Τρίτη 23 Αυγούστου 2022

Ο φτωχός και τα γρόσια

Το μάθημα των Νεοελληνικών Κειμένων για την Α΄ τάξη ξεκίνησε με λαϊκά παραμύθια. Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του παραμυθιού "Ο φτωχός και τα γρόσια" οι μαθητές/τριες ζωγράφισαν σκηνές που τους έκαναν εντύπωση.

Η αγγελική ζωή του φτωχού

Μ. Γεωργία, Α2

Ν. Εμμανουέλα, Α2

Τ. Δήμητρα, Α2

Ο προβληματισμός του φτωχού

Λ. Τατιάνα, Α2

Μ. Στέργιος, Α2

Σ. Χρήστος, Α4

Ο φτωχός επιστρέφει τα γρόσια στον πλούσιο

Τ. Αντωνία, Α4

Η λύρα

Χ. Καλλιρρόη, Α4

Άλλοι/ες προτίμησαν να δώσουν ένα διαφορετικό τέλος στο παραμύθι ή να γράψουν ένα δικό τους παραμύθι (και ένα ποίημα!) με το ίδιο δίδαγμα.

Ένας άλλος άνθρωπος
   Ο φτωχός αποφάσισε να κρατήσει τα γρόσια και να τα επενδύσει σε μια δική του επιχείρηση. Η επένδυση δεν άργησε να αποδώσει και μέσα σε λίγο καιρό από φτωχός έγινε πάμπλουτος. Τώρα ήταν πια αφεντικό με πολλούς υπαλλήλους. Στη θέση του φτωχικού σπιτιού του έχτισε ένα πολυτελέστατο μέγαρο. Δε δούλευε όλη μέρα, όπως πριν, ούτε κουραζόταν, αλλά γυρνούσε στο σπίτι του κύριος με το πανάκριβο αυτοκίνητό του. Αλλά και η γυναίκα του δε χρειαζόταν να δουλεύει. Όλη μέρα δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να ασχολείται με τον εαυτό της, σπαταλώντας τα άφθονα χρήματα του άντρα της σε ρούχα, κοσμήματα και καλλυντικά. Τη φροντίδα των παιδιών την ανέλαβαν νταντάδες και υπηρέτριες. Η ζωή της οικογένειας του φτωχού άλλαξε, τα λεφτά έγιναν πλέον το επίκεντρό της. Η λύρα σκονιζόταν ξεχασμένη σε κάποιο πατάρι…
   Ο πλούσιος στο μεταξύ άρχισε να αντιμετωπίζει κάποιες οικονομικές δυσκολίες. Έβλεπε ότι ο φτωχός γείτονάς του είχε πλουτίσει και σκεφτόταν ότι θα του επέστρεφε σε κάποια στιγμή τα χίλια γρόσια που του είχε δώσει. Μάταια περίμενε όμως… Αποφάσισε λοιπόν να πάει και να του τα ζητήσει ο ίδιος. Πολλές φορές χτύπησε την πόρτα του μεγάρου του πρώην φτωχού. Κάθε φορά του άνοιγε κάποιος υπηρέτης και του έλεγε ότι ο «κύριος» δεν είναι στο σπίτι ή ότι δεν είναι διαθέσιμος. Ο πλούσιος απορούσε τι συμβαίνει. Μέχρι που μια μέρα του άνοιξε ο ίδιος ο φτωχός…
- Καλέ μου γείτονα, τι κάνεις; Περνάω και ξαναπερνάω από το σπίτι σου, αλλά τη μια λείπεις, την άλλη είσαι απασχολημένος… Επιτέλους, σε βρήκα!
- Ναι, ναι… Κατάλαβα πως δεν είχες σκοπό να με αφήσεις ήσυχο. Λέγε λοιπόν τι θέλεις και γρήγορα… Έχουμε και δουλειές.
- Ξέρεις, οι δικές μου δουλειές δεν πάνε και τόσο καλά και έχω ανάγκη εκείνα τα γρόσια που σου είχα δώσει. Τώρα είσαι πολύ πλούσιος, για σένα δεν είναι πλέον τίποτα αυτό το χρηματικό ποσό. Εμένα όμως θα με βοηθήσουν να σταθώ πάλι στα πόδια μου…
- Τι λες, άνθρωπέ μου; Έχεις κάποιο χαρτί που να αποδεικνύει ότι μου έδωσες ποτέ χρήματα; Δεν έχεις να πάρεις τίποτα από μένα. Και μην τολμήσεις να με ξαναενοχλήσεις. Θα βάλω να σε πετάξουν έξω από το σπίτι μου!
   Ο πλούσιος έφυγε αμίλητος, σοκαρισμένος από τη στάση του πρώην φτωχού, από την αλλαγή του. Τη θέση του καλού και ανοιχτόκαρδου γείτονά του, στον οποίο είχε δώσει τα γρόσια, είχε πάρει ένας άνθρωπος σκληρός, που δε νοιαζόταν για τους άλλους και ανταπέδιδε την ευεργεσία με αγνωμοσύνη. Ένας άλλος άνθρωπος…
Μ. Όλγα, Α2

