Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Από το παραμύθι στο θεατρικό έργο!

Τη δημιουργική ενασχόληση των μαθητών/τριών της Α΄ γυμνασίου με το λαϊκό παραμύθι "Ο φτωχός και τα γρόσια" έρχονται να συμπληρώσουν δύο εξαιρετικές διασκευές του σε θεατρικό έργο, η μία καλύτερη από την άλλη! Η δεύτερη μάλιστα δίνει και διαφορετικό τέλος στην ιστορία...

Ο ΦΤΩΧΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΓΡΟΣΙΑ
ΡΟΛΟΙ: φτωχός, γυναίκα του φτωχού, πλούσιος και 3 παιδιά

ΣΚΗΝΗ 1
Ο φτωχός μπαίνει στο σπιτάκι του κουβαλώντας ένα τσουβάλι στον ώμο και από πίσω ακολουθεί η γυναίκα του. Τα παιδιά τους τρέχουν και τους αγκαλιάζουν.
Γυναίκα του φτωχού: Τώρα, παιδιά μου, ζεσταίνω τη σούπα και στρώνω τραπέζι…
Φτωχός: Σας έφερα και φρέσκο ψωμάκι σήμερα!
Μεγαλύτερο παιδί: Ευχαριστούμε, πατέρα!
Μικρότερα παιδιά: (Με μια φωνή) Θα παίξεις και λύρα, μπαμπά; Θέλουμε να χορέψουμε!
Φτωχός: Και βέβαια! Τραπέζι χωρίς τραγούδι και χορό δε γίνεται…
Γυναίκα του φτωχού: Ώχου καημένε, δεν είσαι κουρασμένος;
Φτωχός: Μπα! Ας ανάψω και τη σόμπα, γιατί σαν να κάνει κρύο σήμερα…
Μεγαλύτερο παιδί: Δε χρειάζεται, θα ζεσταθούμε χορεύοντας!
Η μητέρα σερβίρει, όλοι κάθονται στο τραπέζι και τρώνε συζητώντας και γελώντας. Ο φτωχός πιάνει τη λύρα του κι αρχίζει να παίζει. Τα παιδιά σηκώνονται και χορεύουν πιασμένα χέρι-χέρι.

ΣΚΗΝΗ 2
Ο πλούσιος κάθεται σε μια αναπαυτική πολυθρόνα και πίνει το τσάι του μέσα στο κατάφωτο σαλόνι του δίπλα στο αναμμένο τζάκι.
Πλούσιος: Άντε πάλι αυτή η λύρα! Μα όρεξη που την έχει αυτός ο άνθρωπος! Τόση φτώχεια, πού το βρίσκει αυτό το κέφι;
Σηκώνεται και πηγαίνει στο παράθυρο. Κοιτάζει προς το σπιτάκι του φτωχού.
Πώς γίνεται εγώ, που έχω όλα τα καλά, να μην είμαι ευχαριστημένος και ήρεμος σαν αυτόν; Αλλά πώς να ηρεμήσω, όταν έχω τόσα προβλήματα να λύσω κάθε μέρα; Ενώ αυτός δεν έχει καμιά έγνοια. Θα του δώσω λοιπόν χρήματα, να δούμε τι θα κάνει…

ΣΚΗΝΗ 3
Την άλλη μέρα το πρωί, στην πλατεία του χωριού, ο πλούσιος πλησιάζει τον φτωχό.
Πλούσιος: Καλημέρα, γείτονα! Ξέρω ότι είσαι τίμιος και οικογενειάρχης, γι’ αυτό… να, σου δίνω 1000 γρόσια για να κάνεις δική σου δουλειά. Αν πλουτίσεις, μου τα επιστρέφεις, αλλιώς χάρισμά σου…
Φτωχός: Μα... δεν ξέρω τι να πω, καλέ μου άνθρωπε! Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ!
Ο πλούσιος φεύγει κρυφογελώντας, ενώ ο φτωχός κατευθύνεται προς το σπίτι του συλλογισμένος.
Φτωχός: Τι να τα κάνω τόσα λεφτά; Να ανοίξω πραματευτάδικο; Να τα βάλω στον τόκο; Να πάρω αμπελοχώραφα; Θεέ μου, τι να κάνω;
Βηματίζει πέρα δώθε, τρίβοντας το πηγούνι του.

