Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Αφήγηση - η ιστορία μιας φώκιας

Με αφορμή τη διδασκαλία της αφήγησης και την "Ιστορία μιας φώκιας" του Ζεράρ ντε Νερβάλ, οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α' Γυμνασίου αναδιηγήθηκαν την ιστορία, επιλέγοντας την οπτική γωνία της φώκιας...

Μια αληθινή ιστορία
   Η ζωή μου στην Ολλανδία κοντά σε μια οικογένεια ψαράδων ήταν ήρεμη και χαρούμενη... Ο ψαράς, η γυναίκα του και τα τρία παιδιά τους με αγαπούσαν και με φρόντιζαν. Είχα πάντα μια καλή θέση μπροστά στη φωτιά και μια ικανοποιητική μερίδα από το φαγητό της οικογένειας. Όλα ήταν μια χαρά, ώσπου σιγά σιγά τα ψάρια άρχισαν να λιγοστεύουν. Κάθε φορά που ο ψαράς πήγαινε για ψάρεμα, γυρνούσε στο ιγκλού με όλο και χειρότερη ψαριά. Είχε πια απελπιστεί, κι αυτός και η γυναίκα του, γιατί τα παιδιά τους πεινούσαν. 
   Ένα βράδυ είδα τον ψαρά με τη γυναίκα του να λογοφέρνουν και να είναι πολύ αναστατωμένοι και στεναχωρημένοι. Το επόμενο πρωί ο ψαράς με έβαλε στη βάρκα του. Υπέθεσα πως θα πηγαίναμε για ψάρεμα, αλλά παραξενεύτηκα που δεν πήρε μαζί του τα δίχτυα... Μετά από μισή ώρα ταξίδι, φτάσαμε σε ένα ξερονήσι. Ήταν γεμάτο φώκιες και χάρηκα πολύ! Ο ψαράς με έριξε στη θάλασσα και εγώ άρχισα να παίζω με τις φίλες μου, χωρίς να συνειδητοποιήσω ότι αυτός ήδη απομακρυνόταν. Όταν κατάλαβα ότι είχε φύγει, σκέφτηκα ότι με ξέχασε… Χωρίς να χάσω χρόνο, βουτάω στο νερό και, κολυμπώντας γοργά, φτάνω πριν από τον ψαρά στο σπίτι. Στρογγυλοκάθισα στην αγαπημένη μου θέση μπροστά στη φωτιά και τον περίμενα. Όταν γύρισε, φάνηκε ξαφνιασμένος που με είδε, αλλά δεν κατάλαβα γιατί...
   Οι μέρες κυλούσαν, χωρίς να βελτιωθεί η ψαριά. Τα παιδιά όλη την ώρα γκρίνιαζαν και έκλαιγαν από την πείνα. Ο ψαράς και η γυναίκα του μάλωναν συχνά, αλλά δεν μπορούσα να τους βοηθήσω. Ήμουν πολύ στεναχωρημένη. Καμιά φορά έβλεπα τον ψαρά να με κοιτάζει με άγριο βλέμμα, κι αυτό με στεναχωρούσε ακόμα πιο πολύ... 
   Μια μέρα ο ψαράς με ξύπνησε από τα χαράματα, με πήρε μαζί του και αμίλητος με έβαλε πάλι στη βάρκα του. Ταξιδεύαμε για πολλή ώρα, φτάσαμε σε βαθιά νερά, μακριά από την ακτή. Ένιωθα ότι κάτι κακό θα συμβεί... Εκεί που δεν το περίμενα, ο ψαράς με ρίχνει στα παγωμένα νερά! Αντιστάθηκα… Προσπάθησα να γαντζωθώ από τη βάρκα. Ο ψαράς με χτύπησε με το κουπί… Ούρλιαξα από τον πόνο! Η θάλασσα βάφτηκε κόκκινη από το αίμα μου. Άρχισα να βουλιάζω και έχασα τις αισθήσεις μου…
   Όταν συνήρθα, βρισκόμουν σε μια άγνωστη βάρκα. Ένας άλλος ψαράς με λυπήθηκε, με μετέφερε και με άφησε στην ακτή. Με κόπο σύρθηκα μέχρι το σπίτι. Το πτερύγιό μου είχε σπάσει και χρειαζόμουν επειγόντως βοήθεια. Φώναζα από τον πόνο, αλλά δεν ήξερα τι να περιμένω μετά από ό,τι είχε γίνει… 
   Η πόρτα άνοιξε. Ο ψαράς με είδε σε κακά χάλια, να υψώνω με γοερές κραυγές το πληγωμένο μου πτερύγιο… Αμέσως με πήρε στην αγκαλιά του, με έβαλε μέσα στο σπίτι και όλη η οικογένεια άρχισε να με περιποιείται. Είδα στα μάτια του ότι μετάνιωσε και τα ξέχασα όλα, σαν ένα κακό όνειρο. 
   Όλα έγιναν όπως πριν… Το πτερύγιό μου θεραπεύτηκε γρήγορα και ο ψαράς είναι καλός μαζί μου όπως παλιά. Όπου κι αν πάει, με παίρνει μαζί του... Αλλά και η ψαριά έχει βελτιωθεί, με αποτέλεσμα να υπάρχει αρκετό φαγητό για όλους. 
   Τώρα είμαστε πάλι μία ευτυχισμένη οικογένεια
Σ. Σωτήρης, Α4