Η αληθινή ευτυχία
   Μετά από πολλή σκέψη, ο φτωχός αποφάσισε να μοιραστεί τα χίλια γρόσια με άλλες οικογένειες του χωριού που είχαν οικονομικές δυσκολίες. Έτσι, τα χρήματα του πλούσιου αξιοποιήθηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και τα βράδια πλέον ακούγονταν από πολλά σπίτια του χωριού γέλια και τραγούδια. Μάλιστα, συχνά οι χωριανοί μαζεύονταν και γλεντούσαν όλοι μαζί με τη λύρα του φτωχού!
   Ο φτωχός δεν έγινε πλούσιος ποτέ, αλλά σκόρπισε γύρω του τη χαρά και πέρασε τη ζωή του ευτυχισμένος και αγαπητός από όλους. Ο πλούσιος πάλι κατάλαβε ότι δεν είναι τα χρήματα που φέρνουν την ευτυχία, αλλά το να μοιράζεσαι και να χαίρεσαι τη ζωή!
Τ. Δέσποινα, Α4

Μια σωστή απόφαση
   Όλη μέρα πια ο φτωχός εσυλλογιόνταν τι να κάνει τόσα γρόσια. Τα φέρνει από δω, τα φέρνει από κει, «Να ανοίξω πραματευτάδικο; Να τα βάλω στον τόκο; Να πάρω αμπελοχώραφα; ΟΠΑ! Καλή ιδέα! Θα πάρω αμπελοχώραφα…». Το ίδιο βράδυ ανακοίνωσε τα νέα στην οικογένειά του και καταχάρηκαν όλοι! Ο φτωχός έπιασε τη λύρα και έστησαν ένα τρικούβερτο γλέντι.
   Χωρίς καθυστέρηση, την επόμενη κιόλας μέρα, η απόφαση έγινε πράξη. Ο φτωχός αγόρασε αμπέλια και χωράφια, όπου άρχισε να καλλιεργεί ελιές και σιτάρι. Από τα αμπέλια του έφτιαχνε κρασί, από τις ελιές λάδι και από το σιτάρι του αλεύρι! Όλη η οικογένεια στρώθηκε στη δουλειά, αλλά δεν τους πείραζε, γιατί ήταν μαθημένοι… Στην αρχή πουλούσαν την παραγωγή τους στη λαϊκή, γρήγορα όμως άνοιξαν ένα μαγαζί με βιολογικά προϊόντα, που σιγά σιγά έγινε γνωστό σε όλη την Ελλάδα!
   Έτσι ο φτωχός πλούτισε, αλλά δεν άλλαξε ποτέ τη συμπεριφορά του ή τον χαρακτήρα του. Πάντα γλεντούσε με την οικογένειά του και βοηθούσε τους συνανθρώπους του που είχαν ανάγκη. Επέστρεψε με ένα μεγάλο «ευχαριστώ» τα 1.000 γρόσια στον πλούσιο, που έμεινε με την απορία ποιο είναι το μυστικό της ευτυχίας του…
Σ. Μυρτώ - Χ. Θεοφανή, Α4

