. Μόλις ετοίμασαν όλα τα υλικά, τα έβαλαν με προσοχή πάνω στη ζύμη και πρόσθεσαν πολλά μυρωδικά για να κάνουν τη γεύση μοναδική. Τέλος, την έβαλαν στον φούρνο κι άρχισαν να πλένουν τα μαγειρικά σκεύη. Το αγόρι ήταν πια πολύ κουρασμένο. Ποτέ του δεν έκανε δουλειές στο σπίτι, όλα τα φρόντιζαν οι γονείς του. Τι ταλαιπωρία κι αυτή σήμερα… σκεφτόταν όσο έπλενε. Μετά από λίγη ώρα, οι φίλοι τους ήρθαν, η πίτσα ψηνόταν και η μυρωδιά της του είχε σπάσει τη μύτη! Με το που βγήκε επιτέλους από τον φούρνο, το αγόρι έτρεξε να τη δοκιμάσει. Μόλις έβαλε στο στόμα του την πρώτη μπουκιά, ξετρελάθηκε! «Αυτή είναι η πιο νόστιμη πίτσα του κόσμου!», φώναξε.
   Οι γονείς του στέκονταν λίγο πιο πέρα και χαμογελούσαν ικανοποιημένοι, γιατί τον βοήθησαν να καταλάβει ότι εκτιμάς μόνο όσα πράγματα αποκτάς με τον κόπο και τον ιδρώτα σου. Η προσπάθεια και η δημιουργικότητα ήταν αυτό που έκανε νόστιμη την πίτσα!
Μ. Γιάννης, Α2

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.