Η φώκια αφηγείται την ιστορία της σε μια άλλη φώκια!
   «Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει τη ζωή μου ιδανική... Κοντά στον αγαπημένο μου ψαρά είχα μια ζεστή γωνιά, έτρωγα πολλά ψαράκια, έπαιζα με τα παιδιά του και πρόσεχα την οικογένεια. Κάποια στιγμή όμως τα πράγματα άλλαξαν. Η ψαριά ήταν όλο και χειρότερη και τα παιδιά άρχισαν να πεινάνε… Ο φίλος μου ήταν στεναχωρημένος και νευρικός. Όλο κρυφομιλούσε με τη γυναίκα του… Από ό,τι κατάλαβα, κάποιος τους έκλεβε το φαγητό!
   Μια μέρα ο ψαράς με έβαλε στη βάρκα του και βγήκαμε στη θάλασσα. Σκέφτηκα πως μάλλον θα πηγαίναμε να πιάσουμε τον κλέφτη… Φτάσαμε σε ένα νησί με πολλές άλλες φώκιες. Ώστε επρόκειτο για εκδρομή! Συνάντησα τη θεία μου και τον πρώτο μου ξάδελφο, που είχα καιρό να τους δω, αλλά, μέχρι να πούμε τα νέα μας, ο ψαράς είχε φύγει. Έτσι αποφάσισα να του κάνω κι εγώ μία έκπληξη και, κολυμπώντας πολύ γρήγορα, κατάφερα να φτάσω πρώτος στο σπίτι! Όταν γύρισε κι αυτός, με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια, και κατάλαβα ότι του άρεσε η έκπληξη… 
   Δυστυχώς, η πείνα και η γκρίνια στο σπίτι συνεχίζονταν. Οι μέρες περνούσαν και ένα πρωί νωρίς νωρίς ο ψαράς με ξαναέβαλε στη βάρκα του και ανοιχτήκαμε στο πέλαγος. Αυτή τη φορά δεν μπήκα στον κόπο να σκεφτώ πού θα με πήγαινε, γιατί οι εκπλήξεις είναι καλύτερες όταν δεν τις υποψιαζόμαστε! Μόλις βρεθήκαμε στα βαθιά, ο ψαράς με πέταξε στο νερό. Φαντάστηκα πως ήθελε να παίξουμε βουτιές, αλλά, τη στιγμή που πήγα να ανεβώ στη βάρκα, ο ψαράς με χτύπησε κατά λάθος με το κουπί! Έβαλα τις φωνές και χάθηκα μες στο νερό...
   Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε… Όταν κατάφερα να συνέλθω, έβαλα τα δυνατά μου και ξαναγύρισα στο σπίτι. Άρχισα να φωνάζω με όλες μου τις δυνάμεις, και επειδή πονούσε το πτερύγιό μου, και για να καταλάβουν πως επέστρεψα και δεν έπρεπε πια να ανησυχούν… Όλη η οικογένεια έτρεξε αμέσως κοντά μου. Ο ψαράς και η γυναίκα του έμοιαζαν συγκινημένοι, τα παιδάκια με αγκάλιαζαν όλο χαρά! Με πήραν μέσα στη ζέστη και με φρόντισαν με αγάπη. Κι εγώ τους αγαπάω πολύ, τους νιώθω σαν οικογένειά μου…
   Το πιστεύεις; Μετά από αυτή την περιπέτεια η ψαριά άρχισε να γίνεται όλο και καλύτερη! Τώρα ζούμε όλοι μαζί ευτυχισμένοι. 
   Κι έτσι, είμαι εδώ και σου λέω την ιστορία μου. Κατάλαβες, ξάδερφε;» 
Τ. Βασίλης, Α4 

...Ή της γυναίκας του ψαρά. 