Τα 88 δολάρια
   Μια φορά κι έναν καιρό στη Λιμνούπολη, μια μαγική πόλη όπου συνυπήρχαν αρμονικά κάθε είδους ζώα, ζούσε ο Σκρουτζ, η πιο πλούσια πάπια στον κόσμο! Έμενε μόνος του σε ένα τεράστιο σπίτι και το μόνο που σκεφτόταν ήταν τα λεφτά του και το πώς θα τα αυξήσει κι άλλο. Ήταν γκρινιάρης, τσιγκούνης και ιδιότροπος και όλοι τον απέφευγαν.
   Μια μέρα, εκεί που έπαιρνε το μπάνιο του σε μια πισίνα γεμάτη δολάρια, ήρθαν να τον βρουν τα τρία γουρουνάκια. Πολύ διστακτικά, του ζήτησαν να τους δανείσει 88 δολάρια. Ο Σκρουτζ τα ρώτησε τι τα θέλουν, αλλά αυτά το μόνο που του είπαν ήταν ότι τα είχαν μεγάλη ανάγκη. Τελικά δέχτηκε, αφού τους ζήτησε να τα επιστρέψουν μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα και με πολύ υψηλό τόκο.
   Την ορισμένη προθεσμία τα τρία γουρουνάκια επισκέφτηκαν πάλι τον Σκρουτζ και του επέστρεψαν τα 88 δολάρια. Αλλά όταν τους ζήτησε και τον τόκο, εκείνα κατέβασαν το κεφάλι και του έδειξαν τις άδειες τους τσέπες… Δεν είχαν άλλα χρήματα, αλλά του υπόσχονταν ότι θα δουλέψουν σκληρά για να ξεχρεώσουν. Ο Σκρουτζ δεν ήθελε ούτε να τ’ ακούσει. Θύμωσε πολύ και έβαλε τις φωνές:
- Έτσι ξεπληρώνετε τη γενναιοδωρία μου; Θα σας δείξω εγώ!
   Τα τρία γουρουνάκια έφυγαν από το σπίτι του Σκρουτζ πολύ στεναχωρημένα και αυτός, έξαλλος, ξεκίνησε να πάει στην αστυνομία των ζώων, για να τα καταγγείλει. Τη στιγμή που έβγαινε, είδε ένα γράμμα στο γραμματοκιβώτιό του. Παραξενεμένος, το άνοιξε αμέσως και το διάβασε. Το είχε στείλει η μητέρα των τριών αδερφών. Τον ευχαριστούσε θερμά για τα 88 δολάρια που δάνεισε στα παιδιά της και του αποκάλυπτε πως τα είχαν χρησιμοποιήσει για να αγοράσουν φάρμακα για την ίδια, που ήταν άρρωστη. Επίσης, τον ενημέρωνε πως ήταν τώρα καλά στην υγεία της χάρη σ’ εκείνον και του έστελνε την αγάπη της.
   Ο Σκρουτζ σάστισε. Μητέρα, ευχαριστώ, αγάπη… Τι μαγικές λέξεις! Ο ίδιος είχε στερηθεί από μικρός τη μητέρα του και ζούσε τόσα χρόνια με μόνη συντροφιά τα λεφτά του, χωρίς να αγαπάει κανέναν και χωρίς κανένας να τον αγαπάει… Σε μια στιγμή όλα ξεκαθάρισαν μέσα του. Αντί να πάει στην αστυνομία, πήγε στα μαγαζιά. Χωρίς να λυπάται τα λεφτά, αγόρασε ένα σωρό λιχουδιές και δώρα και μετά έτρεξε στο σπίτι όπου έμεναν τα τρία γουρουνάκια με τη μητέρα τους. Αυτά αρχικά τρόμαξαν όταν τον είδαν στην πόρτα τους, αλλά αυτός τα διαβεβαίωσε ότι είχε έρθει για να ζητήσει συγγνώμη και τους είπε ότι θέλει να επανορθώσει και να προσφέρει ό,τι καλύτερο στην οικογένειά τους. Τα τρία γουρουνάκια χάρηκαν πολύ, η μητέρα τους καλοδέχτηκε τον Σκρουτζ στο σπίτι τους και όλοι τον περιποιήθηκαν. Ποτέ δε θυμόταν να είχε νιώσει πιο ευτυχισμένος!
   Από τότε όλα άλλαξαν για τον Σκρουτζ, για τα τρία γουρουνάκια, αλλά και για ολόκληρη την πόλη! Κι αυτό γιατί ο Σκρουτζ άρχισε να νοιάζεται για τους άλλους, να επενδύει χρήματα σε έργα που θα έκαναν τη ζωή των κατοίκων της Λιμνούπολης πιο όμορφη και να βοηθάει όποιον είχε ανάγκη. Είχε πάρει ένα πολύτιμο μάθημα: ότι τα λεφτά δεν μπαίνουν πάνω από την υγεία, την αγάπη και την ευτυχία.
   Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…
Π. Στέφανος, Α2