ΣΚΗΝΗ 4
Στο σπίτι του φτωχού όλη η οικογένειά του τον περιμένει. Η γυναίκα του στρώνει το τραπέζι και τα παιδιά κοιτούν ανυπόμονα από το παράθυρο.
Ο φτωχός μπαίνει μέσα στο σπίτι αγέλαστος και προβληματισμένος.
Γυναίκα του φτωχού: Πού ήσουν, άντρα μου; Άργησες… Μα γιατί είσαι έτσι;
Φτωχός: Πώς είμαι δηλαδή;
Γυναίκα του φτωχού: Σαν να βούλιαξαν τα καράβια σου... Παιδιά, πλύντε τα χέρια σας και ελάτε να φάμε!
Κάθονται όλοι στο τραπέζι αμίλητοι.
Παιδιά: Δε θα παίξεις λύρα, μπαμπά;
Φτωχός: Όχι, και θέλω ησυχία σήμερα, γιατί έχω πολλά στο κεφάλι μου. Μην ακούσω κιχ!
Λίγο λίγο τα παιδιά συζητάνε και αρχίζουν να γελάνε, όπως την άλλη φορά.
Φτωχός: (Βάζει τις φωνές) Σταματήστε! Δε σας είπα να κάνετε ησυχία; Μπρος, γρήγορα για ύπνο!
Τα παιδιά βγαίνουν κατσουφιασμένα. Η γυναίκα του φτωχού τον πλησιάζει και του χαϊδεύει τα μαλλιά.
Γυναίκα του φτωχού: Τι έχεις, καλέ μου, τι σε βασανίζει; Μίλα μου…
Φτωχός: Άσε με και συ, βρε γυναίκα! (Σπρώχνει το χέρι της)

ΣΚΗΝΗ 5
Ο πλούσιος στέκεται στο παράθυρο, κοιτάζει προς το σπίτι του φτωχού και μονολογεί.
Πλούσιος: Σήμερα δε βλέπω να γίνεται γλέντι…

ΣΚΗΝΗ 6
Ο φτωχός χτυπάει την πόρτα του πλούσιου. Ο πλούσιος ανοίγει.
Φτωχός: Καλημέρα… Τρεις μέρες τώρα βασανίζομαι. Έχασα τον ύπνο μου, μαλώνω με την οικογένειά μου… Να, χριστιανέ τα γρόσια σου! Δεν τα θέλω! Ούτε αυτά θέλω, ούτε τη σκοτούρα τους.
Ο πλούσιος έκπληκτος παίρνει πίσω τα λεφτά και μένει να κοιτάζει τον φτωχό που φεύγει.
Μετά από λίγο ακούγονται στο βάθος από το σπίτι του φτωχού χαρούμενες φωνές και μουσική (λύρα).
Μ. Μαρία, Α2