Η ιστορία της φώκιας μας
   Οι φώκιες είναι σαν τα σκυλιά. Ακολουθούν τους ψαράδες μέχρι το σπίτι, κάθονται μπροστά στη φωτιά, γιατί είναι πολύ κρυουλιάρες, και περιμένουν το μερίδιό τους από ό,τι βράζει στη χύτρα. Έχουμε κι εμείς τη φώκια μας. Τα παιδιά της έχουν δώσει και όνομα. Μπίλι τη λένε…
   Πάντα ήμασταν φτωχοί και δεν τα βγάζαμε πέρα εύκολα, αλλά η περσινή ήταν μια από τις χειρότερες χρονιές που θυμάμαι. Η θάλασσα λες και είχε αδειάσει από ψάρια. Μόνο γλάρους και φώκιες έβλεπες...
   «Ήρθε πάλι η Μπίλι!», χαίρονταν τα παιδάκια μου… Το γνωστό μουτράκι με τα γλυκά μεγάλα μάτια, που με κοιτούσαν κατάματα, μου έφτιαχνε πραγματικά τη διάθεση. Περίμενε το μερίδιό της από το φαγητό μας. «Πάλι δεν βρήκε κι αυτή η καημένη τίποτα να φάει…», σκεφτόμουν. Μήπως όμως είχαμε κι εμείς να φάμε; Αλλά δε μου πήγαινε η καρδιά να τη διώξουμε. Της έδινα τις ουρές των ψαριών, λίγο ζουμάκι, κι αυτή με κοιτούσε με ευγνωμοσύνη…
   Όμως η κατάσταση χειροτέρευε. Η χρονιά ήταν πολύ κακή και δεν υπήρχε πια ούτε λέπι. Ο άντρας μου, ο Γιόχαν, ήταν όλο και πιο σκεφτικός, όλο και πιο θυμωμένος με τη μοίρα μας… «Γυναίκα, δεν πάει άλλο. Η φώκια τρώει την μπουκιά από το στόμα των παιδιών μας...», μου είπε ένα βράδυ. «Θα την αφήσω σ’ ένα ξερονήσι, όπου ξεχειμωνιάζουν οι φώκιες. Εκεί όλο και θα ξετρυπώσει κανένα ψάρι για φαΐ…». Γονατιστή τον παρακάλεσα να μη διώξει την Μπίλι μας, να τη λυπηθεί. Όταν όμως σκέφτηκα τα πεινασμένα παιδάκια μας, συμφώνησα μαζί του. Κατάλαβα πως δε γινόταν αλλιώς. Η φώκια έπρεπε να φύγει… 
   Τα χαράματα ο άντρας μου την έβαλε στη βάρκα κι έφυγαν. Ήμουν πολύ στεναχωρημένη και σκεφτόμουν πως δε θα ξαναδώ την Μπίλι, ώσπου μετά από λίγο… να την! Είχε πάρει τη θέση της μπροστά στη φωτιά και στέγνωνε τη γούνα της! Όταν Γιόχαν γύρισε στο σπίτι, η έκπληξή του δεν περιγράφεται. Πιστεύω πως χάρηκε κι αυτός, αλλά δεν είπε τίποτα… 
   Αντέξαμε την πείνα λίγες ακόμα μέρες. Τα πράγματα όμως είχαν φτάσει στο απροχώρητο… Τα παιδιά φώναζαν και ζητούσαν φαΐ. Ώσπου μια μέρα ο Γιόχαν γύρισε στο σπίτι ψυχικό ράκος. Μου είπε τι έγινε: είχε αποφασίσει να δράσει πιο δυναμικά, κι έτσι ξανοίχτηκε πολύ βαθιά στη θάλασσα και πέταξε τη φώκια μέσα στο νερό, μακριά από τις ακτές. Η καημένη η Μπίλι, προσπαθούσε απεγνωσμένα να πιαστεί από την κουπαστή με τα πτερύγιά της που μοιάζουν με χέρια. Ο Γιόχαν, εκνευρισμένος, τη χτύπησε με το κουπί και άθελά του της έσπασε το ένα πτερύγιο. Η φώκια χάθηκε μέσα στο νερό, που βάφτηκε κόκκινο από το αίμα της. «Τη σκότωσα, γυναίκα…», μου είπε ο άντρας μου, με την καρδιά του ραγισμένη από τον χαμό της.
   Εκείνο το βράδυ η φώκια δε γύρισε στο σπίτι. Ήμασταν όλοι πολύ λυπημένοι, τόσο που δε σκεφτόμασταν την πείνα μας… Την ίδια νύχτα όμως ακούσαμε φωνές. Φοβηθήκαμε ότι κάποιον σκοτώνουν και ο άντρας μου έτρεξε να βοηθήσει το θύμα. Μπροστά στην πόρτα βρισκόταν η Μπίλι! Είχε καταφέρει να συρθεί μέχρι το σπίτι και φώναζε γοερά, υψώνοντας στον ουρανό το ματωμένο της πτερύγιο. Τη μαζέψαμε αμέσως, την περιποιηθήκαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε και ούτε που ξανασκεφτήκαμε ποτέ να τη διώξουμε από το σπίτι. Η Μπίλι ανήκε στην οικογένειά μας… Άλλωστε, από εκείνη τη στιγμή η ψαριά ήταν κάθε φορά και καλύτερη! 
Μ. Μαρία, Α2

Άλλοι/ες πάλι προτίμησαν να ζωγραφίσουν σκηνές από την ιστορία της φώκιας.

Ζ. Χριστιάνα, Α2

Ι. Άννα-Μαρία, Α2

"Η φώκια χάθηκε μες στο νερό, που βάφτηκε κόκκινο απ' το αίμα της..."
Κ. Θοδωρής, Α2

Π. Ελεάνα, Α4

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.