Τα χρήματα δε φέρνουν την ευτυχία
Είχα γνωρίσει μια φορά
Κάπου στα πέρατα της γης
Έναν νέο μ’ όνειρα πολλά
Που τ’ όνομά του ήταν Πετρής.

Φορούσε παπούτσια παλιά
Κι εδώ κι εκεί γυρνούσε
Τα βήματά του ήταν βαριά
Κοιτώντας τ’ άστρα, ονειροπολούσε.

Είπε να γίνει ηθοποιός
Ήθελε πολλά λεφτά και να ’ναι τρανός…
Την ανέχεια φοβόταν
Για τους άλλους δε νοιαζόταν.

Ξύπνησε μια μέρα
Τα μπαγκάζια του μάζεψε
Κίνησε για του κόσμου το πιο πέρα
Και τη ζωή του άλλαξε.

Ταξίδεψε στο εξωτερικό
Έγραφαν με μεγάλα γράμματα τ’ όνομά του
Ζούσε σ’ ένα σπίτι μοναδικό
Είχε πραγματοποιήσει τα όνειρά του.

Με τον καιρό έβγαλε πολλά λεφτά
Αυτό που ήθελε έγινε
Στην αρχή ήτανε καλά
Μα μόνος του στη ζωή έμεινε.

Τα χρήματα δε φέρνουν την ευτυχία
Στον κόσμο για την αγάπη πάλευε
Μόνος ζεις στη δυστυχία
Ο Πετρής αργά το κατάλαβε!
Χ. Ζωή, Α2

Και μία διασκευή του παραμυθιού σε θεατρικό έργο, με τις απαραίτητες σκηνοθετικές οδηγίες!

ΘΕΑΤΡΙΚΟ - Ο ΦΤΩΧΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΓΡΟΣΙΑ
Ρόλοι: Φτωχός, γυναίκα του φτωχού, παιδιά του φτωχού, πλούσιος, υπηρέτης του πλούσιου
Σκηνικό: Στη σκηνή βλέπουμε δεξιά το σπίτι του πλούσιου με έναν καναπέ και έναν καθρέφτη με χρυσή κορνίζα - αριστερά το σπίτι του φτωχού με ένα παλιό στρογγυλό τραπέζι και καρέκλες γύρω γύρω.