Ο ΦΤΩΧΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΓΡΟΣΙΑ

ΣΚΗΝΗ 1
Τα φώτα είναι κλειστά. Η σκηνή είναι χωρισμένη στα δυο με μια πόρτα. Στη δεξιά πλευρά, στο σπίτι του φτωχού, υπάρχει ένας ξεχαρβαλωμένος καναπές και ένα στρογγυλό ξύλινο τραπέζι. Στην αριστερή, στο σπίτι του πλούσιου, υπάρχει ένα ακριβό σαλόνι με δύο αριστοκρατικές πολυθρόνες και ένα χαμηλό τραπεζάκι με βάζα. Ανοίγουν τα φώτα στη δεξιά πλευρά της σκηνής. Μπαίνουν μια γυναίκα και ένας άντρας, με ρούχα παλιά και μπαλωμένα.
Φτωχός: Αχ, βρε γυναίκα… Τι μέρα κι αυτή! Μου βγήκε η πίστη να θερίζω στο χωράφι…
Γυναίκα του φτωχού: Ναι, άντρα μου… Αλλά τι να κάνουμε, πρέπει κάπως να βγάλουμε το μεροκάματο…
Μπαίνουν τρία παιδιά, ένα κορίτσι και δυο αγόρια, με μπαλωμένα ρούχα, όπως οι γονείς τους. Είναι όμως χαρούμενα και πέφτουν στην αγκαλιά των γονιών τους.
Παιδιά (όλα μαζί): Μαμά, μπαμπά!
Γυναίκα του φτωχού: Παιδάκια μου, θα πεινάσατε… Τώρα θα ετοιμάσω το φαγάκι μας…
Κορίτσι: Μπαμπά… Σίγουρα είσαι κουρασμένος, αλλά… θα μας κάνεις μια χάρη;
Φτωχός: Ναι, παιδιά μου, ό,τι θέλετε!
Αγόρι: Μπορείς να παίξεις τη λύρα σου να χορέψουμε;
Φτωχός (χαμογελάει): Μα βέβαια! Θέλει και ρώτημα;
Παιδιά (χοροπηδούν χαρούμενα): ΝΑΙ!!
Ο φτωχός παίρνει τη λύρα και αρχίζει να παίζει. Τα παιδιά χορεύουν σε κύκλο. Χορεύει μαζί τους και η γυναίκα του φτωχού. Σιγά-σιγά τα φώτα σβήνουν και η μουσική χαμηλώνει.

ΣΚΗΝΗ 2
Ανοίγει το φως στην αριστερή πλευρά της σκηνής. Ένας άντρας και μια γυναίκα κάθονται στις πολυθρόνες. Και οι δύο είναι εύσωμοι και φοράνε ακριβά ρούχα.
Πλούσιος: Βρε γυναίκα, οι χαρές και τα γέλια του φτωχού μας γείτονα πολύ με παραξενεύουν…
Γυναίκα του πλούσιου: Αλήθεια… Πώς εμείς μαθές να μην είμαστε ευχαριστημένοι και αναπαμένοι σαν κι αυτόν, όλη μέρα αξίνη και το βράδυ γλέντι!
Πλούσιος: Ξέρεις τι; Να του δώσω θέλω γρόσια, να δω τι θα κάνει…
Γυναίκα του πλούσιου: Να του δώσεις, άντρα μου, να του δώσεις! Μπας και ησυχάσει και κοιμηθούμε κι εμείς ήσυχα καμιά φορά…
Τα φώτα κλείνουν.

ΣΚΗΝΗ 3
Ανοίγει ένα κεντρικό φως στη μέση της σκηνής. Ο πλούσιος χτυπάει την πόρτα του φτωχού, δηλαδή την πόρτα που χωρίζει τη σκηνή, κρατώντας ένα σακουλάκι. Ο φτωχός ανοίγει την πόρτα και τον κοιτάει χαμογελαστός.
Φτωχός: Έλα, γείτονα … Τι ζητάς από μένα που δεν το ’χεις;
Πλούσιος: Δεν ήρθα να σου ζητήσω, αλλά να σου δώσω! Επειδή σε ξέρω τίμιο άνθρωπο, να, σου δίνω χίλια γρόσια να ανοίξεις πραμάτεια, ό,τι θες, κι αν πλουτίσεις μου τα δίνεις, ειδεμή σου τα χαρίζω!
Φτωχός (με μάτια γουρλωμένα και στόμα ανοιχτό από την έκπληξη): Α! Ευχαριστώ πολύ, δεν έχω λόγια…
Πλούσιος: Παρακαλώ! Καλή σου μέρα… (φεύγει από τη σκηνή)
Ο φτωχός κλείνει την πόρτα και ακουμπάει το σακούλι στο τραπέζι. Το κεντρικό φως κλείνει και ανοίγουν τα φώτα στη δεξιά πλευρά της σκηνής. Βηματίζει πάνω-κάτω ενώ μιλάει.
Φτωχός: Τι να τα κάνω τόσα χρήματα; Πώς να τα αξιοποιήσω καλύτερα; Αχ…, θα μου λιώσει το μυαλό από τη συλλογή...
Πάει και κάθεται στον καναπέ με το κεφάλι στηριγμένο στο χέρι του, κοιτώντας το σακούλι. Μπαίνουν τα παιδιά τρέχοντας. Το ένα αγόρι κρατάει σφιχτά το κορίτσι που φωνάζει και το άλλο αγόρι τους κυνηγάει.
Αγόρι: Μη φοβάσαι, δεσποσύνη, θα σε σώσω εγώ από τον κακό τον κλέφτη!
Ο φτωχός σηκώνεται όρθιος και φωνάζει νευριασμένος.
Φτωχός: Σταματήστε τώρα αμέσως! Αν θέλετε να παίξετε, να πάτε στην αυλή! Άντε, έχουμε και δουλειές!
Ξανακάθεται κάτω και τα παιδιά φεύγουν παραξενεμένα. Τα φώτα κλείνουν για λίγο. Όταν ξανανάβουν, μπαίνει η γυναίκα του φτωχού και πάει κοντά του.
Γυναίκα του φτωχού: Άντρα μου, τι έχεις; Τρεις μέρες τώρα ούτε μιλάς, ούτε έρχεσαι στη δουλειά, ούτε κοιμάσαι, ούτε λύρα έπαιξες που σου ζήτησαν τα παιδιά, παρά μόνο κάθεσαι μπροστά σ’ αυτό το σακούλι… Αμάν πια! Θα μου πεις κι εμένα τουλάχιστον τι έχει μέσα;
Φτωχός: Πω, ρε γυναίκα! Αυτές είναι ανδρικές δουλειές κι εσένα δε σε νοιάζουν… Άσε με ήσυχο!
Η γυναίκα του φτωχού φεύγει μουτρωμένη. Ο φτωχός κάθεται λίγο ακόμα συλλογισμένος. Ξαφνικά πετιέται πάνω χαρούμενος.
Φτωχός: Το βρήκα! Θα πάρω ένα μαγαζί και θα πουλάω λαχανικά και φρούτα. Θα γίνω μανάβης!