Σκηνή 1
(Φωτίζεται η αριστερή πλευρά της σκηνής. Τα παιδιά του φτωχού κάθονται στο τραπέζι. Τα μεγαλύτερα διαβάζουν και γράφουν.
Μπαίνουν ο φτωχός και η γυναίκα του. Τα παιδιά σηκώνονται και τρέχουν να τους αγκαλιάσουν.)
Μεγαλύτερο παιδί: Μπαμπά, μαμά, πόσο θα κουραστήκατε σήμερα όλη μέρα στο χωράφι με τη βροχή…
Φτωχός: Τι να κάνουμε, παιδί μου; Η ζωή του αγρότη δεν είναι εύκολη… Αλλά τώρα γυρίσαμε στο σπιτάκι μας και θα φάμε όλοι μαζί, ωραία και καλά.
Γυναίκα του φτωχού: Για να φτιάξουμε κάτι στα γρήγορα! Ποιος θα με βοηθήσει;
Παιδιά: Εγώ! Εγώ!
(Τα παιδιά συνερίζονται ποιο θα συνοδέψει τη μητέρα τους στην κουζίνα.)
Μικρότερο παιδί: Μπαμπά, μετά το φαγητό, μπορείς να παίξεις τη λύρα σου για να χορέψουμε;
Φτωχός: Και βέβαια! Φτάνει να έχετε τελειώσει με τα μαθήματά σας.
Μεγαλύτερο παιδί: Και διαβάσαμε και γράψαμε, πατέρα, να είσαι ήσυχος. Βοήθησα και τους μικρότερους να κάνουν τα καθήκοντά τους…
Φτωχός: Μπράβο, παιδί μου! Έτσι, να είστε καλοί μαθητές και να σας καμαρώνουμε εγώ κι η μάνα σας…
(Η γυναίκα του φτωχού και τα παιδιά που πήγαν μαζί της στην κουζίνα σερβίρουν το φαγητό με χαρούμενη διάθεση.)
Φτωχός: Μμμμ… Τι καλό φτιάξατε και μυρίζει τόσο ωραία; Μου έσπασε τη μύτη!
Γυναίκα του φτωχού: Τραχανά! Θα τον συνοδέψουμε με φρέσκο ψωμάκι και ελιές.
Φτωχός: Τι λες, καλή μου; Αυτό είναι φαγητό. Θα φάμε σαν βασιλιάδες! Άντε, ελάτε όλοι. Έχω μια πείνα, που δε σας βλέπω!
(Όλοι παίρνουν θέση στο τραπέζι.)
Φτωχός: Σ’ ευχαριστούμε, Θεέ μου, για το σημερινό φαγητό στο τραπέζι μας.
(Κάνουν τον σταυρό τους και τρώνε με όρεξη.)
Μικρότερο παιδί: Μπαμπάκα μου, δεν ήρθε η ώρα για τη λύρα;
Παιδιά: Ναι! Ναι! Ώρα για τραγούδι και χορό!
Γυναίκα του φτωχού: (Ψευτομαλώνει τα παιδιά) Αφήστε, βρε διαόλια, τον πατέρα σας. Είναι κουρασμένος.
Φτωχός: Και τι θα με ξεκουράσει καλύτερα από το να καλοπεράσω με την οικογένειά μου; Παιδιά, φέρτε μου τη λύρα. (Στη γυναίκα του, τρυφερά) Έλα κι εσύ, αηδόνα μου, να τραγουδήσεις με τη γλυκιά σου τη φωνή…
Γυναίκα του φτωχού: (Στα παιδιά της) Να, κάτι τέτοια μου ’λεγε και τον παντρεύτηκα, που δεν είχε βρακί να φορέσει!
(Γελάνε όλοι. Ένα παιδί δίνει τη λύρα στον φτωχό, που αρχίζει να παίζει.)

Σκηνή 2
(Τα φώτα στην αριστερή πλευρά της σκηνής σβήνουν και φωτίζεται η δεξιά πλευρά. Ο πλούσιος κάθεται στον καναπέ μόνος και κακοδιάθετος. Από το σπίτι του φτωχού ακούγονται γέλια και τραγούδια.)
Πλούσιος: Τα έχω όλα. Είμαι πλούσιος, έχω το πιο όμορφο σπίτι σε όλο το χωριό… Αλλά ο γείτονας, που είναι φτωχός και σκοτώνεται στη δουλειά όλη μέρα, περνάει καλύτερα από μένα. Κάθε βράδυ τα ίδια, γλέντια και τραγούδια…
(Σηκώνεται και κοιτιέται στον καθρέφτη.)
Γιατί να μην είμαι κι εγώ ευτυχισμένος σαν αυτόν; Τι μου λείπει; Δεν μπορώ να καταλάβω…
(Σωριάζεται πάλι στον καναπέ. Σκέφτεται με το κεφάλι μες στα χέρια του.)
Το βρήκα! (Πετάγεται και φωνάζει) Θα του δώσω ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, ας πούμε χίλια γρόσια, να δω τι θα κάνει! Έτσι κι αλλιώς, εμένα δε θα μου λείψουν…
(Μπαίνει ο υπηρέτης του πλούσιου.)
Υπηρέτης: Με φώναξες, αφεντικό;
Πλούσιος: Όχι, όχι…
Υπηρέτης: (Απευθύνεται στο κοινό) Τώρα άρχισε και να μιλάει μόνος του!
Πλούσιος: Όμως… Άκου να σου πω… Θέλω αύριο να πας πρωί πρωί στο σπίτι του φτωχού, εδώ απέναντι, και να του πεις πως τον θέλω. Αν σε ρωτήσει, πες του πως πρόκειται για κάτι που θα του αλλάξει τη ζωή!
Υπηρέτης: (Φεύγει μουρμουρίζοντας) Ε ρε, παραξενιές που έχουν αυτοί οι πλούσιοι…

Σκηνή 3
(Τα φώτα χαμηλώνουν και ο πλούσιος αποχωρεί από τη σκηνή. Καθώς τα φώτα δυναμώνουν, μπαίνουν ο υπηρέτης του πλούσιου και ο φτωχός.)
Φτωχός: Μα τι με θέλει, άραγε; Αυτός με το ζόρι μου λέει μια καλημέρα…
Υπηρέτης: Και πού να ξέρω εγώ; Δεν είναι δουλειά μου να ρωτάω… Να, θα σου τα πει ο ίδιος.
(Μπαίνει ο πλούσιος και ο υπηρέτης αποχωρεί.)
Πλούσιος: (Σφίγγει εγκάρδια το χέρι του φτωχού) Ωωω, αγαπητέ μου! Καλώς ήρθες! Παρακαλώ, κάθισε…
Φτωχός: (Σαστισμένος) Καλημέρα, γείτονα! (Κάθεται διστακτικά στον καναπέ.) Ήθελες να με δεις για κάτι σημαντικό…
Πλούσιος: Ναι, πολύ σημαντικό… Ξέρεις, θέλω να κάνω ένα καλό… Τόσο καιρό σε γνωρίζω, έχεις γυναίκα και παιδιά και όλη μέρα δουλεύεις. Αποφάσισα να σε βοηθήσω. Να… (Βγάζει από την τσέπη του ένα πουγγί) εδώ μέσα βρίσκονται χίλια γρόσια. Πάρτα! (Προσφέρει το πουγγί στον φτωχό, που δεν κάνει καμία κίνηση να το πάρει) Δε θέλεις να ξεφύγεις από τη φτώχεια και να αλλάξεις τη ζωή σου; Μη φοβάσαι, δε στα δίνω δανεικά… Σου τα χαρίζω!
Φτωχός: Δεν το πιστεύω! Τι να πω; (Σηκώνεται από τον καναπέ και παίρνει το πουγγί) Ευχαριστώ!
Πλούσιος: (Κατευθύνει τον φτωχό προς την πόρτα, χτυπώντας τον φιλικά στον ώμο) Στο καλό, αγαπητέ μου!