ΣΚΗΝΗ 4
Ανοίγει το κεντρικό φως στη μέση της σκηνής. Αυτή τη φορά ο φτωχός, καλοντυμένος και περιποιημένος, χτυπάει την πόρτα του πλούσιου, κρατώντας στα χέρια του ένα σακουλάκι και μια μεγάλη σακούλα. Ο πλούσιος του ανοίγει.
Φτωχός: Γεια σου, αγαπητέ μου γείτονα! Τι μου κάνεις;
Πλούσιος: Καλά είμαι, και, όπως βλέπω, κι εσύ δεν πας πίσω! Έμαθα πως βρήκες τι να κάνεις τα γρόσια που σου έδωσα…
Φτωχός: Ναι, και μιας που τα ανέφερες (του δίνει το σακουλάκι), ορίστε τα λεφτά σου, μην αρχίσεις να με θεωρείς αχάριστο… Σου έφερα και κάτι σταφύλια, μα κάτι σταφύλια, σκέτο άρωμα. Να περνάς από το μαγαζί κι εγώ θα σου δίνω πάντα τα καλύτερα…

ΣΚΗΝΗ 5
Φωτίζεται η αριστερή πλευρά της σκηνής. Βρισκόμαστε στο σπίτι του πλούσιου με τον ίδιο και τη γυναίκα του. Στο βάθος ακούγεται η λύρα του φτωχού, φωνές και γέλια.
Πλούσιος: Τελικά, γυναίκα, ο γείτονας, είτε πλούσιος είτε φτωχός, είναι πάντα ευτυχισμένος…
Γυναίκα του πλούσιου: Ναι, άντρα μου… Φαίνεται πως κάποιοι άνθρωποι ξέρουν να χαίρονται τη ζωή και καλύτερα να προσπαθήσουμε να μάθουμε απ’ αυτούς… Τι λες, δεν κάνουμε μια επίσκεψη στους γείτονες, να γλεντήσουμε μαζί τους;
Πλούσιος: Πόσο δίκιο έχεις… Έλα, πάμε, τι καθόμαστε;
Ο πλούσιος και η γυναίκα του χτυπούν την πόρτα του φτωχού. Οι φωνές και η μουσική δυναμώνουν και μετά σιγά σιγά σταματούν, καθώς σβήνουν τα φώτα.
Χ. Αριάδνη, Α4

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.