Σκηνή 4
(Τα φώτα στη δεξιά πλευρά της σκηνής σβήνουν και φωτίζεται η αριστερή πλευρά.)
Γυναίκα του φτωχού: Λοιπόν, τι σε ήθελε ο πλούσιος γείτονάς μας; (Αστειεύεται) Να μιλήσετε για τις επιχειρήσεις σας;
Φτωχός: Άσε με, δεν έχω όρεξη για αστεία…
Γυναίκα του φτωχού: Άντε, ώρα να κινήσουμε για τη δουλειά. Αργήσαμε.
Φτωχός: Το κεφάλι μου βουίζει…
Γυναίκα του φτωχού: Τι έπαθες, καλέ μου; Αρρώστησες; (Τον αγγίζει στο μέτωπο να δει αν έχει πυρετό.)
Φτωχός: (Την αποφεύγει) Μην ανησυχείς… Το μόνο που θέλω είναι λίγη ησυχία. Δε θα έρθω σήμερα στη δουλειά.
Γυναίκα του φτωχού: Καλά, η υγεία πάνω απ’ όλα! Μάλλον σου χρειάζεται λίγη ξεκούραση… Κάτσε στο σπίτι να συνέλθεις.
(Η γυναίκα του φτωχού φεύγει και ο φτωχός κόβει βόλτες γύρω από το τραπέζι ανήσυχος.)
Φτωχός: Ποτέ στη ζωή μου δεν έπιασα τόσα λεφτά στα χέρια μου! Τι να τα κάνω; Πώς να τα αξιοποιήσω καλύτερα;
(Με κάθε ιδέα που του έρχεται στο μυαλό ενθουσιάζεται και μετά πάλι απογοητεύεται.)
Να ανοίξω πραματευτάδικο; Και τι ξέρω εγώ από αυτές τις δουλειές;
Να βάλω τα χρήματα στην τράπεζα; Μπα, σιγά τον τόκο που θα πάρω…
Να πάρω αμπελοχώραφα; Πάλι δε θα δουλεύω όλη μέρα;
(Μπαίνουν τα παιδιά, φωνάζοντας και γελώντας.)
Μεγαλύτερο παιδί: Μπαμπά, πήρα άριστα 10 στο τετράδιο! Να σου το δείξω;
Φτωχός: Όχι τώρα! Δε βλέπεις ότι είμαι απασχολημένος;
Μεγαλύτερο παιδί: (Απογοητευμένο) Καλά, μπαμπά… Με συγχωρείς.
Φτωχός: (Μαλώνει τα μικρότερα παιδιά) Κι εσείς διαόλια χαλάσατε τον κόσμο! Μπρος, στο δωμάτιό σας γρήγορα. Και τσιμουδιά…
(Τα παιδιά φεύγουν στεναχωρημένα. Μπαίνει η γυναίκα του φτωχού και τον χαϊδεύει τρυφερά στο κεφάλι.)
Γυναίκα του φτωχού: Νιώθεις καλύτερα; Θα φτιάξω τώρα μια σουπίτσα που σου αρέσει, είναι και δυναμωτική…
Φτωχός: Δε θέλω να φάω, δεν έχω όρεξη. Να φάτε εσείς και να βάλεις τα παιδιά για ύπνο. Μου πήραν το κεφάλι με τις φωνές τους!
Γυναίκα του φτωχού: (Βγαίνει μονολογώντας) Άλλο πάλι και τούτο! Κάτι δεν πάει καλά, το νιώθω…

(Σβήνουν τα φώτα της σκηνής. Μετά από λίγο ξανανοίγουν και ακούγεται το λάλημα ενός κόκορα. Ο φτωχός κάθεται στο τραπέζι, με κόκκινα μάτια και ανακατεμένα μαλλιά.)
Φτωχός: Τι να κάνω, τι να κάνω; Βρε μπελάς που με βρήκε!
(Μπαίνει η γυναίκα του φτωχού.)
Γυναίκα του φτωχού: Μόνος σου μιλάς, Χριστιανέ μου;
Φτωχός: Γυναίκα, κοντεύω να τρελαθώ…
Γυναίκα του φτωχού: Δεν το βλέπω; Έχεις γίνει άλλος άνθρωπος. Δε σε αναγνωρίζω…
Φτωχός: (Σαν να συνέρχεται) Γιατί το λες αυτό, καλή μου; Έχεις παράπονο από μένα;
Γυναίκα του φτωχού: (Κάθεται δίπλα του και πιάνει τα χέρια του) Ο Θεός να με κάψει! Μα… από τότε που σε κάλεσε ο πλούσιος στο σπίτι του δεν έχεις διάθεση για δουλειά, δεν τρως, δεν κοιμάσαι! Μπορεί να μην το καταλαβαίνεις, αλλά έχει αλλάξει η συμπεριφορά σου απέναντι στα παιδιά. Όλο τα μαλώνεις να μην κάνουν φασαρία, ούτε να γελάσουν δεν τα αφήνεις… Και απέναντί μου άλλαξες. Εμείς δεν τα λέγαμε πάντα όλα μεταξύ μας; Τι σου συμβαίνει, καλέ μου; (Ο φτωχός την κοιτάει στα μάτια συγκινημένος) Εσύ δεν έλεγες ότι, αφού έχουμε ο ένας τον άλλο, τα παιδάκια μας και την υγειά μας, τα έχουμε όλα στη ζωή;
(Ο φτωχός την αγκαλιάζει.)
Φτωχός: Έχεις δίκιο, αγάπη μου. Είμαι ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο! Τώρα ξέρω τι πρέπει να κάνω. (Φωνάζει τα παιδιά) Ελάτε, παιδάκια μου! (Τα παιδιά μπαίνουν στη σκηνή, κάπως μουδιασμένα στην αρχή, αλλά βλέποντας τον πατέρα τους όπως τον ήξεραν αρχίζουν τα γέλια και τις χαρές) Ετοιμάστε το φαγητό. Βρείτε και τη λύρα μου. Θα το κάψουμε απόψε!

(Ενώ στη σκηνή γίνονται ετοιμασίες για τραπέζι και γλέντι, ο φτωχός κατεβαίνει από τη σκηνή και ψάχνει τον πλούσιο στον χώρο του θεάτρου. Ρωτάει και κάποιους θεατές αν ξέρουν τον πλούσιο και αν τον έχουν δει. Τελικά τον βρίσκει καθισμένο κάπου μεταξύ των θεατών.)
Φτωχός: Εδώ είσαι; Σε έψαχνα παντού, καλέ μου άνθρωπε.
Πλούσιος: Γιατί; Τι με θέλεις;
(Ο φτωχός οδηγεί τον πλούσιο στη σκηνή.)
Φτωχός: Σ’ ευχαριστώ και πάλι για τα γρόσια που μου έδωσες, αλλά κατάλαβα πως δεν τα χρειάζομαι. Ορίστε… (Του δίνει το πουγγί με τα γρόσια) Μπορείς, αν θέλεις, να τα δώσεις σε κάποιον άλλο. Εμένα μόνο σκοτούρα μου έφεραν…
Πλούσιος: (Έκπληκτος) Α, εσύ είσαι για δέσιμο!
Φτωχός: Όχι, γείτονα, λάθος κάνεις. Όσο είχα τα γρόσια σου ήμουν δεμένος, αλλά τώρα ελευθερώθηκα! Έλα μαζί μου στο φτωχικό μου, να γλεντήσεις μαζί μας και να δεις τι θα πει πραγματική ευτυχία.
(Ο φτωχός οδηγεί τον πλούσιο στο τραπέζι. Τα φώτα χαμηλώνουν. Ακούγεται να παίζει λύρα, χαρούμενες φωνές και γέλια.)
Διασκευή - Σκηνοθεσία: Μ. Ελένη, Α2

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.